36.6 C
Athens

Συνέντευξη με τους DreamLongDead

Published:

Last Updated on 19:31 by Giorgos Tsekas

Κύριοι, χαίρετε και καλωσήρθατε στο Metal Invader.

Τάσος: Σ’ ευχαριστούμε πολύ

Κατ’ αρχάς συγχαρητήρια για την καινούρια σας κυκλοφορία. Ποιες ήταν οι πρώτες αντιδράσεις που πήρατε και πώς σκοπεύετε να τον υποστηρίξετε;

Τάσος: Και πάλι σ’ ευχαριστούμε πολύ. Οι πρώτες αντιδράσεις είναι θετικότατες. Νομίζω ότι «πέρασε» σε όσους το άκουσαν, το τι είχαμε σκοπό να κάνουμε με αυτήν την κυκλοφορία. Επίσης, αν αναλογιστείς ότι μέχρι στιγμής, αν εξαιρέσεις το live με τους Dead Congregation και τους Resurgency, δεν έχουμε κάνει ουσιαστικά τίποτα από άποψη συναυλιών, συνεντεύξεων και γενικά προώθησης, οι πωλήσεις πάνε ενθαρρυντικά. Δεν έχουμε κάποια τρομερά πλανά για την υποστήριξη του δίσκου. Μερικές συναυλίες, φαντάζομαι. Ξέρεις, δεν είμαστε πιτσιρικάδες με «φιλοδοξίες» για περιοδείες, ξένα φεστιβάλ, «φήμη» κτλ., κτλ. Μας αρέσει πάρα πολύ ο λάκκος που έχουμε σκάψει για τους εαυτούς μας. Είμαστε κύριοι του εαυτού μας, δεν μας λέει κάνεις τι, πώς και ποτέ θα το κάνουμε… Η μουσική είναι η γκόμενά μας, η ερωμένη μας. Την πληρώνουμε και την ευχαριστιόμαστε, δεν είμαστε εμπορίσκοι, δεν έχουμε στήσει “underground” μαγαζάκι. Η μόνη μας φιλοδοξία – αν και δεν θα την έλεγα φιλοδοξία αλλά περισσότερο αυτό το ένστικτο (pure motorized instinct) που έχουν τα ζόμπι του Romero, που απλά τα κάνει να κινούνται και να τρώνε μυαλά – είναι να παίζουμε ό,τι θέλουμε, να δοκιμάζουμε νέα πράγματα, και ακόμη και με τις περιορισμένες μουσικές μας ικανότητες, να προχωράμε μουσικά, και τελικά να διασκεδάζουμε.

Το γεγονός ότι αλλάξατε στούντιο ηχογράφησης και παραγωγό, πώς επηρέασε τη συνθετική διαδικασία και το ηχητικό αποτέλεσμα; Εύκολα παρατηρεί κανείς πως οι συνθέσεις είναι πιο μαζεμένες, ενώ τα ξεσπάσματα δίνουν περισσότερα γκάζια.

Τάσος: Ξέραμε ότι θέλαμε να γράψουμε με το Νίκο τον Παπακώστα, ήδη από τα τέλη των ηχογραφήσεων του προηγουμένου δίσκου. Οι λόγοι ήταν οι εξής. Τον προηγούμενο δίσκο τον κάναμε ουσιαστικά μόνοι μας, το βάρος έπεσε στον Πάνο, τον κιθαρίστα μας. Κάηκε αυτός, κάηκα κι εγώ, τράβηξε η ηχογράφηση και η μίξη πάνω από ένα χρόνο, γενικά ήταν μια διαδικασία αρκετά χαοτική, με πολύ μπρος-πίσω και πολλά ενδιάμεσα κενά και διακοπές. Οπότε θέλαμε κάποιον έξω από εμάς, που να έχει καθαρό μυαλό και αφτί, και να κρατάει το τιμόνι της όλης διαδικασίας. Επίσης, ήμασταν έτοιμοι να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό. Και συνθετικά, αυτό που λες για τα γκάζια, ναι, το είχαμε σκοπό να εντείνουμε ακόμη περισσότερο τις «αντιθέσεις» που αποτελούν τη βάση του ήχου μας, και κατά συνέπεια και ηχητικά. Θέλαμε κάποιον ο οποίος να είναι τίγκα metal αλλά να μην έχει αυτήν την αποστειρωμένη, σύγχρονη metal λογική. Να είναι «live-άκιας», να παίρνει πραγματικές, αληθινές πήγες, να καταλαβαίνει το «σωστό» και το «δεμένο» αλλά ν’ αφήνει τα «κουνήματα» και τα «λάθη», γιατί εκεί είναι το αλατοπίπερο. Ξέραμε τον άνθρωπο από πριν, ο Πάνος είχε γράψει και στο στούντιο του, οπότε απλά πήγαμε ένα βράδυ του Δεκέμβρη του ’17 από εκεί, να «γνωριστούμε» καλύτερα, και τα υπόλοιπα ήρθαν. Γράψαμε γρήγορα, ξεκινήσαμε μέσα Φλεβάρη του ’18, τέλη Μαρτίου είχαμε τέλειωσε. Γράψαμε με μια διάθεση τρέλας κι ενέργειας, που νομίζω πως έλειπε από τους προηγουμένους δίσκους μας. Ό,τι ακούς είναι σχεδόν κυρίως πρώτα, δεύτερα το πολύ, takes, και σχεδόν καθόλου κόψε-ράψε και editing. Τα βρήκαμε σούπερ με τον Νίκο. Μετά το Πάσχα του ’18 γράψαμε overdubs, μιξάραμε και κάναμε το mastering, με την άνεση μας και τις δοκιμές μας μέχρι τον Ιούνιο, και ήμασταν έτοιμοι.

Από το “MadnessDeadGrave – Invocations Three To The ONES That Lurk At The Threshold” και το “AriseHowlingDarkness: Of Cyclopean Masonry & Non​-​Euclidean Geometry” στο “UMBRA”. Υπάρχει κάποιος λόγος που αφήσατε τους μεγάλους τίτλους και το concept των τριών λέξεων σε μία; Η απλοποίηση δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη.

Τάσος: Και ναι, και όχι. Ήταν φανερό ότι δεν ταίριαζε η λογική των τίτλων των προηγουμένων δίσκων σε αυτόν, όμως, από την άλλη, όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε δεν είχαμε καταλήξει σε κάποιον. Κάπου στην διαδικασία της ηχογράφησης ήρθε και το εξώφυλλο, οπότε αυτό γέννησε και άλλες ιδέες για τίτλους, άλλα ο τίτλος του δίσκου τελικά προήλθε από το παρακάτω ανέκδοτο: Στο “El Ritmo De La Tierra” γκαρίζω στο ρεφραίν “Umbra Black Sun”, το πήρε ο Νίκος μέσα στην πώρωση, αυτό έγινε “Umbra, ρε μ****ά», έγινε το αστείο της ηχογράφησης, και κατέληξε τελικά ο ιδανικός, ομολογουμένως, τίτλος του δίσκου.

Οι τίτλοι των κομματιών που περιέχουν στίχους, έχουν όλα ένα δεύτερο τίτλο σε παρένθεση. Πρόκειται για επεξήγηση ή αποπροσανατολισμό;

Τάσος: Λίγο και από τα δύο. Η λογική πίσω από τους διπλούς τίτλους κρύβεται σ’ έναν από τους αγαπημένους μου δίσκους, το “Forever Changes” των Love. Πάντα απορούσα με τον τίτλο του τραγουδιού “Maybe the People Would Be the Times or Between Clark and Hilldale”. Τι ήταν αυτό το “Or”; Τελικά, κατέληξα ότι ο Arthur Lee δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ποιον τίτλο να χρησιμοποιήσει για το τραγούδι και απλώς έβαλε και τους δύο. Κάπως έτσι κι εμείς. Ίσως και όχι όμως… Ακόμη και ο τίτλος του instrumental, που είναι σε εισαγωγικά και δεν έχει υπότιτλο σε παρένθεση, έχει τη μικρή δική του σημασία.

Βρίσκω την επιλογή του artwork εξαιρετικά εύστοχη, όχι μόνο γιατί το σουρεαλιστικά δυστοπικό εξώφυλλο ταιριάζει με τη μουσική και τους στίχους σας, αλλά κυρίως γιατί ο Beksinski ήταν διαβόητος για το γεγονός ότι δήλωνε ως επιρροή του τη μουσική, ενώ αρνιόταν να ερμηνεύσει τα έργα του. Θα μπορούσατε να πείτε το αντίστροφο για τη μουσική σας, δηλαδή, ότι την εμπνέεστε από άλλες μορφές τέχνης; Αρνείστε να την ερμηνεύσετε; Και αν το κάνετε, πώς θα την περιγράφατε;

Τάσος: Δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι κάνουμε τέχνη, πόσο μάλλον μουσική, χα, χα, χα! Σίγουρα, εμπνεόμαστε από τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, και ακόμη πιο σίγουρα, αν επεξηγείς κάτι αυτό χάνει τη γοητεία του. Μεγάλωσα στην εποχή πριν την έκρηξη της πληροφορίας και του διαδικτύου, και πολλά από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα διατηρούσαν ένα μυστήριο. Όταν πρωτοείδα τη φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του “Welcome to Hell” των Venom, πραγματικά πίστεψα ότι οι τύποι ήταν αληθινοί. Όταν πρωτοείδα τα εξώφυλλα του “The Return” των Bathory, και του “Don’t Break the Oath” των Mercyful Fate, είχα τρομάξει. Όταν πρωτάκουσα το “Holy Hell” των Possessed, μου σηκώθηκε η τρίχα. Ο Quorthon ήταν μυθική μορφή. Δεν τον είχα φίλο στο Facebook, αν με καταλαβαίνεις. Πολλούς αγαπημένους μου δίσκους, τους είχα σε κασέτα, χωρίς lyric sheet, και πέρασα πολλά χρόνια μην καταλαβαίνοντας τι λένε κάποιοι στίχοι, να φαντάζομαι άλλους κτλ. Όταν διάβασα τελικά τους πραγματικούς στίχους, κάτι χάλασε μέσα μου, είχα φτιάξει άλλες εικόνες… Οπότε, μάλλον ναι, καλύτερα κάποια πράγματα να μένουν «ανοιχτά» και ας προβάλλει ο καθένας ό,τι θέλει.

Οι στίχοι θα μπορούσαν να εννοηθούν ως αλληγορίες πραγματικών καταστάσεων αυτού του μάταιου κόσμου, ή θλιβερές προφητείες ενός ζοφερού μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση, σχηματίζουν παντοδύναμες εικόνες. Με τι καταπιάνονται;

Τάσος: Κυρίως είναι ιστορίες, επηρεασμένες από τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία τρόμου και φανταστικού. Αλλά δεν μας απασχολεί να μεταφέρουμε την ταινία ή το βιβλίο, με απόλυτη ακρίβεια. Δεν είναι σκοπός μας να ξαναπούμε την ιστορία, δεν θέλουμε να εκβιάζουμε τις λέξεις για να είμαστε πιστοί στο «αρχικό υλικό». Μας ενδιαφέρει να «κλέβουμε» την ατμόσφαιρα, την αίσθηση, τη διάθεση. Να την κάνουμε δική μας, να ταιριάζει με την «μουσική». Κατά κάποιον τρόπο, θεματολογικά ίσως, τα τραγούδια του κάθε δίσκου να δημιουργούν ένα ενιαίο concept. Αλλά και αυτό δεν είναι απόλυτο. Ο πρώτος δίσκος μας ήταν το κάλεσμα σε ΑΥΤΟΥΣ, ο δεύτερος ήταν ΑΥΤΟΙ να ξεπροβάλλουν σιγά-σιγά από εκεί που κείτονται. Ο καινούριος δίσκος είναι ίσως πιο ψυχεδελικός, πιο λυσεργικός, πιο νυχτερινός… Λες και ο κοσμικός τρόμος δεν κρύβεται στο διαστρικό κενό άλλα στο κατώφλι σου. Αυτή η υποβόσκουσα αίσθηση ότι η πραγματικότητα ίσως να μην είναι και τόσο «πραγματική». Μία αίσθηση διαφυγόντος τρόμου και απειλής. Αυτό το σήκωμα στις τρίχες του σβέρκου σου. Το να βλέπεις κάποιον στο δρόμο και να νομίζεις ότι κάτι αλλάζει στα χαρακτηριστικά του, μία τέτοια αίσθηση απροσδιόριστης απειλής. Το είδα, δεν το είδα; Το ένιωσα, δεν το ένιωσα; Ήταν μόνο στο μυαλό μου; Από την άλλη, οι στίχοι μας είναι και γεμάτοι κρυφά “easter eggs”: λιγότερο ή περισσότερο άμεσες οπαδικές αναφορές σε πράγματα που μας αρέσουν. Όχι ελιτίστικες, όμως. Αν κάποιος το πιάσει και πει «ουπς!, φίλε, αυτό εδώ ήταν αναφορά στους Terrorizer», έχει καλώς, bonus τυράκι και extra πόντοι, άλλα το όλο πράγμα πρέπει λειτουργεί ακόμη και αν δεν «πιάσει» κάποιος αυτά τα λογοπαίγνια.

Οι επιρροές σας παραμένουν το death metal, οι ταινίες τρόμου, ο Κθούλου και τα κοψίδια;

Τάσος: Ακριβώς έτσι με τη σειρά που τα είπες, αν κι έχω την αίσθηση ότι τον τελευταίο καιρό τα κοψίδια έχουν περάσει πρώτα…

Το “You gotta be fuckin’ kiddin’” είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι στη δισκογραφία των DreamLongDead – θα μπορούσε να ντύνει μια σκηνή σε ταινία τρόμου, δεν έχει στίχους, έχει πλήκτρα και είναι με διαφορά το μικρότερο σε διάρκεια. Το θεωρείτε πειραματικό ή κάτι που προέκυψε αβίαστα και βοηθάει στην ατμόσφαιρα του δίσκου;

Τάσος: Αυτός ήταν ο σκοπός, να βγει κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι soundtrack κάποιας ταινίας. Προέκυψε αβίαστα όταν δοκίμαζα στο προβάδικό μας ένα καινούργιο guitar synth που είχα πάρει. Το είχαμε δουλέψει λίγο πριν την ηχογράφηση, το δουλέψαμε και το «ενορχηστρώσαμε» αρκετά μέσα στο στούντιο, και ο κάλος μας ο φίλος, ο Μάκης ο Πετράτος, από την Κρήτη που είναι, έβαλε αυτά τα πραγματικά – δεν είναι software ή plug-ins – αναλογικά modular synthesizers που ακούς. Αποφασίσαμε να μην το βάλουμε ούτε σαν intro, ούτε σαν outro, γιατί πιστεύουμε ότι έτσι θα το «θάβαμε» το τραγούδι. Επιλέξαμε να το βάλουμε στην κανονική ροή του δίσκου και νομίζω ότι λειτουργεί ιδανικά.

Τι να περιμένουμε από το release show σας; Εκπλήξεις, happenings, κέφι, μπρίο κλπ.; Θα ακολουθήσει κάποια περιοδεία ή μεμονωμένες εμφανίσεις;

Τάσος: Χα, χα, χα, το μπρίο είναι κάτι μου μας χαρακτηρίζει άλλωστε! Θα προσπαθήσουμε να παίξουμε πολύ. Θα παίξουμε σχεδόν όλο το νέο δίσκο, θα παίξουμε και από τους δύο προηγουμένους, θα παίξουμε και διασκευή από αγαπημένη μας μπάντα. Ελπίζουμε να παίξουμε καλά, ο ήχος να είναι σωστός, να ρέει το set αβίαστα, και να κρατήσουμε το ενδιαφέρον του κόσμου αμείωτο για καμιά ώρα. Θα έχουμε και merchandise, όλα όσα πρέπει να έχει ένα σωστό live παρουσίασης. Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως θα έχουμε δύο σούπερ καλεσμένους: Τα παιδιά από τους Progress οf Inhumanity που είναι πραγματικά πολύ καλοί φίλοι χρόνια τώρα, οπότε η ενέργειά τους πάνω και κάτω από τη σκηνή θα είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτη, ενώ οι Yovel, πέρα από σούπερ ενδιαφέρουσα black metal μπάντα, έχουν και μία στάση απέναντι σε παθογένειες που πλήττουν το ακραίο metal, η οποία μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Οπότε θα είναι καλά. Το εισιτήριο θα είναι χαμηλό. Να έρθετε!

Το κλείσιμο (του τάφου) δικό σας…

Τάσος: Ευχαριστούμε το Metal Invader για την υποστήριξη. Να είστε καλά. 666

 

 

AstralKannibal
AstralKannibal
Kannibalizing The Astral Plane

Related articles

spot_img

Recent articles

spot_img