Γεια σου Frydo! Χαιρετισμούς από Αθήνα, Ελλάδα και Metal Invader. Πώς πάνε τα πράγματα εκεί;

Γεια σου! Είμαι καλά, αν αναλογιστείς όλα όσα συμβαίνουν… καλά…

Μετά από 25 χρόνια επιστρέφετε στην Napalm Records. Πόσο εύκολο ήταν να επιστρέψετε στη δισκογραφική με την οποία συνεργαστήκατε πριν από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; Δε σου κρύβω ότι μείναμε λίγο έκπληκτοι όταν κυκλοφόρησε η επανέκδοση του «Dragons of the North» το 2016 από την Indie Recordings και όχι από τη Napalm (η οποία είχε κυκλοφορήσει την πρώτη έκδοση του ’96).

Δε θεωρώ ότι η επιστροφή μας στη Napalm πρέπει κατ’ ανάγκη να συνεπάγεται δυσκολίες προσαρμογής.  Σίγουρα έχει περάσει ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που συνεργαστήκαμε με την Napalm για τελευταία φορά. Το μόνο που διαφέρει όμως είναι ότι αυτή τη φορά συνεργαστήκαμε με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Όταν υπογράψαμε πριν 25 χρόνια η δισκογραφική ήταν μόνο ο Mark (Markus Riedler), ο οποίος ήταν ταυτόχρονα το αφεντικό και ο μοναδικός υπάλληλος. Ήταν η εταιρεία του, νομίζω πως πρέπει να είχε προσλάβει και έναν υπάλληλο τότε αν θυμάμαι καλά. Τέλος πάντων … αυτές τις μέρες είναι μια μεγάλη επιχείρηση, οπότε οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Όλα λειτούργησαν εξαιρετικά, είμαι πολύ ευχαριστημένος έως τώρα.

Το «Dragons of the North» αποτελεί άλμπουμ σταθμό. Πιστεύεις ότι το συγκρότημα θα μπορέσει να φτάσει σε επόμενη κυκλοφορία του το “Dragons”, τουλάχιστον συνθετικά;

Προσωπικά πιστεύω πως ναι! [γέλιa]. Είναι πολύ σύνηθες το παρθενικό άλμπουμ για πολλές μπάντες να είναι καθοριστικό. Πρόκειται ουσιαστικά για παιδιά που δεν ξέρουν τι κάνουν και γι’ αυτό δοκιμάζουν τα όριά τους χωρίς φραγμούς. Γι’ αυτό και δημιουργούν κάτι νέο και με ιδιαίτερη ταυτότητα. Είναι άπειροι και απλά δοκιμάζουν τα πάντα πολλές φορές, με αποτέλεσμα αυτό να αποδίδει. Νομίζω ότι αυτό συνέβη και με το «Dragons». Όλο αυτό το Viking στυλ δεν ήταν πολύ δημοφιλές τον πρώτο καιρό, αν εξαιρέσεις βέβαια τους Bathory. Εμείς αναδυθήκαμε από το Νορβηγικό underground black metal και αυτό που κάναμε τότε ήταν κάτι το πολύ διαφορετικό, νομίζω ότι είχαμε διάφορες επιρροές, και η ιδέα πάνω στην οποία στήθηκε το ίδιο το συγκρότημα ήταν ιδιαίτερη. Όπως είπα και προηγουμένως, είναι σύνηθες σε πολλά ντεμπούτο άλμπουμ να υπάρχει προσωπική σφραγίδα. Επομένως, νομίζω ότι θα ξαναγράψουμε τόσο καλά τραγούδια! Όσον αφορά τη σύνθεση, δεν μπορείς να πεις ότι το «Dragons» ήταν ένα τέλειο άλμπουμ, δεν ήταν. Νομίζω ότι σήμερα είμαστε καλύτεροι στη συγγραφή τραγουδιών από ότι ήμασταν το 1996. Επίσης, υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να λάβουμε υπόψη – το πιο σημαντικό για μένα – και αυτό είναι η νοσταλγία! Η νοσταλγία είναι ένα κάτι το οποίο κανείς δε μπορεί να συναγωνιστεί, είναι αδύνατο. Μεγάλωσα με τους Kiss και για μένα προσωπικά οι προ του ’83 Kiss δεν θα είναι ποτέ καλύτερο συγκρότημα, και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις συνθέσεις, είναι απλώς μνήμες από την παιδική μου ηλικία. Κανένα άλλο συγκρότημα δεν θα μπορέσει να πάρει ποτέ τη θέση τους στη καρδιά μου. Επομένως, η νοσταλγία είναι καθοριστική για τη μουσική γενικότερα.

Είσαι παραπάνω από δύο δεκαετίες στο συγκρότημα (αν εξαιρέσουμε φυσικά την περίοδο 2004-2008). Πώς θεωρείς ότι το συγκρότημα διατηρεί στο ίδιο επίπεδο τόσα χρόνια την τεράστια φήμη του;

Δεν νομίζω ότι έχουμε και τόσο μεγάλη φήμη [γέλια].

Θα μου επιτρέψεις να επιμείνω σ’ αυτό, ενδεικτικά, τουλάχιστον στην Ελλάδα έχετε αρκετούς ενθουσιώδεις θαυμαστές….

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, σ’ ευχαριστώ για την πληροφόρηση! Στο Οχάιο ξεκίνησαν όλα από εμένα και τον Gerhard (Storesund). Οι δυο μας γράφουμε όλη τη μουσική, μερικές φορές μαζί, αλλά κυρίως ξεχωριστά. Το θέμα είναι ότι η ιστορία μας πάει πολλά χρόνια πίσω. Μετακόμισα στο διπλανό του σπίτι το μακρινό 1981. Είμαστε φίλοι επί 40 χρόνια και έχουμε εξελιχθεί μαζί και μουσικά, ανακαλύπτοντας και ακούγοντας τις αγαπημένες μας folk μπάντες (φυσικά και Kiss). Ζήσαμε παρέα όλο το heavy metal κίνημα της δεκαετίας του ’80 (thrash μέταλ, Nορβηγικό black metal κ.λπ.). Έχουμε μια μοναδική συνεννόηση, δουλεύοντας μαζί ως μουσικοί. Έτσι, κάθε φορά που αρχίζω να γράφω κάτι, ξέρω αμέσως αν θα του αρέσει ή όχι. Είμαι πλέον σίγουρος πως είμαστε αλληλένδετο μέρος της μπάντας και αν κάποιος από εμάς αποφασίσει να αποχωρήσει δεν θα υπάρχουν πλέον Einherjer.

Το όγδοο άλμπουμ σας, «North Star», κυκλοφόρησε στις 26 Φεβρουαρίου, δηλαδή προ ολίγων ημερών. Θα μπορούσες να μας πεις περισσότερα για την ηχογράφηση και τις συνθέσεις, δεδομένων και των εμποδίων που τυχόν προέκυψαν λόγω της πανδημίας;

Η μουσική για το “North Star” γράφτηκε πριν από την πανδημία, οπότε ξεκινήσαμε την ηχογράφηση του άλμπουμ τον Φεβρουάριο και είχαμε έτοιμα τα τύμπανα πριν από τα μέσα Μαρτίου του ‘20. Τότε αναγκαστήκαμε λόγω των συγκυριών να το παγώσουμε για λίγους μήνες. Είναι πολύ δύσκολο να βρεις την ενέργεια για να μπεις να γράψεις  στο στούντιο το απόγευμα, μετά από μια τόσο κουραστική και γεμάτη μέρα και να προσπαθείς να είσαι παραγωγικός. Έτσι, τα πάντα ήταν σε αναμονή για λίγους μήνες και αυτός ήταν ίσως ο κύριος λόγος για τον οποίο καθυστερήσαμε την κυκλοφορία του άλμπουμ από Οκτώβριο του 2020 σε Φεβρουάριο του 2021. Ήταν πραγματικά δύσκολο να εξισορροπήσουμε τα πάντα. Τα πράγματα βελτιώθηκαν όταν επαναλειτούργησαν τα σχολεία και το νηπιαγωγείο. Ευτυχώς, το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο στούντιο μου. Φανταστείτε το ως ένα σπίτι δίπλα στο σπίτι μου. Εγώ βασικά ηχογράφησα τα περισσότερα κιθαριστικά μέρη, στην πραγματικότητα σχεδόν τα πάντα εκτός από τις lead κιθάρες, οπότε δούλευα βασικά όλο το καλοκαίρι για να ολοκληρώσω το υπόλοιπο υλικό. Ο Ole (Sonstabo) έγραψε τα lead μέρη στην κιθάρα. Τέλος, ηχογραφήθηκαν τα φωνητικά και γράφηκε και το σύνολο των στίχων. Το τελευταίο πράγμα που κάνουμε είναι πάντα τα φωνητικά, αλλά παράλληλα γράφουμε και τελειοποιούμε τους στίχους. Είναι περίεργο πράγματι, αλλά λειτουργεί για μένα. Έκανα επίσης τη μίξη του άλμπουμ. Έστειλα το υλικό  την 1η Νοεμβρίου, οπότε όλη η διαδικασία ηχογράφησης με κράτησε απασχολημένο όλο το καλοκαίρι και το μισό του φθινοπώρου.

Οι στίχοι σας στο νέο άλμπουμ σχετίζονται όπως έχουμε συνηθίσει με τους θρύλους της Νορβηγίας και τη νορβηγική μυθολογία; Υπάρχει κάποιο δίδαγμα από τη νορβηγική κληρονομιά που να αντανακλά στους ανθρώπους του σήμερα;

Όχι, στην πραγματικότητα εδώ και μερικά άλμπουμ δεν έχουμε εντρυφήσει τόσο στη νορβηγική μυθολογία, αλλά υπήρχαν αρκετά παλαιότερα άλμπουμ πράγματι στα οποία πολλά κομμάτια ήταν γραμμένα στα Νορβηγικά, οπότε κατανοώ την ανάγκη του κοινού να αναζητεί αυτή τη θεματολογία. Το νέο άλμπουμ είναι όλο στα αγγλικά και αυτό παρακίνησε τους φαν να δώσουν περισσότερη βάση στους στίχους. Υπάρχει, φυσικά, ένας σύνδεσμος με τη μυθολογία των Νορβηγών, αλλά όχι σε επίπεδο στίχων. Αυτήν τη στιγμή γράφουμε πολύ περισσότερο για άλλα προσωπικά ζητήματα που μας απασχολούν και απλώς χρησιμοποιούμε σκανδιναβικές διατυπώσεις, κάνοντας τον ακροατή να  φαντάζεται ότι προσεγγίζει το Νορβηγικό στοιχείο. Σε τελική ανάλυση, είναι μια συνειδητή επιλογή του συγκροτήματος να παραμείνει στο Viking στυλ, δεδομένου ότι είμαστε μέρος αυτού για πολύ καιρό. Θέλουμε να συνεχίσουμε μ’ αυτήν την ταυτότητα. Ακόμη κι αν γράφουμε για άλλα ζητήματα, εξακολουθούμε να θέλουμε να διατηρούμε ένα σκανδιναβικό ηχητικό μοτίβο στους στίχους.

Μέχρι στιγμής έχει κυκλοφορήσει το «The Blood and the Iron», καθώς και το «Stars». Το «The Blood and the Iron», καταιγίζει τους ακροατές, ενώ το «Stars» ξεχωρίζει μέσα από τα οικεία σκοτεινά αλλά και ατμοσφαιρικά του ακούσματα. Πώς ανταποκρίνεται το κοινό έως τώρα;

Πολύ θετικά μέχρι τώρα! Έχουμε κάνει πολλές συνεντεύξεις αυτές τις εβδομάδες. Επίσης, κάθε δημοσιογράφος ή συντάκτης με τον οποίο μιλάω μας μεταφέρει πολύ καλά σχόλια. Είμαι πεπεισμένος ότι το άλμπουμ θα αγκαλιαστεί από το κοινό.

Ο Covid-19 περιόρισε τα ταξίδια και τις ζωντανές εμφανίσεις. Σκοπεύετε να κάνετε μια live streaming συναυλία ή κάποια άλλη εκδήλωση προώθησης μέσω διαδικτύου;

Καταλαβαίνω πλήρως και σέβομαι εκείνα τα συγκροτήματα που επιλέγουν να το κάνουν, αλλά για μένα μια διαδικτυακή συναυλία χωρίς κοινό έχει αυτή την πρόσθετη αμηχανία που δε λειτουργεί θετικά. Συνεχίζω να το ακούω για εβδομάδες, σε κάθε συνέντευξη, αλλά επιλέξαμε να μην κάνουμε κάτι διαδικτυακά. Προσωπικά, δεν με νοιάζει αν αυτό που βλέπω μπροστά σε μια οθόνη, είναι ζωντανά από το Λονδίνο, το Βερολίνο ή την Αθήνα. Δεν με νοιάζει αν αυτό συμβαίνει τώρα, το μόνο πράγμα που κρατάω είναι αυτή η πρόσθετη αμηχανία που απεχθάνομαι γιατί δεν παίζουν μπροστά σε κόσμο και είναι τόσο αμήχανο όλο αυτό. Για μένα είναι το ίδιο με το να βλέπω οποιαδήποτε συναυλία στο YouTube που συνέβη πριν από μερικά χρόνια, δεν έχει σημασία αν είναι “live”. Επιλέγουμε να παίζουμε μπροστά σε ένα κοινό, όταν αυτό φυσικά μας επιτραπεί.

Κάποιο τελευταίο μήνυμα για το κοινό σας στην Ελλάδα;

Δεν έχουμε παίξει ποτέ στην Ελλάδα, οπότε  θεωρώ ότι είναι κάτι που πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά.

Γενικά, είμαστε όλοι κουρασμένοι από αυτήν την άθλια κατάσταση, όλοι θέλουμε να τελειώσει, και κάποια μέρα θα τελειώσει, αλλά μέχρι τότε νομίζω ότι πολλές μπάντες χρειάζονται λίγη παραπάνω υποστήριξη. Ολόκληρη η μουσική βιομηχανία έχει υποστεί πολύ σοβαρό πλήγμα. Έτσι, εάν υπάρχει μια μπάντα που αγαπάτε, εάν έχετε ένα αγαπημένο συγκρότημα, θα πρέπει να αγοράζετε από το merchandise  του. Θα εκτιμηθεί πραγματικά. Πρέπει να σκεφτούμε ότι στηρίζοντας τα συγκροτήματα τώρα, όταν τελειώσει αυτή η κατάσταση, θα μπορέσουμε να τα δούμε ξανά live. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να υποστηρίξετε τις μπάντες που σας αρέσουν ιδιαίτερα αυτήν τη χρονική στιγμή.

Ανυπομονούμε να βγούμε πάλι στους δρόμους και να παίξουμε ξανά μπροστά στο αγαπημένο μας κοινό!

Συμφωνώ απολύτως, και εμείς το ίδιο ακριβώς περιμένουμε! Σ’ ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου Frydo και γι’ αυτή τη συνέντευξη. Εύχομαι τα καλύτερα σε σένα και το συγκρότημα.

Εγώ ευχαριστώ! Καλή συνέχεια.