Ώστε η μπάντα ξεκίνησε το 2013. Πώς και σας πήρε τόσο ώστε να κυκλοφορήσετε το ντεμπούτο σας, το οποίο βγήκε τελικά το 2018; 

Vincent: Ήταν δύσκολο να βρούμε μουσικούς της σκηνής μας την εποχή που θέλαμε να παίξουμε το συγκεκριμένο είδος Doom Metal.

Τις πρώτες εκείνες ημέρες του 2013 ποιοι ήταν τα κομβικά πρόσωπα / ιδρυτές πίσω από την μπάντα και τι στόχους είχατε θέσει;

Vincent: Η Sarah κι εγώ ιδρύσαμε την μπάντα τότε. Ο στόχος μας, αρκετά απλός, ήταν να δημιουργήσουμε ένα μάλλον επικό Doom Metal κατά τα πρότυπα των Reverend Bizarre, The Gates Of Slumber, και Candlemass.

Σχετικά με το όνομά σας, Smoulder; Μοιραστείτε κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με το concept του.

Vincent: Θέλαμε ένα όνομα της μίας λέξης που να μην έχει χρησιμοποιηθεί ήδη (τουλάχιστον από metal μπάντα), και η Sarah το εμπνεύστηκε λίγο μετά αφότου ξεκινήσαμε να τζαμάρουμε.

Sarah: Είχε σκοπό να αναδύει κάτι σκοτεινό: όπως ακριβώς τα συντρίμμια μια πόλης σιγοκαίουν για ώρες μετά από την εισβολή βαρβάρων, με τους τελευταίους να είναι κύριοι υπεύθυνοι για την καταστροφή της.

Το demo σας λοιπόν κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2018. Που το ηχογραφήσατε και πόσο καιρό σας πήρε να ολοκληρώσετε τις ηχογραφήσεις;

Collin: Το demo το ηχογραφήσαμε στην πόλη που μεγάλωσα, το Morrison του Illinois, σε ένα ντόπιο στούντιο. Σχεδόν τα πάντα από ηχογραφήσεις για το demo έγιναν σε ενα 8ωρο session εκεί, σε μία μέρα. Την προηγούμενη νύχτα προβάραμε μαζί με τον μπασίστα μας (για το album) στο υπόγειό μου. Ήταν σχεδόν απίστευτο το πόσο καλά έδεσαν όλα εκείνο το σαββατοκύριακο καθώς ήταν η πρώτη φορά που παίζαμε όλοι μαζί. Μετά την τελικά πρόβα στείλαμε το demo σε ένα φίλο της Sarah και του Vincent στο Calgary για τη μίξη και το mastering.

Πόσα ολοκληρωμένα κομμάτια είχατε τότε, τις ημέρες του demo του 2018; Είχατε, επίσης, μπει στη διαδικασία επιλογής των 3 εκείνων κομματιών που εμφανίζονται στο demo και αν ναι, ποια ήταν τα κύρια κριτήριά σας για την επιλογή των συγκεκριμένων κομματιών που επιλέχθηκαν;

Vincent: Πριν ηχογραφήσουμε το demo, τα ‘The Sword Woman’ και ‘Voyage’ ήταν τα μόνα ολοκληρωμένα κομμάτια. Μια πρώιμη εκδοχή του ‘Black God’s Kiss’ ήταν σχεδόν ηχογραφημένη για το demo αλλά δεν είχαμε το χρόνο που χρειαζόταν στο στούντιο και δεν ήμουν τελείως ικανοποιημένος με τη συγκεκριμένη εκδοχή του κομματιού.

Πως ήρθατε σε επαφή με την Hoove Child Records? Είσαστε ευχαριστημένοι με την κόπια της κασέτας του demo σας;

Collin: Ο ιδιοκτήτης της Hoove Child Records, ο Patrick, έχει υπάρξει καλός μου φίλος για αρκετό καιρό. Όταν ολοκληρώσαμε το demo και ψάχναμε για δισκογραφικές, επικοινώνησα με τον Patrick για να προωθήσω τα κομμάτια, καθώς γνώριζα πως έψαχνε για καινούριες μπάντες να προσθέσει στη δισκογραφική του. Αμέσως έδειξε ενδιαφέρον και μας παρουσίασε ένα τέλειο deal για την κυκλοφορία του. Ήμασταν σίγουρα απολύτως ικανοποιημένοι με την κυκλοφορία σε κασέτα, ήταν πολύ ωραία στο μάτι και έγινε με τον δέοντα επαγγελματισμό. Ομολογώ δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω αρκετά, είναι πάντα ευχαρίστηση να δουλεύεις μαζί του.

Το Νοέμβριο του 2018 η Hoove Child κυκλοφορεί δύο τραγούδια από το demo σας σε έν 7ιντσο. Πώς και το ‘The Queen Is Gone’ έμεινε εκτός; Φαντάζομαι δεν υπήρξε αρκετός χώρος στο 7αρι, σωστά;

Collin: Ακριβώς. Πρόκειται απλώς για την απουσία του απαιτούμενου χώρου στο 7ιντσο και στην τελική, προτιμώνται οι αυθεντικές συνθέσεις και δευτερευόντως bonus tracks και τα συναφή.

Μιας και γίνεται λόγος για το ‘The Queen Is Gone’, στην πραγματικότητα πρόκειται για το tribute σας στους Κολομβιανούς Nightmare; Παρακαλώ μοιραστείτε κάποιες πληροφορίες σχετικά με την εκδοχή/cover σας του ‘The King Is Gone’ από αυτούς…

Vincent: Σωστά. H Sarah κι εγώ τζαμάραμε το συγκεκριμένο κομμάτι από τo ξεκίνημά μας, το 2013. Είχα συμπεριλάβει το τραγούδι σε ένα Doom mix tape των ημερών και μετά η Sarah πρότεινε να το κάνουμε cover.

Sarah: Λατρεύω το ‘The King Is Gone’. Ως ντράμερ (τότε), μου φάνηκε πολύ απολαυστικό να το παίζω. Ο Vincent το τραγουδούσε, οπότε μόλις ανέλαβα τα φωνητικά όταν μετακομίσαμε στο Toronto, έγινε αγαπημένο, έπρεπε ωστόσο να το αλλάξω για να εκφράζει την οπτική της βάρβαρης βασίλισσας που κατέκτησε το demo μας.

H κασέτα και το το 7αρι σαν εκδοχές έχουν διαφορετικά εξώφυλλα. Γνωρίζω ότι είστε πολύ σχολαστικοί με το αισθητικό κομμάτι των κυκλοφοριών σας, υπηρετώντας το γενικότερο concept, θα ήθελα, λοιπόν, ένα μικρό σχόλιο σχετικά με τις δύο εκδοχές των εξωφύλλων.

Sarah: Σίγουρα θέλαμε να έχουμε διαφορετικά εξώφυλλα ώστε να είναι πιο θελκτικά για τους fans, και όχι μόνο αυτό, αλλά ώστε να αναδεικνύεται η παραγωγή στην οποία έγινε remastering (σημειωτέων απαιτείται ειδικό master για το βινύλιο). Το εξώφυλλο της κασέτας ζωγράφισε ο φίλος μας Craig Reid, ενώ το 7ιντσο είχε μια εικόνα από το βιβλίο “The Sword Woman”, για την οποία πήραμε την άδεια του Stephen Fabian. Είμαι αρκετά ικανοποιημένη με κάθε εκδοχή. Καθεμία προσφέρει κάτι μοναδικό, ένα καλαίσθητο artwork (το οποίο για μένα είναι το πλέον ουσιαστικό και ζωτικής σημασίας στοιχείο του heavy metal).

Το demo, λοιπόν, προκάλεσε μεγάλη επίδραση. Και όσοι δεν το γνώριζαν, πιθανώς ανακάλυψαν τη μπάντα μέσα από το 7″. Το επόμενο κεφάλαιο ήταν μια συμφωνία με την Cruz Del Sur Music και ένα full length album. Κάποιες λεπτομέρειες για αυτό το άλμα προς τα εμπρός;

Adam: Συναντήσαμε τον Enrico της Cruz Del Sur όταν παίξαμε το φεστιβάλ Hammer of Doom στη Γερμανία. Απίστευτο φεστιβάλ! Ήταν τιμή να μοιραστώ τη σκηνή με συγκροτήματα όπως οι Coven και οι Sorcerer και ήταν επίσης μια μεγάλη ευκαιρία να δείξουμε στο Enrico το πώς παίζουμε live και τη δέσμευσή μας να πάμε την μπάντα όπου κλείνονται καλές συναυλίες. Το timing ήταν επίσης καλό: Είχαμε μόλις τελειώσει την ηχογράφηση του άλμπουμ, οπότε ήμασταν έτοιμοι να προχωρήσουμε στην συμφωνία με δισκογραφικές.

Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να κυκλοφορήσετε ένα demo, αλλά ολοκληρώσατε όλο το full length σας σε σχεδόν ένα χρόνο. Τι άλλαξε;

Adam: Μέχρι τη στιγμή που μπήκα στο συγκρότημα, το demo είχε ηχογραφηθεί, αλλά δεν κυκλοφόρησε και τα περισσότερα από τα τραγούδια για το full length  ήταν ήδη γραμμένα. Η Sarah έχει κάνει σπουδαία δουλειά στη διοίκηση της μπάντας και μέρος της οφείλεται στην υπομονή της και τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό – η ίδια και ο Vincent πέρασαν πολύ χρόνο προετοιμάζοντας το υλικό και αναζητώντας το σωστό line-up μαζί πριν προχωρήσουν με τα μπούνια σε πράγματα όπως η ηχογραφήσεις και τα live shows. Τώρα που όλα τα μέλη της μπάντας συνεισφέρουν νέο υλικό, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να διατηρήσουμε τον τρέχοντα ρυθμό και στην πραγματικότητα πολλά νέα τραγούδια έχουν ήδη γραφτεί στο μεγαλύτερο μέρος τους.

Ας προχωρήσουμε λοιπόν στο άλμπουμ. Περιλαμβάνει τα ‘The Sword Woman’ και ‘Voyage…’ από το demo. Αυτές είναι εκ νέου ηχογραφημένες εκδοχές, σωστά;

Collin: Ναι, αποφασίσαμε να ξαναγράψουμε αυτά τα κομμάτια γιατί αισθανθήκαμε ότι τους άξιζε μια επιπλέον θέση μέσα στο album και ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα μαζί τους μουσικά. Οι αλλαγές που κάναμε ήταν μικρές, αλλά προσωπικά αισθάνομαι ότι προσέθεσαν στα τραγούδια. Επιπλέον, όταν ακούσαμε τα κομμάτια με την δουλειά στην παραγωγή του Arthur ήταν τέλεια!

Sarah: Το ‘The Sword Woman’ έχει τις σημαντικότερες διαφορές από το demo. Είναι πιο αργό, πολύ πιο θεατρικό και, κυρίως…τώρα είναι όπως θέλω να είναι αυτό το τραγούδι. Έγραψα το μεγαλύτερο μέρος αυτού του τραγουδιού, ενώ ο Vincent έγραψε το ‘ Voyage…’. Έτσι, ήταν σημαντικό και για τους δυο μας να δώσουμε στα τραγούδια μας τον ήχο που θεωρούσαμε ότι άξιζαν!

Πού το γράψατε και σε πόσες ημέρες ολοκληρώθηκαν οι ηχογραφήσεις;

Collin: Με τον Kevin γράψαμε τα κομμάτια μας του άλμπουμ στο Swift Road Studios που βρίσκεται έξω από το Σικάγο. Σχεδόν ολοκληρώσαμε τα μέρη μας σε διάστημα δύο ημερών (με μερικές εβδομάδες διαφορά στο μεταξύ). Ήμασταν πολύ ικανοποιημένοι με τα αποτελέσματα της (συν)εργασίας στο συγκεκριμένο στούντιο, βγάλαμε κάποιους πραγματικά σπουδαίους ήχους εκεί και μάλιστα ο ηχολήπτης, ο Vincent, ήταν ένα όνειρο να δουλέψεις μαζί του.

Adam: Η Sarah, ο Vincent κι εγώ γράψαμε τα μέρη μας στο Τορόντο με τον John Dinsmore στο Lincoln County Social Club. Είχαμε κλείσει για τρεις μέρες και τελείωσα με όλα τα κομμάτια στο μπάσο  την πρώτη μέρα. Μετά έφυγα τρέχοντας σχεδόν για Μόντρεαλ στο Québec Deathfest να δω τους Autopsy οι οποίοι όταν ανέλαβαν έκλεισε η υπόθεση με τον καλύτερο τρόπο.

Με τα  δικά σας λόγια, πώς θα περιγράφατε τη μουσική της μπάντας σε κάποιον που δεν σας έχει ακούσει ποτέ;

Collin: Θα περιγράφαμε απλώς τη μουσική μας ως epic metal. Παρόλο που ξεκινήσαμε με ένα όραμα περισσότερο σαν doom μπάντα, νομίζω ότι η μουσική εξελίχθηκε φυσικά σε κάτι διαφορετικό. Εκτός από το ότι είμαστε τεράστιοι οπαδοί του doom, μας αρέσει πολύ επίσης το power metal, καθώς και το θλιβερό epic metal της εποχής μας (Manilla Road, Brocas Helm, Warlord, Cirith Ungol κλπ.). Τα doom στοιχεία  του ήχου μας είναι αναμφισβήτητα ακόμα εκεί (βλέπε ‘Black God’s Kiss’), αλλά δεν νομίζω ότι μπορούμε να πούμε ότι είμαστε doom μπάντα μέχρι το κόκαλο. Έτσι, πάλι θα έλεγα απλά ότι κινούμαστε στο epic metal.

Το άλμπουμ είχε εκπληκτικό εξώφυλλο. Συνεπώς αφιερώστε λίγο χρόνο και μιλήστε μας γι’αυτό.

Vincent: Βρήκαμε τη ζωγραφιά σε ένα βιβλίο τέχνης του Michael Whelan που αγόρασα πριν από λίγα χρόνια και η Sarah αποφάσισε ότι θα ήταν εξώφυλλο του άλμπουμ τη στιγμή που το είδε. Είναι αρκετά πομπώδες καλλιτέχνημα, πράγμα που ενσωματώνει τέλεια τη θεματική του  άλμπουμ.

Είμαι βέβαιος ότι το εξώφυλλο αντιπροσωπεύει τους στίχους και τον τίτλο του άλμπουμ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οπότε πείτε μας λίγο για το γενικό στιχουργικό concept του άλμπουμ και την κληρονομιά των Smoulder γενικά.

Vincent: Ενώ κανένα από τα τραγούδια στο άλμπουμ δεν αναφέρεται απευθείας στο εξώφυλλο, ο τίτλος του άλμπουμ αναφέρεται στο μαύρο φιλί του Θεού με τη γραμμή: «Δώρο ενός δαίμονα που αποκτήθηκε σε ένα όνειρο, κρύο και δυσοίωνο, άγριο και άσεμνο».

Sarah: Η λυρική ιδέα είναι δύσκολο να συνοψιστεί σύντομα. Ουσιαστικά, αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να μιλήσω για ιστορίες σχετικά με τους ανεμοδαρμένους ήρωες που κραδαίνουν σπαθιά και να αναδείξω την λανθασμένη φύση αυτών των ηρώων. Συχνά, νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουν χαρακτηρίσει εσφαλμένα τις ιστορίες για σπαθιά και μαγεία ως απερίσκεπτες σφαγές. Φυσικά, υπάρχουν τεκμήρια ως προς αυτό…αλλά γενικά, αυτοί οι χαρακτήρες είναι μάλλον ελαττωματικοί ή ψεγαδιασμένοι. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι δεν υπάρχουν αβοήθητα θύματα σε αυτήν την ιστορία που χρειάζονται να σωθούν.

Πώς εργάζεστε ως συγκρότημα; Μένετε κοντά και προβάρετε σε στάνταρ χρόνο ή τι; Έχω διαβάσει αυτό το σχόλιό σας «Αυτή είναι η πρώτη φορά που όλοι οι πέντε μας βρισκόμασταν στο ίδιο δωμάτιο μετά από ένα χρόνο σχεδόν» σε μια φωτογραφία της μπάντας στο Facebook, ενώ μάλλον προβάρατε για το “Legions Of Metal”, η οποία με έκανε να αναρωτηθώ….

Kevin: Τρεις από μας ζουν στο Τορόντο και οι άλλοι δύο ζουν στο Illinois. Αυτό φυσικά οδηγεί στο να επικοινωνούμε και να συνεργαζόμαστε διαδυκτιακά κυρίως. Μοιραζόμαστε ιδέες για τραγούδια, νέα και άλλα happenings μέσω του Facebook, Messenger. Όταν κανονίζουμε μια συναυλία, συνήθως θα αφιερώσουμε χρόνο για να κάνουμε πρόβες για το σετ για μια μέρα ή δύο – έχει περιστασιακά χρειαστεί να αναζητήσουμε συμπληρωματικά μέλη. Μετά τις εμφανίσεις, παίζουμε και πηγαίνει ο καθένας το δρόμο του. Γράφουμε όλη τη μουσική μας χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά προγράμματα σύνθεσης που μας επιτρέπουν να προβάρουμε και να προετοιμαζόμαστε μεμονωμένα. Είναι ατυχές το γεγονός ότι δεν μπορούμε όλοι να συναντιόμαστε περισσότερο πλέον, αλλά κάνουμε το καλύτερο δυνατό, δεδομένης της κατάστασης.

Τι συμβαίνει με τις ζωντανές εμφανίσεις; Καταφέρνετε να μεταφέρετε τη σκοτεινή μαγεία των δικών σας, studio έργων στη σκηνή;

Kevin: Έχουμε λάβει θετικές αποκρίσεις για τις ζωντανές εμφανίσεις μας μέχρι στιγμής. Στην αρχή η σκηνική παρουσία μας χρειάστηκε δουλειά, αλλά αυτό έχει βελτιωθεί καθώς έχουμε παίξει μερικές συναυλίες. Μουσικά πάντα δέναμε μαζί πολύ ωραία, πράγμα το οποίο αποτελεί απόδειξη του κόπου και της προετοιμασίας της μουσικής μας, ως μεμονωμένοι μουσικοί. Θυμάμαι την πρώτη μας πρόβα σαν συγκρότημα, και ήμασταν έκπληκτοι ακόμη για το πόσο καλά η μουσική ρέει ακόμα και χωρίς να έχουμε παίξει μαζί πριν.

Δύο ερωτήσεις για τον Shon: Γιατί αποχώρησες από τους Manacle;

Vincent: Είχα αποφασίσει ότι ήθελα να επικεντρωθώ αποκλειστικά στους Smoulder και στους Ezra Brooks. Ήξερα ότι θα δυσκολευόμουν να εξισορροπώ τα τρία συγκροτήματα, ειδικά όταν κατάλαβα ότι οι Manacle θα ξεκινούσαν αναμφισβήτητα να δέχονται προσφορές για φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο.

Και τι γίνεται με τους Ezra Brooks. Το τελευταίο split κασετάκι ήταν εκπληκτικό. Nα περιμένουμε περισσότερα;

Vincent: Σε ευχαριστώ! Ο στόχος μου είναι να βγάλουμε full lenght σε ένα χρόνο με δύο. Έχω κάποιες μεγάλες ιδέες βέβαια και έτσι μπορεί να διαρκέσει περισσότερο! Τούτου λεχθέντος, σκοπεύω να έχω άλλες μικρότερες κυκλοφορίες, μία ή δύο, πριν από αυτό.

Πως σας φαίνεται η εμπειρία της θετικής ανταπόκρισης από τους fans, τον τύπο, οι λοιπές προτάσεις για live και των sold out προπαραγγελιών. Περιμένατε τη συγκεκριμένη αντίδραση; Είχατε προετοιμαστεί καθόλου;

Vincent: Είμαστε άναυδοι από την ανταπόκριση όλων. Κανείς δεν περίμενε την συγκεκριμένη θετική προσοχή και ήταν μια καινούρια εμπειρία για όλους μας το πως να τη διαχειριστούμε.

Τι θα φέρει το μέλλον για τους Smoulder;

Kevin: Πιστεύω το άμεσο μέλλον θα είμαστε προσανατολισμένοι στο να βρούμε/παίζουμε συναυλίες. Έχουμε ένα show τον Αύγουστο στο Toronto στο οποίο ανοίγουμε για τους Pagan Altar, και είμαστε ήδη στο bill για το Up The Hammers στην Ελλάδα την επόμενη άνοιξη. Δε θέλουμε να πούμε πολλά, μόνο ότι έχουμε αρχίσει συζητήσεις περί το που θέλουμε να κατευθυνθούμε με τις επόμενες δύο κυκλοφορίες, συμπεριλαμβανομένου ενός δεύτερου album. Στο παρόν παίρνουμε το χρόνο μας για να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε την πρόσφατη επιτυχία του album και της εμπειρίας στο Legions Of Metal.

ΟΚ. Αυτά προς το παρόν. Μπορείτε να κλείσετε τη συνέντευξη όπως επιθυμείτε. Ίσως με ένα μήνυμα για τους αναγνώστες μας.

Sarah: Ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη.