Είμαστε εδώ σήμερα με τον Lars Nedland να μιλήσουμε για τη νέα του μπάντα, τους White Void, που κυκλοφόρησαν πριν λίγες ημέρες το πρώτο τους άλμπουμ, ‘Anti’.

Γεια σου Lars, πώς πάει;

Γεια σου! Είμαι καλά, ευχαριστώ!  Δεδομένων των συνθηκών της πανδημίας, καλά. Είμαι φρόνιμος, μένω κυρίως στο σπίτι. [γέλια]

Lars, είσαι ευρέως γνωστός στο κοινό από τους Borknagar και Solefald. Υποθέτω ότι το κοινό σου περίμενε ένα ακόμη black ή progressive black metal άλμπουμ. Παρά ταύτα, οι White Void μπορούν να χαρακτηριστούν περισσότερο ως μία 70s rock μπάντα, σωστά; Θα ήθελες να μας πεις περισσότερα για το νέο σου project;

Ναι, φυσικά. Οι ακροατές μου σίγουρα περίμεναν να κάνω κάτι, ξέρεις, μέσα στο πλαίσιο του black metal ιδιώματος, αλλά ακούω πολλή μουσική όλη μου τη ζωή και απλά πιστεύω ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για να εκφράσω μερικές από αυτές τις επιρροές και να τις εξωτερικεύσω μουσικά μ’ αυτή τη νέα δουλειά. Έτσι, αυτό το άλμπουμ προσιδιάζει πολύ περισσότερο στο ροκ της δεκαετίας του ’70, καθώς και στο  new-wave της δεκαετίας των 80’s και τις αγγλικές μπάντες που το καθόρισαν. Εάν κάποιος δεν ήταν εξοικειωμένος και δεν είχε ακούσει καθόλου την προηγούμενή μου δουλειά, θεωρώ πως αν απλώς άκουγε ένα τραγούδι των White Void, σίγουρα θα μας κατέτασσε αυτή τη μουσική προσέγγιση που μόλις σου περιέγραψα.

Όλοι έχουμε αντίληψη της έννοιας ‘Black Void’ ή ‘Great Void’. Ανά τις δεκαετίες προσδιορίζεται είτε ως εναρκτήριο είτε ως ακροτελεύτιο σημείο ολόκληρης της ύπαρξής μας. Εντούτοις, επέλεξες το ‘White Void’ ως όνομα της μπάντας. Σίγουρα δεν το επέλεξες τυχαία, θα υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες… θα ήθελες να μας πεις ποια είναι αυτή;

Ναι, όπως είπες, το ‘Black Void’ είναι το σημείο από το οποίο προερχόμαστε, αλλά ταυτόχρονα και το σημείο στο οποίο κατευθυνόμαστε. Προερχόμαστε από το ‘Black Void’, το σημείο της ανυπαρξίας δηλαδή. Εισερχόμενοι δε στην κατάσταση της ίδιας μας της ύπαρξής παραμένουμε σ’ αυτήν για μερικά χρόνια και μετά επιστρέφουμε στο ‘Black Void’. Η έννοια του ‘White Void’ είναι ακριβώς αυτό το κενό ανάμεσα σ’ αυτή μας την πορεία.

Από τη δομή του ‘Anti’ αλλά και τη θεματολογία των στίχων, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα θεματικό άλμπουμ με προφανείς φιλοσοφικές αναφορές. Από πού εμπνεύστηκες;

Στην πραγματικότητα το άλμπουμ βασίζεται στη φιλοσοφία/θεωρία του παράλογου (ή παραλογισμού), όπως αυτή διατυπώνεται από τον Albert Camu. Το σημείο αναφοράς της θεωρίας του παράλογου είναι η απόσταση που διαχωρίζει αυτό που χρειαζόμαστε ως άνθρωποι, αναφορικά πάντα στην πορεία που έχουμε επιλέξει στη ζωή μας, και αυτό τελικά το σύμπαν μας φέρνει. Ξέρεις, ως άνθρωποι χρειαζόμαστε μια κατεύθυνση, ωστόσο το σύμπαν παρέχει απλά και μόνο το πεδίο της ίδιας μας της ύπαρξης. Έτσι, η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που χρειαζόμαστε και σε αυτό που έχουμε, είναι το ‘White Void’. Αυτό προσπαθούμε να γεφυρώσουμε, ακριβώς αυτό το κενό. Στον παραλογισμό δεν υπάρχει σημασιολογικός λόγος που βρισκόμαστε στο σύμπαν. Δεν υπάρχει κανένας σκοπός. Φυσικά, υπάρχουν και πολλοί άλλοι φιλόσοφοι που πραγματεύτηκαν το ίδιο ζήτημα. Για παράδειγμα, υπάρχει η θεωρία του μηδενισμού του Νίτσε, η οποία ισχυρίζεται ότι υπάρχει μόνο το τέλος στην ύπαρξη. Ενώ, υπάρχει και ο υπαρξισμός, θερμός υποστηρικτής του οποίου υπήρξε ο Kierkegaard, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ναι η ύπαρξη είναι παράλογη, αλλά τουλάχιστον έχουμε τον Θεό, τείνοντας στην αναπλήρωση αυτού του κενού με τη θρησκεία. Ακόμη, ο Jean-Paul Sartre έχει επίσης διατυπώσει μία ενδιαφέρουσα θεωρία επί του ίδιου ζητήματος, παραδεχόμενος ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το βάρος της ύπαρξης είναι η αυτοκτονία. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι αυτό είναι μια καλή λύση [γέλια]. Μου αρέσει περισσότερο η προσέγγιση που έχει ο Camu επειδή δηλώνει ότι είναι γεγονός πως η ύπαρξή μας είναι παράλογη, ότι η ίδια μας η ζωή είναι παράλογη, αλλά αυτό είναι κάτι το οποίο μπορείς να το αντιμετωπίσεις απλά προσπαθώντας να το αποδεχθείς, να αποδεχθείς δηλαδή το γεγονός ότι μπορείς να ξεφύγεις από τον παραλογισμό της ύπαρξης και έτσι σταματάς να το πολεμάς  και ελευθερώνεσαι. Αυτή είναι λοιπόν η κύρια θεματική του άλμπουμ και στοχεύει ακριβώς στο να αναδείξει ότι η ίδια η παραδοχή του γεγονότος ότι η ύπαρξή μας είναι κάτι το παράλογο είναι και ταυτόχρονα και η διέξοδος από τον ίδιο της τον παραλογισμό.

Τι συμβολίζει ο τίτλος του άλμπουμ – ‘Anti’;

Ο τίτλος συνδέεται με όλα όσα σου είπα.  Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με το παραλογισμό και δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ αυτό, νιώθεις άσχημα. Ο Camu λέει ότι δεν χρειάζεται να είναι αρνητικό αυτό το συναίσθημα, υποστηρίζει ότι μπορείς να το αντιπαρέλθεις. Το ‘Anti’ είναι μια ενδιαφέρουσα λέξη, στην πραγματικότητα ένα πρόθεμα και δεν έχει κανένα ακριβές νόημα μέχρι να τεθεί ως συνοδεία σε μια άλλη λέξη. Βάζεις κάτι αρνητικό μετά το Anti και γίνεται θετικό, και το αντίστροφο. Έτσι συνδέεται με τον παραλογισμό. Σκέφτηκα ότι ήταν μία δίοδος προς αυτόν τον τρόπο σκέψης. Δεν υπήρχε θεωρώ πιο άρτιο μέσο για να προϊδεάσω τους ακροατές για το περί τίνος πραγματεύεται το άλμπουμ.

Καταλαβαίνω απόλυτα αυτό που λες… άλλωστε το «αντί» είναι πρόθεμα ελληνικής προέλευσης! Είναι εκπληκτικό πάντως πως ό,τι έχει να κάνει με το άλμπουμ συνδέεται με τη θεωρία του παραλογισμού… Το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι επίσης “προβοκατόρικο”… Τι συμβολίζει; Εάν δεν κάνω λάθος, η φιγούρα πρωταγωνιστεί και στο video του «This Apocalypse is For You».

Ναι αυτό είναι αλήθεια! Είναι μια ελαιογραφία από έναν Νεοζηλανδό καλλιτέχνη ονόματι Geremy Geddes. Ο Geremy έχει δημιουργήσει μία σειρά από πίνακες στους οποίους πρωταγωνιστεί ο ίδιος κοσμοναύτης, όπως τον αποκαλεί, χρησιμοποιεί τη ρωσική λέξη για την απόδοση του αστροναύτη. Σε όλους τους πίνακές του θέτει τον κοσμοναύτη σε ένα πλαίσιο παράλογων περιστάσεων. Πολύ συχνά τον τοποθετεί σ’ ένα αστικό περιβάλλον,  ή σε μέρη και καταστάσεις πολύ περίεργες, έχεις πάντα την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά στα έργα του. Αυτός που κοσμεί το εξώφυλλό μας είναι ο πίνακάς του ονόματι “drift” και είναι πολύ απλός. Καταφέρνει να συλλάβει αυτόν τον παραλογισμό γιατί προφανώς βλέπει τον κοσμοναύτη σαν να πετάει, στην πραγματικότητα ωθεί τον αέρα, αντί να έλκεται από την βαρύτητα. Είναι ένας πίνακας που περιγράφει μια αλλοπρόσαλλη εικόνα. Αυτός ακριβώς είναι ο παραλογισμός. Αυτό είναι το White Void. Γι’ αυτό επιλέξαμε αυτό το εξώφυλλο για το άλμπουμ.

Lars είναι εμφανές ότι σου αρέσει να πειραματίζεσαι μουσικά, υποθέτω ότι αυτό απαιτεί ένα πολύ ευρύ μουσικό υπόβαθρο. Μίλησε μας λίγο για τις προσωπικές σου επιρροές. Τα λοιπά μέλη της μπάντας κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με σένα μουσικά;

Όχι, τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας έχουν τελείως διαφορετικό μουσικό υπόβαθρο από εμένα. Προσωπικά, ασχολήθηκα  περισσότερο έως τώρα με το black και progressive metal κίνημα εδώ στη Νορβηγία. Επίσης, ασχολήθηκα και με την avant garde μουσική αλλά πάντα συνυφασμένη με το μέταλ. Μουσικά είμαι πολύ εκλεκτικός. Συλλέγω μουσική όλη μου τη ζωή, οπότε έχω περίπου 3.000 βινύλια, 6000 cd, η μουσική είναι παντού στο χώρο μου. Μου αρέσει επίσης η τζαζ, ακόμη και η ηλεκτρονική μουσική. Ακούω φολκλόρ και διεθνή μουσική, πάντα παράλληλα με τη μέταλ. Βέβαια, μεγάλωσα με ροκ συγκροτήματα – από τη δεκαετία του εβδομήντα – και progressive rock συγκροτήματα, όπως King Crimson (συγκροτήματα δεκαετίας του ’60, και αρχές ’70). Ακούω επίσης pop. Στην πραγματικότητα, ακούω κάθε είδους μουσική, μου αρέσει η μουσική.

Τα υπόλοιπα μέλη έχουν διαφορετικές μουσικές καταβολές. Ο κιθαρίστας μας προέρχεται από το χώρο των blues. Έχει έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο που χειρίζεται την κιθάρα του.

Πράγματι, άλλωστε είναι τόσο εμφανές στα σόλο….

Ναι ακριβώς αυτό! Έχει καταπληκτικό αυτί. Μπορεί να γεφυρώσει όλα τα άλλα μουσικά μέρη, ξέρεις, με το τρόπο που παίζει τα σόλο. Ο ντράμερ μας [Tobias], προέρχεται από τη τζαζ και τη fusion. Μπορεί επίσης να παίξει black metal, αλλά οι τεχνικές του δεν είναι καθόλου black metal. Ο μπασίστας μας προέρχεται από την ηλεκτρονική μουσική. Έχει ένα πρότζεκτ, τους Kubi, που είναι αρκετά διαδεδομένο. Πολλοί ακροατές ακολουθούν αυτό το μινιμαλιστικό κίνημα της electro. Επομένως, όλοι έχουμε πολύ διαφορετικό τρόπο σκέψης και μουσικής αντίληψης και αυτό αποδείχθηκε ένα μεγάλο πλεονέκτημα για εμάς στην πορεία. Σ’ αυτό το άλμπουμ, όταν έγραψα τα τραγούδια, δεν ήθελα σε καμία περίπτωση το αποτέλεσμα να είναι αμιγώς μέταλ. Ήθελα να βασίζεται στη ροκ, οπότε ήταν πολύ βοηθητικό να έχω δίπλα μου μουσικούς που δεν προέρχονταν από τον ίδιο μουσικό χώρο.

Ο δίσκος χαρακτηρίζεται από μία ιδιαίτερη μουσική πολυπλοκότητα…  Μίλησε μας αν θες λίγο για τη σύνθεση των κομματιών, αλλά και  την ίδια την ηχογράφηση του άλμπουμ. Σίγουρα θα κινήθηκες διαφορετικά, δεδομένου ότι μιλάμε για νέα μπάντα και νέο υλικό. Επίσης, ο παραγωγός σας αυτή τη φορά είναι ο Øystein Brun, ο πάνω από είκοσι χρόνια συνοδοιπόρος σου στους Borknagar. Πώς πήγε αυτό;

Είναι καταπληκτικό, αλλά θα μιλήσω πρώτα για τη διαδικασία συγγραφής. Βγήκε φυσικά, γιατί το όλο πράγμα ξεκίνησε γράφοντας μερικά κομμάτια που δεν ταίριαζαν στο ύφος από καμία από τις μπάντες μου. Στην πορεία ανακάλυψα ότι είχαν την ίδια μουσική βάση, δηλαδή rock 70’s riff και μελωδικότητα new wave. Έτσι ξεκίνησε αυτό το νέο άλμπουμ. Έγραψα όλα τα κομμάτια πριν μαζέψω το συγκρότημα για να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Στην πραγματικότητα, δεν είχα ακριβές σχέδιο όταν άρχισα να γράφω μουσική. Απλώς είχα αυτή την έμφυτη ανάγκη να γράψω, ξέρεις. Όταν ήδη είχα γράψει όλο το υλικό αποφάσισα να κάνω ένα νέο συγκρότημα, δεν ήθελα να είναι ένα είδος σόλο πρότζεκτ, ήθελα να βρω ένα νέο μουσικό σχήμα. Έτσι έψαξα να βρω μουσικούς με διαφορετικό υπόβαθρο από εμένα. Όλοι προσέγγισαν με το δικό τους τρόπο τα κομμάτια που είχα γράψει. Ειδικά ο κιθαρίστας έδωσε μια νέα διάσταση.

Τώρα… ως προς την ηχογράφηση… το άλμπουμ ηχογραφήθηκε με ανορθόδοξο τρόπο, λίγο από εδώ και λίγο από εκεί, για περίπου ένα χρόνο αν δεν κάνω λάθος. Ευτυχώς, όλοι έχουμε δικά μας στούντιο στο σπίτι και αυτό βοήθησε πολύ. Κάποια μέρη λοιπόν ηχογραφήθηκαν από κοινού, ενώ άλλα από τον καθένα μόνο του. Σχετικά με τον Oyster Brun από τους Borknagar, καλό φίλο και συνεργάτη για πάνω από είκοσι χρόνια, εκείνος δημιούργησε το δικό του στούντιο πριν από περίπου τρία χρόνια και κάνει εξαιρετική δουλειά. Έτσι, καταλήξαμε σ’ αυτήν τη συνεργασία στις αρχές του 2020. Γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον τόσο καλά και η μεταξύ μας δυναμική είναι ασύλληπτη. Κατανοεί απόλυτα τον τρόπο που σκέφτομαι, και ξέρει πως θα ήθελα ιδανικά να είναι η παραγωγή. Ήταν να φύγουμε για περιοδεία στην Αμερική με τους Borknagar. Άκου τώρα σύμπτωση, χαχα, το ‘Anti’ κυκλοφόρησε στις 12 Μαρτίου, ενώ την ίδια ακριβώς ημερομηνία πέρυσι ήταν να φύγουμε για τις ΗΠΑ, αλλά η περιοδεία ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας. Είπα λοιπόν, αντί για την περιοδεία των πέντε εβδομάδων, έπρεπε να εστιάσουμε και να κάνουμε κάτι θετικό και δημιουργικό. Γιατί να μην ασχοληθούμε με την παραγωγή του άλμπουμ των White Void, είπα; Έτσι και έγινε, είχαμε ένα άλμπουμ σχεδόν έτοιμο! Να και κάτι θετικό εν μέσω πανδημίας.

Έχεις κάποιο κομμάτι που ξεχωρίζεις από το νέο σας υλικό; Ποιο είναι το πιο αντιπροσωπευτικό για τον ήχο και ύφος της μπάντας;

Είναι πάντα δύσκολο να διαλέξεις το αγαπημένο σου. Είναι σαν να ξεχωρίζεις κάποιο από τα παιδιά σου [γέλια]. Αλλά δεν ξέρω… το πιο αντιπροσωπευτικό υποθέτω είναι το πρώτο single ‘Do Not Sleep’. Το επιλέξαμε ακριβώς γιατί είναι αντιπροσωπευτικό. Ένα από τα τραγούδια με το οποίο είμαι πιο κοντά, τουλάχιστον τώρα, είναι το ‘Where you go, you bring nothing’ γιατί είναι πολύ διαφορετικό από ό,τι έχω κάνει πριν. Είναι σαν να εξερευνώ μια νέα περιοχή, τόσο συνθετικά όσο και σε επίπεδο φωνητικών. Για παράδειγμα, οι μπαλάντες ήταν πραγματικά ξένες για μένα.

Υπάρχουν σκέψεις για live streaming συναυλία ή κάτι παρόμοιο; Έχετε προχωρήσει καθόλου στη σύνθεση νέου υλικού;

Έχω γράψει ήδη όλο το δεύτερο άλμπουμ [γέλια]. Τι έπρεπε να κάνω με όλον αυτόν τον ελεύθερο χρόνο; Ήμουν ήδη πολύ παραγωγικός κι έτσι έγραψα και το δεύτερο άλμπουμ [γέλια]. Όσον αφορά τις ζωντανές εμφανίσεις, έχουμε υπογράψει με μια πολύ καλή εταιρεία και έχουμε σχέδια τόσο για φεστιβάλ όσο και για περιοδείες, αλλά η πιθανότητα να συμβεί οτιδήποτε μέσα στο επόμενο έτος είναι πολύ μικρή. Υποθέτω όμως ότι θα γίνει τουλάχιστον μια ευρωπαϊκή περιοδεία και μερικά φεστιβάλ μέσα στα επόμενα χρόνια.

Μην ξεχάσετε να έρθετε και Ελλάδα!

Ναι, ως προς αυτό… Ήταν να έρθω στην Ελλάδα με τους Borknagar, τον Αύγουστο του 2020. Θα παίζαμε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά φυσικά τα σχέδια άλλαξαν λόγω πανδημίας. Σας οφείλω λοιπόν σε μια επίσκεψη. Θέλω πραγματικά να παίξω Ελλάδα.

Έχεις έρθει ωστόσο Ελλάδα;

Ω ναι, πολλές φορές, αγαπώ την Ελλάδα, αλλά δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να παίξω εκεί. Έχω πάει Αθήνα, Θεσσαλονίκη και σε μερικά νησιά, αλλά είμαι περισσότερο τύπος της πόλης, οπότε προτιμώ γενικά την Αθήνα.

Αυτά από εμένα, θες να στείλεις κάποιο τελευταίο μήνυμα;

Νομίζω ότι καλύψαμε σχεδόν τα πάντα. Και πάλι, είμαι πραγματικά λυπημένος που δεν ήρθα στην Ελλάδα να παίξω πέρυσι και θέλω πραγματικά να έρθω και με τους Borknagar και με τους White Void.

Ανυπομονούμε!

Το ίδιο και εγώ!

Σ’ ευχαριστώ πολύ Lars για το χρόνο σου και τη συνέντευξη αυτή, ήταν πραγματικά χαρά μου.

Σ’ ευχαριστώ πολύ, εκτιμώ το χρόνο σου.