Οι αμερικανοί Jag Panzer δημιουργήθηκαν το 1981 με το όνομα Tyrant και λόγω νομικών προβλημάτων, αργότερα την ίδια χρονιά επέλεξαν τελικά το όνομα που έχουν μέχρι σήμερα. Κυκλοφόρησαν μόλις ένα δίσκο την δεκαετία του ’80 (το θρυλικό “Ample Destruction”) και εντούτοις έφτιαξαν ένα μύθο γύρω από το όνομα τους. Κυκλοφόρησαν κάποια demo τους βέβαια εκείνη την περίοδο που βοήθησε στην διατήρηση (και ίσως εξάπλωση) αυτού του μύθου, ένα το 1985 και 2 το 1986 πριν τελικά το διαλύσουν το 1987, ευτυχώς, προσωρινά. Το 1993 ξαναενώθηκαν και κυκλοφόρησαν ένα κακό άλμπουμ, το “Dissident Alliance” (1994), πολύ διαφορετικό από το προσωπικό τους στυλ, το οποίο τους καθιέρωσε (έστω με μόνο ένα άλμπουμ) στη συνείδηση των οπαδών του αμερικάνικου power και του παραδοσιακού heavy metal. Από το 1997 και μετά όμως με 8 συνολικά άλμπουμ μέχρι σήμερα έχουν αποκαταστήσει πλήρως το όνομά τους και άφησαν πίσω τους, σαν μια κακιά παρένθεση, τον δίσκο του 1994. Κάποια, αν όχι όλα από τα άλμπουμ μετά το 1997, θα παρουσιάσουμε σίγουρα από την στήλη κάποια στιγμή στο μέλλον… μάλλον όλα…!!!

Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου EP “Tyrants”, η Azra/Iron Works ταχύτατα έκοψε-κυκλοφόρησε το πρώτο τους full length. Επί αυτού, αρκετά αστείο το ότι ένας από τους βασικούς συνθέτες του άλμπουμ μόλις που πρόλαβε να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στις τάξεις τις μπάντας. Έτσι λοιπόν ο θεός της κιθάρας Joey Tafolla συμπλήρωσε το αυθεντικό lineup των Mark Briody (κιθάρα), John Tetley (μπάσο), Rick Hilyard (ντραμς) και Harry Conklin (φωνητικά) λίγο πριν την ηχογράφηση του “Ample Destruction”. Οι Jag Panzer βρήκαν τον Joey σε κατάλογο αγγελιών με μουσικούς που ψάχνουν μπάντα στο Orange County της Καλιφόρνια. Η μπάντα που ζούσε εκεί έψαχνε για δεύτερο κιθαρίστα και ο Joey οδήγησε από το Orange County προκειμένου να περάσει από ακρόαση. Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Παρότι κομμάτια όπως το ‘License to Kill’, ‘Symphony Of Terror’ και ‘Generally Hostile’ είχαν μισογραφτεί πριν την άφιξη του Tafolla, o Joey έφερε ένα σωρό καινούριες ιδέες στο τραπέζι (με τα ‘Warfare’ και ‘Harder Than Steel’ να αποτελούν μερικά από τα πρώτα κομμάτια που έγραψαν με τον Briody στην Καλιφόρνια), ενώ οι ικανότητές του ως κιθαρίστας διεύρυναν την προσέγγιση στα του γραψίματος και της υπόλοιπης μπάντας. Αφότου εγκαταστάθηκαν στο  Colorado, οι επιρροές του Tafolla όπως οι Rainbow και ο  Ritchie Blackmore γέννησαν τις χαρακτηριστικές αρμονίες της κιθάρας των Jag Panzer και ο κάθε δύσπιστος κατάλαβε πως το επερχόμενο studio άλμπουμ θα ήταν, τουλάχιστον, κλάσης ανώτερο από το EP. Οι Jag Panzer ακούγονταν πιο ώριμοι, έχοντας πολύ καλύτερη ενορχήστρωση ενώ όλα τα 9 τραγούδια ξαναγράφηκαν από την αρχή στο σπίτι των γονιών του John στο Colorado, αποτελώντας ολοκαίνουριες συνθέσεις (με εξαίρεση το ‘The Crucifix’ το οποίο η μπάντα είχε δουλέψει στο παρελθόν κατά τα demo της).

Το “Ample Destruction” (όπως και ο ήχος των Panzer γενικά) έχει σαν βάση τα μελωδικά riff των Mark Briody και Joey Taffolla που θυμίζουν Maiden και παλιούς Fates Warning, με την διαφορά πως είναι πιο κοφτά/κοφτερά, με πιο πολύ παραμόρφωση από την μία και από την άλλη την εξαιρετική φωνή του Harry “The Tyrant” Conklin. Τα τραγούδια έχουν απλή δομή και πολλές φορές στηρίζονται σκόπιμα σε power chords, αφού έτσι αναδεικνύεται η χαρακτηριστική φωνή του Conklin, η οποία, πολλές φορές, δεν χρειάζεται στήριξη από τα όργανα, ειδικά όταν χρησιμοποιεί φαλσέτο που πωρώνει τους (πολλούς) φανατικούς των Panzer. Οι εναλλαγές στο ρυθμό δίνουν έναν πλουραλισμό στον ήχο, που πολλές φορές μοιάζει να παίζει εμβατηριακά τραγούδια, ειδικά στα τύμπανα. Και τα 9 τραγούδια είναι κορυφαίας ποιότητας. Κορυφαίες στιγμές τα ‘Generally Hostile’, ‘Reign of The Tyrants’, ‘Warfare!’ και φυσικά το ‘Licensed To Kill’.

Κάποτε θεωρούνταν πανσπάνιο και η κατοχή του από κάποιο οπαδό φάνταζε όνειρο θερινής νυκτός ή αστικός μύθος και δαπανήθηκαν αρκετά λεφτά (άσκοπα) για την πρώτη έκδοση βινυλίου του, πολλές φορές και για (καλοφτιαγμένα/προσεγμένα) bootleg, όπως αποδείχθηκε αργότερα…