Σε μερικές ημέρες οι απόλυτοι Metal Gods θα πατήσουν ξανά το ελληνικό έδαφος και λογικά μερικοί από εμάς θα βρεθούμε σε καμιά μονάδα κράτησης λόγω επειδή σκαρφαλώσαμε στη σκηνή για να αγκαλιάσουμε τον Θεό επί γης. Είτε θα μας βρουν τ’ανάσκελο με κάποιον ΕΚΑΒίτη να μας δίνει οξυγόνο σε κάποια γωνία, γιατί τα εμφράγματα απ’ την καύλα θα διαδέχονται το ένα μετά το άλλο πάλι. Θα δείξει. Παράλληλα, η 17η Ιουλίου σηματοδοτεί την 40η επέτειο του “Screaming For Vengeance”. Πόσο όμορφα κάποιες φορές τα ενορχηστρώνει το σύμπαν όταν θέλει. Ορμώμενη λοιπόν από τα δύο αυτά γεγονότα, είπα να γράψω πέντε λόγια όσο ο δίσκος γυρνάει στο πικάπ και οι στάλες δροσιάς αυλακώνουν το ποτήρι με την μπύρα μου.

Βρισκόμαστε μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία του “Point of Entry” και στους Judas Priest δημιουργείται η ανάγκη να αφήσουν πίσω το έντονα μελωδικό Heavy Rock που παρουσίασαν με τον τελευταίο τους δίσκο. Ξεκινούν, λοιπόν, να δουλεύουν κάπου μέσα στον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1981 πάνω στη σύνθεση νέων κομματιών. Έχουν δημιουργήσει έναν σκελετό, ωστόσο κάτι πιστεύουν ότι λείπει. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς περιοδεύουν στην Μεγάλη Βρετανία και αποφασίζουν με την λήξη της περιοδείας να φύγουν ξανά προς την Ίμπιζα, γνωστό “λιμάνι” τους τα προηγούμενα χρόνια. Ξαναγράφουν τα κομμάτια, θέλοντας όμως αυτή τη φορά να μεταλαμπαδεύσουν σε αυτά την ένταση και την ορμή τους κατά την διάρκεια των συναυλιών τους. Και τελικά νομίζω τα κατάφεραν. Το “Screaming For Vengeance” κυκλοφόρησε στις 17 Ιουλίου του 1982 μέσω της Columbia Records και μαζί του άνθισε μια νέα περίοδος για τους Βρετανούς.

Καθόλου τυχαία, φυσικά, δεν ήταν η επιλογή της Ίμπιζα, μιας και ήταν τότε φορολογικός παράδεισος για τα συγκροτήματα, ενώ το φθηνό αλκοόλ, οι πειρασμοί και το εντελώς διαφορετικό κλίμα τους έκλειναν το μάτι. Όλα κύλισαν όπως φανταζόμαστε, με ησυχία και καθόλου hangover. Όπως χαρακτηριστικά είχε αναφέρει κάποια στιγμή ο Halford: «Ήταν ένα πολύ μικρό studio (σ.σ. στην Ίμπιζα) και είχαμε τα κεφάλια μας πάντα γεμάτα, πέφταμε συνέχεια {…} απορίας άξιο πως καταφέραμε να ολοκληρώσουμε τον δίσκο. Σπάγαμε αμάξια, καταστρέφαμε μηχανές. Νομίζαμε πως είμαστε ανίκητοι.» Σε αντίθεση με το British Steel, το οποίο έδεσε και ηχογραφήθηκε σε ένα μήνα, το “Screaming” ήταν ένα έργο που απαιτούσε πολύ περισσότερη δουλειά. Σύμφωνα με τον Glenn Tipton «Πήραμε τον χρόνο μας και αφιερώσαμε πολλές ώρες για να βεβαιωθούμε πως τα κομμάτια ακούγονται όπως πραγματικά θέλουμε. Και στο τέλος νομίζω τα καταφέραμε κιόλας. Είναι δίσκος με χαρακτήρα και σίγουρα ορόσημο για εμάς.»

Θα μπορούσαμε με ασφάλεια να πούμε πως το “Screaming For Vengeance” ΄ήταν και ο δίσκος όπου οι Judas Priest έκαναν μια στροφή προς τον σκληρότερο ήχο, πατώντας στις βάσεις που είχαν ήδη θέσει με το “British Steel”. Για ποιο κομμάτι, όμως, να πρωτομιλήσεις και τί να πεις; Μιλάμε για έναν δίσκο πολλών οκτανίων, με διάθεση άκρως επικίνδυνη. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δίσκου, που ούτως ή άλλως είναι γνωστή πρακτική των Βρετανών, είναι ότι όλα τα κομμάτια έχουν χαρακτήρα και το καθένα ξεχωρίζει για διαφορετικό λόγο. Κάπου ανάμεσα στη σύνθεση απόλυτα heavy metal ύμνων και την ανάγκη δημιουργίας εύκολα προσβάσιμων από όλο το metal κοινό κομματιών (ώστε να αγκαλιάσουν ακόμα πιο σφιχτά και την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού), οι Judas Priest εξαπολύουν με άκρατη ορμή συνθέσεις που ξυπνούν ένστικτα και συναισθήματα που είναι κρυμμένα βαθιά κάπου στα σκοτεινά σοκάκια του μυαλού μας. Ο Halford βρίσκεται σε εξαιρετική, σχεδόν εκνευριστική, φωνητική φόρμα. Είναι στιγμές που εξακολουθώ μέχρι και σήμερα να μην είμαι ικανή να συλλάβω το μεγαλείο του Rob και την απόδοσή του στο εκάστοτε τραγούδι. Και δεν είναι αυτό, δεν είναι απλά η αψεγάδιαστη απόδοση, είναι ότι το κάνει να φαίνεται / ακούγεται τόσο απλό. Θαρρείς και κάνει ανέμελος καφέ ένα πρωί. Δηλαδή, κάπου ώπα. Πάμε παρακάτω. Downing και Tipton εννοείται πως χαράζονται στο μυαλό μας ως πιθανώς το καλύτερο κιθαριστικό δίδυμο που είδε ποτέ το φως του ήλιου, ο Ian Hill σταθερός στυλοβάτης και αναπόσπαστο κομμάτι της ραχοκοκαλιάς όλων των συνθέσεων, ενώ ο Dave Holland προσεγγίζει τον πιο τσαχπίνικο εαυτό του, αφήνεται πιο ελεύθερος και δημιουργεί λίγο διαφορετικά αυτή τη φορά.

Σχεδόν άμεσος ήταν ο αντίκτυπος που είχε το “Vengeance” στην μεταλλική κοινότητα, καταλήγοντας να είναι διπλά πλατινένιος στις Ηνωμένες Πολιτείες και μονός στον Καναδά. Μάλιστα, στην Αμερική θεωρείται δίσκος με τον οποίο οι Βρετανοί έκαναν το μεγάλο μπαμ, ενώ στην Ευρώπη θεωρώ πως αυτή η βουνοκορφή είχε ήδη πατηθεί με το “British Steel”.

Χαρακτηριστικό single που έπαιξε πολύ στα ραδιόφωνα ήταν το “You Got Another Thing Coming”, κι ας ήταν περiιέργως κομμάτι που “στην παράταση” επιλέχθηκε για τον δίσκο. Σύμφωνα με τον K. K. Downing, «… ήμασταν πολύ ευχαριστημένοι με τον δίσκο, αλλά αποφασίσαμε τελευταία στιγμή να προσθέσουμε ένα ακόμα κομμάτι. Είχαμε έτοιμα κάποια σημεία, αλλά δοκιμάσαμε να το φτιάξουμε όσο κάναμε την μίξη στα Bee Jay Studios. Το ολοκληρώσαμε σχετικά γρήγορα και απ’ όσο θυμάμαι είχαμε πολύ καλό προαίσθημα, σκεπτόμενοι πως είναι ένα καλό κομμάτι για να σε συντροφεύει στην οδήγηση ή να ακούγεται στο ράδιο.»

Από την άλλη πλευρά, αρκετά διστακτικός ήταν ο Rob Halford, ο οποίος ερωτώμενος σχετικά με το ίδιο κομμάτι, είχε δηλώσει το εξής: «Αυτό το κομμάτι ήταν θαμμένο. Κανονικά τα κομμάτια που πιστεύεις ότι θα κάνουν πάταγο βρίσκονται στο μπροστινό μέρος της κυκλοφορίας. Αλλά οι φίλοι μας στη Sony είπαν, «Θα παίξουμε σίγουρα με αυτό το τραγούδι.” Και δεν ξέραμε πραγματικά τι να περιμένουμε. [..] Ειλικρινά, ούτε που το ονειρευόμασταν ότι αυτό το κομμάτι θα ήταν ο λόγος που θα κάνει τον δίσκο τέτοια μεγάλη επιτυχία. Άρεσε σε όλους μας, αλλά έμοιαζε κάπως απλό και όχι τόσο heavy όσο θα θέλαμε. Το ολοκληρώσαμε αργά το βράδυ και απλά είπαμε να το προσθέσουμε. Κοιτούσαμε την ολότητα του δίσκου και όχι από την οπτική ότι το συγκεκριμένο τραγούδι θα μπορούσε να ξεχωρίσει. Το άκουσε η εταιρεία μας, αποφασίσαμε να το κάνουμε single και νομίζαμε πως θα πάει καλά. Προφανώς εκείνοι είδαν κάτι που δεν είδαμε εμείς»

Χωρίς να περιμένουν ιδιαίτερα, οι Priest ξεκίνησαν την World Vengeance Tour αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου, το φθινόπωρο του ίδιου έτους επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον τους στην Βόρεια Αμερική (26 Αυγούστου – Πενσυλβάνια). Τις συναυλίες τους άνοιγαν οι Def Leppard, Krokus και Uriah Heep, ενώ από τις 14 Σεπτεμβρίου και έπειτα support συγκροτήματα ήταν οι Iron Maiden και οι Axe. Η περιοδεία συμπεριελάμβανε 75 εμφανίσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου του 1983. Ευρωπαϊκό έδαφος πάτησαν από τον Δεκέμβριο του 1983 και έπειτα. Σκοπός της έμφασης στο αμερικανικό κοινό ήταν να εδραιώσουν το όνομα και την παρουσία τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά το γεγονός ότι από τα μέσα ακόμα των ‘70s είχαν έντονο ρεύμα, βάσει του οποίου θα μπορούσαν να στηρίξουν από πριν μεγάλες περιοδείες όντες το “πρώτο όνομα”, οι Priest έκαναν το άνοιγμά τους επίσημα με το “Screaming For Vengeance”. Ειδικά μετά την επιτυχία που γνώρισε εκεί το “You Got Another Thing Coming”, αυτό και το “Electric Eye” έγιναν έκτοτε αναπόσπαστα κομμάτια των περιοδειών τους. Αρκετά έχει ακουστεί και το “Devil’s Child” στις περιοδείες από το 1982 μέχρι και το 2008, ενώ το ομώνυμο του δίσκου, το “Riding on the Wind” και το “Bloodstone”, εκτελούνται αρκετά συχνά στις εκάστοτε τουρνέ. Εν αντιθέσει, το “Fever” έχει εκτελεστεί ζωντανά μόνο στις δύο πρώτες συναυλίες που έδωσε η μπάντα το 1982, το “(Take These) Chains” έκανε την εμφάνισή του μόλις το 2019, ενώ το “Pain and Pleasure” και το ορχηστρικό “The Hellion” δεν έχουν παιχτεί ποτέ ζωντανά.

Το “Screaming For Vengeance” pαραμένει μέχρι και σήμερα ο πρώτος σε πωλήσεις Judas Priest δίσκος. Στην 30η επέτειο της κυκλοφορίας του, κυκλοφόρησε ένα remastered CD με bonus κομμάτια ηχογραφημένα ζωντανά το 1982 και ένα DVD με την εμφάνισή τους στο US Festival το 1983.

Ενδεικτικές της σπουδαιότητας του δίσκου είναι οι αμέτρητες διασκευές από mainstream, αλλά και underground συγκροτήματα σε πληθώρα τραγουδιών. Ξεχωρίζουν οι διασκευές των Sepultura και των Iced Earth στο “Screaming For Vengeance”, των Stratovarius στο “Bloodstone”, των Helloween και των As I Lay Dying στο “The Helion / Electric Eye”, και των Abbath και Fozzy στο “Riding On The Wind”.

]

Ξέρω, θα ακουστεί παρωχημένο, χιλιοειπωμένο, αλλά, μην χάσετε τους Judas Priest στην φετινή τους εμφάνιση στο Release Athens Festival, ειδικά όσοι δεν τους έχετε δει ποτέ ζωντανά.

Είναι εμπειρία ζωής! Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να απευθυνθείτε στους παρακάτω συνδέσμους:
https://fb.me/e/509tA6nBF
https://www.facebook.com/releaseathens
https://www.releaseathens.gr/