Είδος: Neofolk
Χώρα: Η.Π.Α.
Εταιρία: Ván Records
Έτος: 2018

Εξαρτάται από την επιθυμία να αφήσετε την ψυχή σας στα χέρια του ήρωα του Τζον Μίλτον ή αν βρίσκεστε στη διάθεση να εξερευνήσετε τη σκοτεινή μελαγχολία και τη μοναξιά του αριστερού μονοπατιού. Επίσης, αν είστε πρόθυμοι να θυσιάσετε ο,τι χρειάζεται, για να αισθανθείτε την απόλυτη ευχαρίστηση μέσω της μουσικής. Ο King Dude είναι μια ελιτίστικη, εκλεκτική σκοτεινή περσόνα όπου μετράει μια ποικιλία επιρροών που πηγαίνει από την κάντρι, τα μπλουζ, το rock ‘n roll και το folk και συνδυάζει το μυστηριώδη βαρύτονο λαρύγγι του που θυμίζει ένα μείγμα Johnny Cash, Andrew Eldritch των Sisters of Mercy, του Bowie, του Nick Cave και μιας υποψίας αν όχι υπαινιγμού του Iggy Pop σε μια ολότελα γοτθική προσέγγιση. Αν και σίγουρα μινιμαλιστικός ο ήχος του είναι ταυτόχρονα και πάρα πολύ πλούσιος σε συναισθήματα σε ένα συναρπαστικό κρεσέντο μιας πανέμορφης θλίψης. Υπάρχει μια μονοτονία στα τραγούδια του που δημιουργεί ένα σχεδόν ambient μοτίβο, αλλά αυτό ακριβώς προσπαθεί να επιτύχει ο Cowgill. Με την παρουσία ενός πιάνου στα περισσότερα τραγούδια, μοιάζει τα τελευταία να χρησιμοποιούν το πλήκτρα του οργάνου ως ηχώ της κατάθλιψης, σε ένα αμάλγαμα βαθιάς ψυχικής διαταραχής. Ο King Dude δεν έχει ανάγκη και αδιαφορεί για τις όποιες αλλαγές και εστιάζοντας στη σύνθεση τραγουδιών εξισορροπεί την απουσία εμβέλειας των φωνητικών με μοναχικές μελωδίες και με εκπληκτικά καλογραμμένες κιθάρες διάσπαρτες στον δίσκο. Το «Velvet Rope», μου θυμίζει Chris Rea, “I Don’t Write Love Songs Anymore” ακούγεται σαν The Cult ή The Cure και υπάρχει μια οσμή post-punk mid-80’s στην ατμόσφαιρα, φέρνοντας κατά νου τις καλύτερες στιγμές αυτής της εποχής, οπότε δεν χρειάζεται να αναφέρω άλλες ομοιότητες ή επιρροές που μπορεί να ακούω στα κομμάτια του άλμπουμ για να καταστήσω τη γνώμη μου ισχυρότερη. Πιθανώς το πιο goth 80’s άλμπουμ του King Dude και μια ωδή στον πεσιμισμό, το ‘Music to Make War To’ του ταιριάζει απόλυτα ο ρόλος του ακυκλοφόρητου soundtrack του Twin Peaks.