Οι Liege Lord σχηματίστηκαν σαν ένα tribute συγκρότημα στους Judas Priest υπό το όνομα Deceiver (από το ομώνυμο τραγούδι των Βρετανών θεών). Από την υπογραφή του πρώτου τους συμβολαίου, που ήρθε μετά από πρόταση του Christian Logue των Savage Grace στη Γαλλική Black Dragon, και την κυκλοφορία των Freedom’s Rise και Burn to My Touch που τους έδωσαν cult status και μια εξέχουσα θέση στην συνείδηση των απανταχού μεταλλάδων μέχρι τη φυγή του αρχικού τους τραγουδιστή Andy Michaud και τις αλλαγές στο line up αλλά και τον ήχο τους, προφανώς μεσολάβησαν αρκετά γεγονότα. Δεν είναι της στιγμής μιας και θα ασχοληθούμε σε μελλοντικό κείμενο με την περίοδο 1985 – 1988 των Liege Lord. Σημασία έχει πως το 1988 το συγκρότημα βρίσκεται εν όψει αλλαγών και σημαντικών αποφάσεων να πάρει.

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως οι Liege Lord προσλαμβάνανε τον χαρισματικό  Bruce Dickinson, για την ηχογράφηση του τρίτου τους άλμπουμ, εν έτει πάντα 1988. Πόσο διαφορετική θα ήταν η εξέλιξη τους (εμπορική και καλλιτεχνική); Σίγουρα πολύ διαφορετική είναι αλήθεια. Αλλά από την άλλη πόσο διαφορετικός θα ακουγότανε ο «Master Control» σαν δίσκος;  Όχι και τόσο διαφορετικός και αυτό μοιάζει πιο αληθινό σαν εικασία από την προηγούμενη! Νομίζω η παραπάνω πρόταση συνοψίζει και την άποψη που έχω για αυτόν τον αδικημένο δίσκο. Υπερβολή ή όχι σίγουρο είναι πως ο Joe Comeau, που μας συστήθηκε σαν κιθαρίστας των Overkill, είναι πολύ αδικημένος σαν τραγουδιστής. Για όσους τον έχετε δει και ζωντανά, νομίζω δεν θα διαφωνήσετε πως έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικά δυνατό performer με στεντόρια φωνή που αν το κοινό ανταποκριθεί και δεν είναι ψόφιο, τότε και αυτός σε μια αμφίδρομη σχέση που δημιουργεί κατά την ώρα της εμφάνισης του δεν του χαλάει χατήρι και του δίνει τα μυαλά στο χέρι. Δυστυχώς δεν εκτιμήθηκε ούτε τότε (1988) ούτε και πολύ αργότερα (2001-02) όταν τραγούδησε για 2 άλμπουμ στους Annihilator (που τον αντικατέστησαν με τον μέτριο έως κακό Padden και έτσι σταμάτησα να ασχολούμαι μαζί τους). Χωρίς να θεωρώ κακό (ίσα ίσα εξαιρετικότατος είναι μην τρελαθούμε!!!) τον Andy Michaud, ο Comeau μπορεί να μην ανέβασε επίπεδο τους Liege Lord (λίγο δύσκολο να ανέβεις από την κορυφή), και ουσιαστικά να τους έκανε πιο προσιτούς μιας και περισσότερο τους έφερε πιο κοντά στα μέτρα του κλασσικού heavy metal (άρα και ευρύτερου) κοινού, να σημειωθεί πως αυτό το πέτυχε χωρίς να χάσει ίχνος δύναμης σαν συγκρότημα. Πολύ καλύτερη παραγωγή σε σχέση με τα 2 προηγούμενα θρυλικά και αξεπέραστα Freedom’s Rise και Burn to My Touch που χωλαίνουν στον συγκεκριμένο τομέα. Δεν είναι τυχαίο πως υπεύθυνος για αυτή είναι ο πολύς Terry Date.

liege_lord-1988

Στο συνθετικό κομμάτι ξεχωρίζουν οι πολύ καλές ιδέες στις κιθάρες από τους Tony Truglio/Paul Nelson. Οι γέφυρες είναι προσεγμένες και τα σόλο έχουν λόγο ύπαρξης και δεν είναι επιτηδευμένα και με το ζόρι απλά ικανοποιώντας την τυπική φόρμα που στήνονται τα τραγούδια. Τα ρεφραίν σου μένουν και δεν υστερούν σε δυναμική παρά την έντονη μελωδία που τα χαρακτηρίζει. Ψήγματα speed/thrash υπάρχουν διάσπαρτα παντού ενώ δεν λείπουν και τα σημεία που οι κιθάρες φέρνουν έναν πιο ευρωπαϊκό αέρα όπως στο ομώνυμο του άλμπουμ που τα σολίδια ακούγονται σχεδόν τευτονικά. Πέρα του μουσικού κομματιού και οι στίχοι είναι δουλεμένοι και αξίζουν μνείας. Με ποικιλία θεμάτων δεν καταπιάνεται μόνο κατά του ολοκληρωτισμού αλλά πραγματεύονται από sci-fi θέματα έως ευαισθητοποιημένα για την οικολογία και τον κίνδυνο καταστροφής της ανθρωπότητας από την χρήση πυρηνικών. Πετυχημένη η διασκευή στο «Kill the King» των Rainbow ενώ με το καλημέρα ο δίσκος περιέχει μόνο ύμνους. “Fear Itself” (γρήγορο ταιριάζει για υπερηχητική εισαγωγή), «Eyes of the Storm» και “Feel The Blade” (μάλλον τα πιο γνωστά από τον δίσκο και αγαπητά στις συναυλίες που τραγουδάνε το ρεφραίν ο κόσμος εναλλάξ με τον Joe), το ομώνυμο με τις απίστευτες κιθάρες του, το «Broken Wasteland», «Soldiers’ Fortune» (με τις χαρακτηριστικές γέφυρες του) όλα είναι διαμάντια κλασσικού Heavy Metal/Speed/U.S. Power. Γιατί δεν είναι τα “Rapture” και “Suspicion” κομματάρες, (ειδικά το δεύτερο που νομίζεις πως ακούς κάποιο ξεχασμένο/βγαλμένο κομμάτι από το “Seventh Son”); Το δε κλείσιμο γίνεται εκκωφαντικά με το “Fallout” που ξεκινά σαν μπαλάντα αλλά αμέσως εξελίσσεται σε θρασίζουσα Metal Church-ική απειλή. Το εξώφυλλο είναι αφελέστατο και δείγμα μιας άλλης εποχής αν και η νοσταλγία το κάνει ευχάριστο στα μάτια ειδικά των παλαιότερων.  Κυκλοφόρησε στις 19 Αυγούστου 1988 από την Metal Blade Records.