Live Report: Iron Maiden, Stratovarius, Epica, Blind Channel @ San Siro, Milano, 15.7.2023

Published:

Last Updated on 20:55 by Giorgos Tsekas

Ώρα 01:23, ξημερώματα Δευτέρας 18 Ιουλίου και μόλις έχουμε επιστρέψει σπίτι μας μια τρελή τετράδα Λαρισαίων (και όχι μόνο) έπειτα από τρεις μέρες στην Ιταλία με αφορμή την συναυλία των Iron Maiden στον ιππόδρομο του San Siro στο Μιλάνο, ως headliners του Return of the Gods Festival. Μια συναυλία με τα αρνητικά της αλλά και τα (πολύ) θετικά της με την εξαιρετική εμφάνιση των Iron Maiden. Πάμε όμως να πιάσουμε τα πράγματα από την (περίπου) αρχή.

Έπειτα από μια πρωινή-μεσημεριανή εξόρμηση στα αξιοθέατα της πόλης, φτάσαμε στον χώρο της συναυλίας λίγο μετά της 5 το απόγευμα. Οι φωτογραφίες που είχαμε δει από τον χώρο πιο πριν δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές και αυτό το καταλάβαμε πολύ καλά από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας. Το κοινό μοιραζόταν σε δύο μέρη σε Α και Β αρένα. Εμείς που ήμασταν στη Β αρένα τα κάγκελα ξεκινούσαν πίσω από τον πύργο του ηχολήπτη και πολλά μέτρα μακριά από τησκηνή. Παρ’ όλα αυτά είχαμε καθαρή ορατότητα λόγω του ότι πιάσαμε θέση προς τα μπροστά της Β αρένας και του μεγάλου ύψους που είχε το stage. Μπαίνοντας στον χώρο οι Φινλανδοί Blind Channel είχαν ήδη ξεκινήσει το set τους. Η ζέστη εκείνη τη στιγμή ήταν πραγματικά αφόρητη και η βόλτα μας μέσα στον χώρο του ιπποδρόμου μάς άφησε έκπληκτους καθώς δεν υπήρχεκυριολεκτικά κανένα σημείο με έστω ελάχιστη σκιά. Λίγο το να βγάλουμε κάποιες μάρκες για να αγοράσουμε νερό και μπύρες, λίγο το να βρούμε που θα καθίσουμε για να παρακολουθήσουμε το show, είχαν σαν αποτέλεσμα να δω ουσιαστικά μόλις το τελευταίο τραγούδι των Blind Channel, αφήνωντας με ουσιαστικά χωρίς κάποια άποψη σχετικά με την εμφάνισή τους. Λόγω ώρας και καύσωνα, δεν παρακολούθησα ούτε τους Raven Age που έπαιζαν αμέσως πριν.

Στις 6 ακριβώς έκαναν την εμφάνισή τους οι Ολλανδοί Epica. Η φιγούρα της Simone Simons
σίγουρα κέντριζε το ενδιαφέρον, όπως και η ιδιαίτερη και εξαιρετική εμφάνιση του πληκτρά τους Coen Janssen. Ο ήχος τους σε γενικές γραμμές νομίζω μπορούσε να είναι καλύτερος καθώς οι κιθάρες και το μπάσο ακουγόταν με τα χίλια ζόρια, ενώ αντίστοιχα και η φωνή της Simone ήταν κάπως “θαμένη” στο βάθος. Δεν είμαι από τους μεγαλύτερους οπαδούς του είδους και της μπάντας, είχα όμως περιέργεια να τους δω για πρώτη (για εμένα) φορά. Η εμφάνιση τους μού άφησε γενικά θετικές εντυπώσεις με τη μπάντα να βγάζει έναν πολύ καλό εαυτό κάτω από τον καυτό ιταλικό ήλιο και μπροστά από το παγωμένο ιταλικό κοινό, το οποίο απλά τους κοιτούσαν σαν χάνοι.

Στις 7:15 ήταν να κάνουν την εμφάνισή τους οι Stratovarius. Μια εμφάνιση η οποία όσο περνούσαν τα λεπτά, καθυστερούσε όλο και περισσότερο. Η ώρα περνούσε ανησυχητικά, δεν υπήρχε καμία ενημέρωση από τη διοργάνωση και παρ’ όλο που βλέπαμε στημένη και έτοιμη τη σκηνή για αυτούς, υπήρχε μια ανησυχία μήπως και δεν εμφανιστούν καθόλου. Ο εκνευρισμός στο κοινό από ένα σημείο και μετά ήταν φανερός καθώς είχαν περάσει 20 λεπτά από την προκαθορισμένη ώρα έναρξης και ακόμα περιμέναμε τους Φινλανδούς να ξεκινήσουν. Άρχισαν να ακούγονται διάφορα “γαλλοϊταλικά” όπως και να γίνονται πολλές χειρονομίες προς τη διοργάνωση, όταν περίπου μισή ώρα αργότερα ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ο Jens Johansson κάνει την εμφάνισή του και από πίσω ακολουθεί η υπόλοιπη μπάντα (με φανερό εκνευρισμό στα πρόσωπα όλων τους). Έπειτα από ένα πολύ γρήγορο line check ξεκινάνε οι πρώτες νότες του “Black Diamond” και κάπου εκεί ο εκνευρισμός του κοινού φεύγει στιγμιαία και τη θέση του παίρνει ο ενθουσιασμός. Αυτό το συναίσθημα δεν κράτησε πολύ όμως καθώς μόλις ο Timo Kotipelto ξεκινά να τραγουδά τους πρώτους στίχους αυτού του ΥΜΝΟΥ, απλά δεν ακουγόταν. Καθόλου. Τίποτα. Ο εκνευρισμός επιστρέφει αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από πριν, και ενώ οι Strato προσπαθούν να δώσουν την παράστασή τους, από κάτω όλος ο κόσμος (κυριολεκτικά) έχει γυρίσει προς τον πύργο του ηχολήπτη βρίζοντας ασταμάτητα και κάνοντας χειρονομίες. Στο τελευταίο ρεφρέν του κομματιού η φωνή κατάφερε να ακουστεί κάτι που προκάλεσε και πάλι ενθουσιασμό. Όμως και πάλι στιγμιαίο. Με το που τελειώνει το τραγούδι ο κύριος Kotipelto μάς ενημερώνει πως θα παίξουν ακόμα ένα τελευταίο, προκαλώντας απίστευτη έκπληξη στα αυτιά όλων. Και όντως αυτό συμβαίνει. Οι Stratovarius παίζουν το “Hunting High and Low” και αμέσως μετά μας καληνυχτίζουν. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα κάποιος από τη διοργάνωση παίρνει το μικρόφωνο και ενημερώνει το κοινό πως λόγω απεργίας των εργαζομένων των αεροδρομίων σε ολόκληρη τη χώρα, η πτήση των Stratovarius ακυρώθηκε και άργησαν πάρα πολύ να φτάσουν στη συναυλία. Τα μόνα σχόλια που προσωπικά έχω να κάνω γύρω από αυτό είναι πρώτον, πως η διοργάνωση μπορούσε σε αυτό το διάστημα -που περιμέναμε σαν μην πω τι μέσα στην κάψα- να μας ενημερώσει για αυτή την καθυστέρηση. Και δεύτερον ένα τεράστιο RESPECT για τον επαγγελματισμό της μπάντας που ήρθε να σώσει ότι δεν σώζεται σε αυτά τα 10 λεπτά που ήταν όλα κι όλα στο σανίδι.

Κάπου εκεί όμως όλα σβήνουν μαγικά λίγη ώρα μετά. Το crew των Iron Maiden στήνει τα απαραίτητα για αυτούς και η αγωνία αρχίζει να χτυπά κόκκινο για το τι θα ακολουθήσει. Στις 8:55 το Doctor Doctor των U.F.O. ακούγεται από τα ηχεία και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως τα ψέματα τελείωσαν. Το κομμάτι τελειώνει και ξεκινάει το “Blade Runner” του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Πρώτη φορά νομίζω ότι το ίντρο μιας συναυλίας κράτησε μία ώρα. Με έχει πιάσει πραγματικά ταχυπαλμία όταν τα φώτα σβήνουν εντελώς και ακούγονται οι πρώτες νότες του “Caught Somewhere in Time”. Με το που εμφανίζεται ο Αρχηγός και η παρέα του στη σκηνή αυτό που ζούμε είναι απίστευτο. Ήχος κρύσταλλο και ο Bruce Dickinson σε πολύ μεγάλα κέφια. Δεν ξέρω τι κάνει αυτός ο άνθρωπος όμως και κάθε χρόνο ακούγεται όλο και καλύτερος. Τα δάχτυλα του Steve Harris οργώνουν κάθε σπιθαμή, οι τρεις κιθαρίστες τα δίνουν όλα με αποκορύφωμα τον τεράστιο Adrian Smith ο οποίος πραγματικά είναι εξωγήινος. Ο άνθρπωπος σε όλο το λάιβ έπαιξε κάθε σημείο του ΙΔΙΟ, χωρίς να χάσει την παραμικρή νότα, χωρίς να αλλάξει τα μέρη του από τις ηχογραφήσεις που έχει κάνει στο studio. Η συνέχεια γίνεται με το “Stranger in a Strange Land” και πραγματικά νιώθω πως κάποια “σκουπιδάκια” έχουν μπει στα μάτια μου. Η μπάντα τα παίζει πραγματικά όλα τέλεια, ενώ την ώρα του σόλο κάνει και για λίγο την εμφάνισή του ο σερίφης Eddie για πρώτη φορά. Η συνέχεια γίνεται με έναν μικρό “λόγο” του Bruce προς το κοινό και μια υπέροχη σύγκριση ιταλικών αυτοκινήτων τύπου Ferrari, Maserati κλπ με αυτά της… Fiat, θυμίζοντας σε όλους το καταπληκτικό βρετανικό χιούμορ του. Το show συνεχίζεται με τα “The Writing on the Wall”, “Days of Future Past” & “The Time Machine” από το τελευταίο πόνημα των Βρετανών. Το κοινό σε γενικές γραμμές δεν ήταν ιδιαίτερα θερμό, ενώ ειδικά στα κομμάτια που εκπροσωπούσαν το “Senjutsu” ήταν εντελώς ψόφιο. Το “Time Machine” πάντως κατά τη γνώμη μου είναι το κομμάτι που δημιούργησε μια μικρή κοιλιά στο σετ (βάλε ένα “Parchment” στη θέση του ρε Aρχηγέ να γίνουμε!). Κάπου εκεί έρχεται το “Prisoner” να ανάψει λίγο τα αίματα, όντας και ένα κομμάτι που προσωπικά μου προκάλεσε τεράστια (θετική) έκπληξη για την επιλογή του να είναι μερος του setlist. Ένας ακόμα μικρός λόγος του Bruce για να πάρουν οι παίκτες κάποιες ανάσες και συνέχεια με το συγκλονιστικό κατ’ εμέ “Death of the Celts”. 10 λεπτά μαγείας πραγματικά. Εκεί ήρθε η ώρα όμως να γυρίσουμε για τα καλά στα χρυσά χρόνια της μπάντας. “Can I Play With Madness?” και επιτέλους αρχίζω να βλέπω εκτός από τους πολλούς Έλληνες που ήμασταν εκεί, τους Ιταλούς σιγά σιγά να βγάζουν φωνή και να υπάρχει παλμός συναυλίας. Καπάκι πέφτει το “Heaven Can Wait” όπου γίνεται ένας πολύ ωραίος χαμούλης. Νομίζω πως κάπου εκεί ξεκίνησα να χάνω τη φωνή μου (τη στιγμή που γράφω το κείμενο είναι σχεδόν εντελώς κλειστή, μια ολόκληρη μέρα μετά τη συναυλία), ενώ το μεσαίο σημείο με τα “οοο” προσωπικά πιστεύω πως μαζί με το FOTD είναι η πιο συναυλιακή στιγμή στην δισκογραφία της μπάντας. Τα φώτα σβήνουν, το πανό εμφανίζεται, ο αέρας από τα ηχεία ακούγεται. “My son ask for thyself another kingdom. For that which I leave is too small for thee”. Και ναι, είναι αλήθεια. Ακόμα κι ας το ξέραμε από πριν. Ακούμε ζωντανά το “Alexander the Great”, ένα από τα μεγαλύτερα (αν όχι το μεγαλύτερο) συναυλιακά απωθημένα των οπαδών αυτής της μπάντας. Ελληνικές σημαίες κάνουν την εμφάνισή τους στον χώρο, ενώ υπάρχουν και πολλοί Ιταλοί που το τραγουδάνε ΌΛΟ απ’ έξω με τεράστιο ενθουσιασμό. Η συνέχεια γίνεται με το “Fear of the Dark” που εκεί πραγματικά για πρώτη φορά (επιτέλους) νιώθω τον παλμό που θα έπρεπε να έχει μια συναυλία Maiden. Άργησε αλλά τουλάχιστον συνέβη. Εκεί που βρισκόμαστε γίνεται ένα καλό pit στο οποίο πέφτουν κάποιες ψιλές, ενώ τα απαραίτητα “οοο” κατά τη διάρκεια των σόλο επισκιάζουν εντελώς τη μπάντα. Το τέλος του πρώτου μέρους του σετ γίνεται φυσικά και μη
εξαιρετέα με το “Iron Maiden”. Η μπάντα αποχωρεί για ελάχιστα λεπτά και επιστρέφει με το αγαπημένο μου προσωπικά τραγούδι του “Senjutsu”, το “Hell on Earth”. Το show με τις φωτιές από πίσω είναι πραγματικά καθηλωτικό, ενώ το κομμάτι μπορώ να πω πως ζωντανά είναι τουλάχιστον 5 σκαλιά πάνω από τη στούντιο εκτέλεση. Προτελευταίο το “The Trooper” με τους Ιταλούς και πάλι να ξυπνάνε και να συμμετέχουν ενεργά κατά τη διάρκεια του κομματιού. Δυστυχώς μετά από σχεδόν 2 ώρες (εμένα 20 λεπτά μού φάνηκαν, αλλά τέλος πάντων) ήρθε η αρχή του τέλους με το “Wasted Years”. Οφείλω να ομολογήσω πως πλέον δεν μπορούσα να κρατηθώ και κάπου εκεί με πήραν τα ζουμιά για τα καλά. Ένα κομμάτι, μια ιστορία. Συνδεδεμένο με πολλές στιγμές για πολλούς ανθρώπους, σε διάφορες καλές και κακές στιγμές της ζωής τους, ρίχνει την αυλαία στην ίσως καλύτερη φορά που έχω δει ζωντανά τους Iron Maiden (ναι, ήμουν στη Μαλακάσα το 2018).

Όσοι ασχοληθήκατε με αυτή την εμφάνιση, είτε βρισκόσασταν εκεί είτε όχι, σίγουρα πήρε το αυτί σας (ή το μάτι σας) διάφορα πράγματα σχετικά με τη διοργάνωση. Με εξαίρεση την πολύ εύκολη προσβασιμότητα και την ψηλή σκηνή που προσέφερε καλή ορατότητα στους πίσω, ο χώρος ήταν κακός. Πολύ κακός για την ακρίβεια. Όπως έγραψα παραπάνω υπήρχε καύσωνας, ενώ δεν υπήρχε κανένα σημείο με σκιά. Ο συνδυασμός δε αυτών με το ξερό χώμα που υπήρχε κάτω και τη σκόνη που σήκωνε έκανε τα πράγματα πραγματικά αφόρητα. Από την άλλη οι τιμές του μπαρ ήταν εξωφρενικά ψηλές (3 ευρώ το νερό, 8 ευρώ η μπύρα), ενώ δεν υπήρχε ούτε ένα λάστιχο για να ρίξει κάποιος λίγο νερό στο κεφάλι του. Νομίζω πως η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που βρεθήκαμε εκεί είδαμε πως η φετινή διοργάνωση των Ιταλών ήταν πολύ χειρότερη από αυτές που ζήσαμε στην Ελλάδα τις δύο τελευταίες φορές, όσο περίεργο και αν φαίνεται σε κάποιους. Τέλος, δεν αναφέρομαι για το συγκεκριμένο μόνο φεστιβάλ, αλλά γενικότερα σε συναυλίες τέτοιου βεληνεκούς. Φτάνει πια με τους αστείους και απαράδεκτους διαχωρισμούς στο κοινό. Μια ενιαία αρένα είναι ότι πρέπει για όλους. Όποιος θέλει να πιάσει κάγκελο στήνεται νωρίς και το πιάνει, όποιος θέλει να κάτσει πίσω, κάθεται πίσω, απλά, όμορφα και ωραία. Το να υπάρχουν 2 και 3 διαζώματα είναι απλά κακό.

Οι Iron Maiden δεν είναι απλά μια μπάντα που παίζει μουσική και διασκεδάζει τον κόσμο. Είναι μια ιδέα. Θα είναι για πάντα στο μυαλό των οπαδών τους -όπως και στο δικό μου- ως η μεγαλύτερη μπάντα που εμφανίστηκε ποτέ. Τα χρόνια όμως περνούν και είναι φανερό σιγά σιγά πως δεν έχουν μείνει πολλά ψωμιά ακόμα, ειδικά στον Nicko McBrain ο οποίος έχει απλουστεύσει κατά πολύ το παίξιμό του στα shows αυτής της περιοδείας. Αν κάποιος δεν τους έχει δει ποτέ, καλά θα κάνει να τους δει όσο πιο σύντομα γίνεται ακόμα και εκτός Ελλάδας, καθώς μιλάμε για μια οπτικοακουστική παράσταση που είναι ικανή κυριολεκτικά να αλλάξει ζωές. Θωμά, Γιώργο και Αντώνη το ταξίδι ήταν μια τεράστια εμπειρία ζωής που ελπίζω να κάνουμε ξανά σύντομα. Χαιρετισμούς και σε όλους τους υπόλοιπους περίπου 30 ανθρώπους που περάσαμε αυτό το τριήμερο παρέα ελπίζοντας να τα ξαναπούμε σύντομα. Να ακολουθείτε τις μπάντες που αγαπάτε όσο πιο πολύ και όσο πιο συχνά μπορείτε. Μόνο κέρδος στο υπόλοιπο της ζωή μας μπορούν να φέρουν τέτοιες εμπειρίες με τα θετικά και τα αρνητικά τους.

Μιχάλης Ζουναράκης

Exit mobile version