Φθάνοντας στις 21.00 ακριβώς στο Second Skin με περίμενε μια μικρή ουρά στην είσοδο, αποδεικνύοντάς μου πως παρά τις απεργίες ο κόσμος έδειξε ενδιαφέρον για τη διοργάνωση. Το live ξεκίνησε με τους The Road Miles. Με πολλή χαρά διαπίστωσα ότι κάναμε την καλύτερη αρχή. Τα παιδιά έπαιξαν συγκεντρωμένα και ολόκληρη η μπάντα μου φάνηκε πως έχει δημιουργήσει καλλιτεχνικά ακριβώς αυτό που γουστάρει, από τον τρόπο που κινήθηκαν οn stage, από τον τρόπο που σιγοψιθύριζαν όλοι μαζί τους στίχους τους. Όποιο ηχητικό εφέ- κυρίως στις κιθάρες- δε με ξένισε καθόλου, πέρασε μάλιστα τόσο αβίαστα που σχεδόν δεν κατάλαβα ούτε ασχολήθηκα με το τι ακριβώς έπαιζαν, διότι τα κομμάτια τους έφταναν σε εμένα ως ένα ολόκληρο αποτέλεσμα. Τώρα τους εύχομαι την καλύτερη συνέχεια, αν και θεωρώ πως το στυλ που έχουν επιλέξει δεν περνάει και τόσο εύκολα στα γούστα του κοινού, διότι αυτό το συνονθύλευμα southern, gothic, psychedelic νομίζω πως ευρύτερα μπερδεύει…. Φυσικά όμως και άρεσε το πάθος που έβγαζαν (όπως κρυφάκουσα τον κόσμο που σχολίαζε γύρω μου). Αν χρειάζεται να ζητήσω κάτι για την επόμενη φορά που θα τους δω θα είναι να αφεθούν λίγο ακόμα. Έχουν ήδη μια πορεία, έχουν στήσει μια γραμμή, ας την ξεστήσουν λίγο- ίσως και μουσικά-, ας τσαλακωθούν για να μας συνεπάρουν περισσότερο. Αφού το έχουν..

Η συνέχεια έγινε με τον Kim Larsen από τους Of the Wand & The Moon, ο οποίος με μια κιθάρα μόνος του, ανέβηκε για να υποστηρίξει μια εμφάνιση, έχοντας να αντιμετωπίσει στο πριν και το μετά ολόκληρες μπάντες. Στην  αρχή διορθώθηκαν κάποια πράγματα στον ήχο, κάτι που δε μας καθυστέρησε σχεδόν καθόλου,- αντιλαμβάνομαι και το γενικότερο άγχος μιας και μουσικά και φωνητικά, έπρεπε να τα διεκπεραιώσει όλα μόνος του-. Τα κομμάτια λοιπόν πέρασαν, παρ όλη την απορία μου για το πώς θα εκτυλισσόταν το show, διότι όπως και να το κάνουμε, πιστεύω πως ήταν δύσκολο να περάσει όλο αυτό προς τα κάτω, το να παίζει δηλαδή κάποιος folk μπαλάντες με μια ακουστική κιθάρα, σε ένα Second Skin που ήταν ήδη σχεδόν γεμάτο. Μπορεί να με κούρασε σε κάποια στιγμή λίγο, δεν υπήρχαν και περιθώρια να σπάσει λίγο η μονοτονία, πάντως μπράβο του που το επιχειρεί, και μπράβο τους που τον κάλεσαν. Γιατί όσο να’ ναι , μια σόλο παρουσία σε κάτι τέτοιους χώρους είναι το κάτι διαφορετικό.

Και αφού άναψαν τα κηροπήγια,  ήρθε η ώρα για τους King Dude. Δυστυχώς και πάλι η κατάσταση ξεκίνησε με κάποιες διορθώσεις που έπρεπε να γίνουν στον ήχο, νομίζω πως αυτό ρυθμίστηκε αρκετά γρήγορα. Αρχικά, έχω να πω πως το κοινό είχε τέτοια ορμή να τους ακούσει, αφού περίμεναν πώς και πώς τις βραχνάδες της φωνής του TJ Cowgill και κάποια κομμάτια τους. Στο encore μάλιστα, στο οποίο ανέβηκε μόνος του, o κόσμος σχεδόν τραγουδούσε ακόμα και πιο δυνατά από εκείνον. Τώρα γενικότερα, θεωρώ πως τα τρία μέλη της μπάντας είναι υπερταλαντούχα. Σκέφτομαι πως τα κομμάτια τους έχουν γραφτεί λες και έκαναν τελετουργίες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των συνθέσεων, και εν γένει δίνουν πολλή ψυχή σε αυτό που κάνουν. Συν ότι η φωνή του TJ Cowgill είναι τόσο βαθιά με κάτι άπιαστες χαμηλές νότες που και μόνο από αυτό γοητεύεσαι. Το τελευταίο αρκεί ως μόνη ένδειξη για να καταλάβει κανείς την πέραση που έχει στο αφοσιωμένο του κοινό.

Ίσως όμως εκείνη τη νύχτα δεν ήταν από τις καλύτερες τους εμφανίσεις, εξαιτίας λόγων που δεν είναι ο ρόλος μου να διαλευκάνω. Μου δόθηκε η εντύπωση πως η εμφάνισή τους δεν είχε τόσο ροή και αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που έπεφταν τα χειροκροτήματα, δηλαδή οι αντιδράσεις του κοινού ήταν πιο ακατάσχετες, μια αντιδρούσε, μια χανόταν. Ωστόσο, μπορεί να υπήρχε λίγο περισσότερο οινόπνευμα στην ατμόσφαιρα και να λάμβανα λίγο χάος με όσα γίνονταν γύρω μου, πάντως αυτό δεν αναίρεσε την αγάπη που έδειξε ο κόσμος που πήγε εκεί, ούτε και την αξία των King Dude και την ολοένα επαναλαμβανόμενη αναφορά του τραγουδιστή τους για το πόσο χαίρεται που μας έβλεπε.

Δεν ξέρω αν έφυγα πριν σβήσουν τα κεριά ή πριν φύγουν οι σταυροί από το background, αλλά νομίζω ότι από εκείνη την ημέρα θα μου μείνει η όλη θέληση του να αρπάξεις όσα περισσότερα κομμάτια γίνεται από μια συναυλία και ένα encore, από το να κάνεις μια εμφάνιση με όσα μέσα έχεις και με όση καρδιά έχεις, και γενικότερα να συνεχίζεις να προσπαθείς, ταυτόχρονα μιλώντας, χρησιμοποιώντας και ακούγοντας λίγο πιο μακάβριες λέξεις και περιστατικά. Και το λέω αυτό το τελευταίο διότι πάντα μου γεννιούνται οι απορίες πώς πχ. το gothic, το folk και είδη μακριά από την ελληνική κουλτούρα καταφέρνουν να βρουν αληθινή απήχηση σε τέτοια live, πόσο μάλλον όταν οι θεματικές αφορούν στην καλύτερη κάτι πολύ λιγότερο από τη ζωή. Δεν ξέρω αν είχαμε οι περισσότεροι αίσθηση για το ποια πράγματα θίγονταν εκείνη τη βραδιά, πάντως αυτή η συνεχής προσπάθεια και ορμή, σίγουρα είναι η αισιόδοξη απάντηση και αντιμετώπιση σε εκείνα.