Είναι κάποια συγκροτήματα που όταν λείπουν βασικά/χαρακτηριστικά τους μέλη, το διπλοσκέφτεσαι εάν θέλεις να πας να τους δεις ζωντανά. Ένα τέτοιο συγκρότημα είναι και οι Queensrÿche. Παρά το γεγονός ότι ο Geoff Tate (η φωνή του οποίου έχει συνδεθεί με τους Queensrÿche σε βαθμό ταύτισης) επισκέφτηκε την πόλη μας τον περασμένο Φεβρουάριο παρουσιάζοντας το “Operation: Mindcrime” στην ολότητά του μαζί με ένα best of επιλεγμένων τραγουδιών, ο λαός της Θεσσαλονίκης και μη, φάνηκε να ανταποκρίνεται θερμά στο κάλεσμα των τωρινών Queensrÿche, γεμίζοντας το Fix Factory of Sound από πολύ νωρίς. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Αμερικάνοι πρωτοπόροι του Progressive Metal, μας παρουσίασαν ένα συνονθύλευμα παλαιών και νέων κομματιών, με τον Todd La Torre να οδηγεί τούτο το πλοίο. Ενώ τα δείγματα ήταν θετικά ως προς τον La Torre – για παράδειγμα μας ευχαρίστησε για την παρουσία μας στα ελληνικά, προσπαθούσε να έχει καλή συνδιαλλαγή με το κοινό και φυσικά «γέμιζε» την σκηνή πηγαίνοντας από τη μια άκρη στην άλλη για να τους ευχαριστήσει όλους – υπήρξαν δυο – τρία πραγματάκια που με έκαναν να μην χαρώ τόσο την εμφάνισή τους. Πέραν του La Torre, οι υπόλοιποι Queensrÿche, ήταν σχεδόν μόνιμα στατικοί (κυρίως οι Lundgren και Jackson – εξαίρεση ο ντράμερ που δεν σταμάτησε να κοπανιέται και  κάπως ο Wilton που είχε λίγη όρεξη), χωρίς να έχουν κίνηση για το μεγαλύτερο κομμάτι της εμφάνισής τους, δίνοντας μια αίσθηση ότι «κάνουν αγγαρεία», που στην τελική μπορεί να μην ισχύει και όντως να χαίρονταν που είναι εδώ, αλλά στα μάτια του κόσμου και γενικά όσων ήταν απέναντί τους έμοιαζαν απλά να κολλάνε ένσημο. Από την άλλη πλευρά, όσο χαρισματικός frontman/showman μπορεί να είναι ο La Torre, ε πώς να το κάνουμε, Tate δεν είναι. Ναι στην διάθεση και την προσπάθειά του να παρασύρει το κοινό, ναι στο όργωμα της σκηνής, ναι στην θεατρικότητα της εμφάνισής του και της έντασης που δίνει προσωπικά στα κομμάτια, ναι σε όλα, αλλά εμένα δεν με έπεισε. Κάτι δε κολλούσε. Σαν γυαλί που έχει σπάσει και προσπαθούμε να το ενώσουμε. Δεν γίνεται. Αυτά όσον αφορά το πρόσωπό μου, γιατί όσον αφορά τον συντριπτικό αριθμό του κοινού – το οποίο πλέον είχε αρχίσει να γεμίζει και τους πλαϊνούς εξώστες του venue, έβλεπες πρόσωπα χαρούμενα, γεμάτα ενέργεια που συνόδευαν την μπάντα, τραγουδώντας συνέχεια. Εάν έβλεπε κανείς αποστασιοποιημένα τη συγκεκριμένη συναυλία και ήταν απογυμνωμένος από τις σκέψεις περί lineup που ανέφερα προηγουμένως, εγγυημένα θα έφευγε με τις καλύτερες εντυπώσεις από μια εξαιρετική παραγωγή της Archangel Events. Πράγματι, όλα κύλισαν όπως έπρεπε, ακόμα και η τήρηση του timetable για ορισμένους από εμάς είναι ευτυχία. Οι Queensrÿche είχαν συνοχή, διάρκεια, καλή επιλογή set και σίγουρα πολύ καλή απόδοση. Για εμάς τους πιο ρομαντικούς, κάτι έλειπε, αλλά δεν πειράζει.

Το set των Queensrÿche: Blood of The Levant, I Am I, NM 156, Operation: Mindcrime, Condition Human, Queen of The Reich, Silent Lucidity, Jet City Woman, The Whisper, Propaganda Fashion, The Mission, Screaming in Digital, Take Hold of The Flame, Light Years, Empire, Eyes of A Stranger

Στο σημείο αυτό να αναφερθούμε και στο support act της βραδιάς, τους Sense of Fear. Η πεντάδα από την Κοζάνη μας πρόσφερε ένα μελωδικό Heavy / Thrash / Power, που φάνηκε καλοδουλεμένο – και λογικό μιας και η μπάντα μετρά σχεδόν δυο δεκαετίες. Δυνατότερο στοιχείο της εμφάνισής τους θα έλεγα πως είναι ο αέρας που αποπνέουν, με τη λογική πως όντως τα παιδιά έχουν μεράκι γι’ αυτό που κάνουν και τα «πονάνε» τα κομμάτια τους, υπάρχει ένταση κατά την εκτέλεσή τους. Σίγουρα εντύπωση έκαναν τα solo και η ιδιαίτερη χροιά των φωνητικών, ωστόσο κάπου έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι η διάρκεια των περισσότερων κομματιών τους είναι μεγάλη, σε μια εντελώς προσωπική νότα. Ειδικά σε συναυλίες, είναι δύσκολο για τον ακροατή να ακολουθήσει μεγάλης διάρκειας κομμάτια. Σε γενικές γραμμές οι Sense of Fear έδειξαν να πείθουν το κοινό, αποσπώντας συχνά θερμό χειροκρότημα. Το set τους: Molten Core, Unbreached Walls, Slaughter of Innocence, Angel Of Steel, Torture Of Mind, Sense Of Fear