Οι Tankard είναι από τα συγκροτήματα που μας τιμάνε σταθερά με την παρουσία τους. Συνεπείς λοιπόν τόσο και δισκογραφικά όσο και συναυλιακά, αυτή την φορά θα μας επισκέπτονταν στο πλαίσιο της προώθησης του πολύ καλού περσινού «Pavlov’s Dawgs». Τη συναυλία άνοιξαν οι Abyssus με μια μικρή καθυστέρηση. Τα τελευταία χρόνια είναι από τα πιο ενεργά εγχώρια συγκροτήματα και έχουμε την ευκαιρία να τους απολαμβάνουμε συχνά επί σκηνής. Η συχνή τους παρουσία έχει μετουσιωθεί σε εμπειρία και με σχετική άνεση μπορούν να κερδίσουν ακόμη και όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη μουσική τους. Ο ήχος ήταν λίγο μπουκωμένος στα δύο πρώτα τραγούδια αλλά στη συνέχεια έφτιαξε για να απολαύσουμε όπως πρέπει το παλιομοδίτικο death metal τους. Τίμησαν τη δισκογραφία τους τόσο με τα full lenght τους όσο και με τα ep τους. Ο κόσμος ήταν ήδη αρκετός και πολλοί εξ αυτών ήταν οπαδοί των Abyssus και είχαν ξεκινήσει το ζέσταμα από νωρίς. «Into the Abyss» και «Those of the Unholy» έκλεισαν παραδοσιακά το set τους, μετά από περίπου 45 λεπτά ανελέητου σφυροκοπήματος.
 Και αν οι Abyssus είναι ιδιαίτερα ενεργοί, δε συμβαίνει δυστυχώς το ίδιο για τους καθολικά αποδεκτούς Convixion. Έχουν περάσει 7 ολόκληρα χρόνια από την κυκλοφορία του «Days of Rage, Nights of Wrath» και έχει μεσολαβήσει και μια αντίστοιχη αποχή από τα συναυλιακά δρώμενα. Βέβαια, με το που πάτησαν σκηνή, έσβησαν και την παραμικρή αμφιβολία περί οποιουδήποτε μουδιάσματος. Απίστευτο δέσιμο επί σκηνής, ήχος καμπάνα και speed/thrash ολοκαύτωμα, όπως συμβαίνει σε κάθε τους εμφάνιση. Η ενέργεια του συγκροτήματος αλλά και οι αντιδράσεις του κόσμου απέδειξαν ότι τους λείψαμε αλλά και μας έλειψαν. Ελπίζω, αυτή η εμφάνιση να είναι η αφορμή για μια εκ νέου δυναμική παρουσία τους στην εγχώρια σκηνή, που σίγουρα έχει ανάγκη «τίγκα metal» συγκροτήματα όπως οι Convixion. Best of set list, τρανταχτή η απουσία του «Heavy Metal Re Mounia» αλλά επίσης τρομερό κλείσιμο με το «αυτοβιογραφικό» «Drink Metal». Εις το επανιδείν…
 Ο κόσμος είχε γεμίσει τον χώρο σε ικανοποιητικό βαθμό και όλα ήταν έτοιμα (μαζί με ένα καφάσι μπίρες) για να ανέβουν στη σκηνή οι Tankard. Έχω παρακολουθήσει τις περισσότερες εμφανίσεις της μπάντας στη χώρα μας και με το χέρι στην καρδιά, αυτή ήταν η καλύτερη. Πάντα θα περάσεις καλά στις συναυλίες τους. Πάντα θα συνδυάσουν χαβαλέ με μουσικάρες, δημιουργώντας κάτι μοναδικό. Αυτή τη φορά όμως, ήταν ασύλληπτη η αλληλεπίδραση συγκροτήματος και κοινού. Το συγκρότημα έβγαζε ενέργεια πιτσιρικάδων και το κοινό αντιδρούσε λες και βλέπει συναυλίες με το σταγονόμετρο. Ήταν σαν να λέμε, συναυλία από άλλη εποχή. Μπάντα και κοινό δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Mosh pits, stagediving, headbaging και όλα αυτά τα ευγενή αθλήματα, στον υπερθετικό βαθμό. Η συναυλία γινόταν στο πλαίσιο της προώθησης του «Pavlov’s Dawgs» αλλά εν τέλει είχε έναν πιο best of χαρακτήρα, καθώς από τον τελευταίο δίσκο ακούστηκαν μόνο τα «Ex-Fluencer» και «Lockdown Forever» με τις αντιδράσεις βέβαια του κόσμου να είναι εξίσου θερμές. Ακούσαμε μεταξύ άλλων, τα «Rapid Fire», «Die With a Beer in Your Hand», «One Foot in the Grave», «Chemical Invasion» και «A Girl Called Cerveza». Ο ήχος ήταν πάρα πολύ καλός και η μία κιθάρα γέμιζε ικανοποιητικά τα τραγούδια. Ειδική μνεία για τον Gerre, ο οποίος είναι frontman – showman, με καρδιά εφήβου. Οι Tankard έχουν πάντα το καλό που εκεί που νομίζεις ότι ξεκινάει ο χαβαλές, σου πετάνε την εισαγωγή του επόμενου τραγουδιού και ξεκινάει πάλι ο σαματάς. Επικό κλείσιμο μετά από μιάμιση περίπου ώρα με τα θεϊκά «Zombie Attack» και «(Empty) Tankard» σε σχεδόν χορευτικούς ρυθμούς. Τα 40 χρόνια παρουσίας τους γιορτάστηκαν με τον πλέον εμφατικό τρόπο. Τα 40 χρόνια παρουσίας τους επίσης, γέμισαν το venue με άτομα όλων των ηλικιών. Οι νέοι μάθαιναν και οι παλιοί θυμούνταν. Μετά από τέτοια θριαμβευτική και σαρωτική εμφάνιση, είναι επιτακτικό να τους δούμε ξανά σύντομα. Δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη αφορμή παρά μόνο κρύα μπίρα…