Η Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο έχει δύο εντελώς αντιφατικές προσωπικότητες. Από τη μια πλευρά μιλάμε για μια πόλη που βιώνει την πλέον φιλόξενη στιγμή της, με πλήθος κόσμου να γεμίζουν – ειδικά – το κέντρο της λόγω της Διεθνούς Εκθέσεως, ενώ παράλληλα γίνεται εκρηκτικά αφιλόξενη, με την αδιανόητη κίνηση στους δρόμους της και την φασαρία να σου τρυπάει το μυαλό για μέρες ασταμάτητα. Την περασμένη Τρίτη, λοιπόν, και ενώ το κομφούζιο στην πόλη είναι δεδομένο, στο Νταμάρι της Τριανδρίας, στο Θέατρο Γης, βρήκαμε μια «κρυψώνα» και χαθήκαμε απ’ όλους κι από όλα.

Οι Villagers of Ioannina City φρόντισαν να μας βάλουν κάτω απ’ τις φτερούγες τους και να μας ταξιδέψουν σε τόπους διαφορετικούς. Η νύχτα τους ανήκε. Υπό το φως των αστεριών και της Σελήνης, μια χούφτα νέοι άνθρωποι, με μια μουσική φαντασία που οργιάζει, επέστρεψαν στον κόσμο λίγη απ’ την αγάπη που απλόχερα τους πρόσφεραν. Άνθρωποι με μεράκι γι’ αυτό που κάνουν και κυρίως άνθρωποι ταπεινοί και προσγειωμένοι, που σκοπό δεν έχουν μόνο την ηχητική τέρψη αλλά και την κοινωνική αφύπνιση. Οι VIC κάνοντας ένα πέρασμα απ’ τη δισκογραφία τους, κατάφεραν με τον δικό τους τρόπο να μεταμορφώσουν τα πρωτόκολλα ασφαλείας που μας ήθελαν όλους καθήμενους και να μεταδώσουν μια απόκοσμη, σχεδόν μυστικιστική ενέργεια που σε έκαναν να ξεχνάς τους περιορισμούς. Φυσικά, υπήρχαν στιγμές που ήθελες να τα πάρεις όλα σβάρνα και να χορέψεις (κύριε ηχολήπτη μας, που δεν μάθαμε ποτέ το όνομά σου, ο χορός σου σχεδόν κάλυψε το δικό μας κενό, να είσαι καλά). Εν τω μεταξύ, θα διαβάζει κανείς ανυποψίαστος τί γράφω και θα νομίζει ότι η συναυλία ήταν ηλεκτρική. Και όμως, όχι. Οι Villagers επέλεξαν σε αυτήν τους την περιοδεία να παίξουν unplugged, γεγονός που αποδείχτηκε ιδανικό για τις συνθήκες του θεάτρου. Μεγάλος σύμμαχος στον μυσταγωγικό χαρακτήρα της όλης εμφάνισης ήταν τα «οπτικά» παιχνίδια με τους φωτισμούς. Συνδυασμοί χρωμάτων, ένα πάτωμα που σε ξεγελούσε και έμοιαζε να είναι μια τεράστια οθόνη ενώ ήταν απλό χώμα, απεικονίσεις σχημάτων και εικόνων, σκιές που τρεμόπαιζαν στον διπλανό βράχο αριστερά της σκηνής. Θερμά συγχαρητήρια στον τεχνικό που ανέλαβε να διεκπεραιώσει ένα έργο όπως αυτό. Στα επίσης θετικά να συμπεριλάβω το γεγονός πως οι VIC κατόρθωσαν να κάνουν διαφορετικούς «κόσμους» να καθίσουν δίπλα – δίπλα. Χεβιμεταλλάδες, κλαρίνα, σαϊκεντελάδες, κυριλέδες και πάει μακριά η βαλίτσα. Εκπρόσωποι όλων των μουσικών ιδιωμάτων και όλων των ειδών διασκέδασης έγιναν ένα υπό την ομπρέλα των Villagers. Και αυτό νομίζω είναι το πιο σημαντικό από όλα. Δεν ξέρω αν έχουν καταλάβει / συνειδητοποιήσει τί έχουν κάνει και πόσο μεγαλειώδες είναι αυτό, μα εύχομαι να συνεχίσουν έτσι. Μπορεί να μην αντιλαμβάνονται το μέγεθος αυτής της αγκαλιάς. Μπορεί από την άλλη να το βλέπω εγώ ρομαντικά, δεν ξέρω. Λείπει όμως το ρομάντζο στις μέρες, δεν νομίζετε;