Όταν βλέπεις ή ακούς το όνομα Lock Up το μυαλό σου λογικά ταξιδεύει στο όχι και τόσο μακρινό 1999, στο υπέροχο ντεμπούτο τους, που αυτό το είδος supergroup του grindcore (ουσιαστικά side project), οι υποφαινόμενοι Lock up, αποτελούμενοι από τον μπασίστα, Shane Embury, τον συνοδοιπόρο του στους Napalm Death, Jesse Pintado (πέθανε στις 27.08.2006), τον ντράμερ Nick Barker (Cradle Of Filth, Old Man’s Child, Dimmu Borgir), έσπασαν το κατεστημένο καθορίζοντας μια ολόκληρη γενιά με το «Pleasures Pave Sewers». Οι πιο καμένοι βέβαια μπορεί να θυμηθούν και την περιπέτεια με τον Σταλόνε από το μακρινό 1989…

Επειδή όλα τα μέλη ήταν πολύ απασχολημένα με όλες τις κύριες μπάντες τους, δεν ήταν δυνατή μια περιοδεία για τους Lock Up. Υπήρχε μόνο μία πολύ επιτυχημένη συναυλία στο περίφημο Wacken Open Air το 2000 και μια φοβερή παράσταση εκεί. 20.000 άνθρωποι τρελάθηκαν και εξαπλάγησαν, επειδή ο Peter Tägtgren δεν ανέβηκε στην σκηνή με το υπόλοιπο συγκρότημα. Ήταν απασχολημένος με τους Hypocrisy και τους Pain. Ο αντικαταστάτης του δεν ήταν άλλος από τον Tomas «Tompa» Lindberg, τον θρυλικό πρώην frontman των At The Gates. Μετά από αυτό το show, έγινε μόνιμο μέλος των Lock Up.

Ακόμα και παρά το γεγονός ότι καταλαβαίνω γιατί όλοι, μαζί και εγώ, θεωρούν το «Pleasures Pave Sewers» ως το απόλυτα εμβληματικό, κλασικό πλέον, άλμπουμ της μπάντας, ωστόσο το αγαπημένο μου των Lock Up θεωρώ πως είναι το «Hate Breeds Suffering» του 2002. Υποθέτω ότι η αλλαγή του τραγουδιστή από τον Tägtgren στον Lindberg είναι ο κύριος λόγος για αυτό, παρόλο που ο Tägtgren ήταν εκπληκτικός στα καθήκοντά του, καθώς ο «Tompa» έχει ένα από τα πιο άρρωστα λαρύγγια πάνω στη Γη.

Τον Φεβρουάριο του 2000, οι Lock Up μπήκαν στο Framework Studio στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας για να ηχογραφήσουν το δεύτερο άλμπουμ τους. Σε παραγωγή από τον Russ Russels και μηχανικό ήχου τον κιθαρίστα των Napalm Death, Mitch Harris.

Το άλμπουμ συνεχίζει από το σημείο που οι Lock Up σταμάτησαν στο ντεμπούτο τους. Old school εμφανείς επιρροές, με ελαφρώς πιο catchy μέρη σ’ αυτό το δίσκο, αλλά πάντοτε με τον ίδιο συμπαγή ρυθμό. Δεν θα περιμέναμε άλλωστε πιο αργά ρυθμικά μέρη ή κομμάτια (αν εξαιρέσεις το «Detestation» όπου ξεκινά αργά προτού ο Lindberg ανεβάσει παλμούς με τις μανικές του τσιρίδες, αλλά και κάποια ακόμη διάσπαρτα μέρη σε κομμάτια του άλμπουμ). Άλλωστε το «Lock Up»  είναι μουσικός όρος, είναι ουσιαστικά η  τεχνική στο death metal drumming κατά την οποία τα χέρια σφίγγονται ή «κλειδώνουν» για να παράγουν αστραπιαία ταχύτητα. Οπότε επιτρεπτά εδώ είναι μόνο η επιθετικότητα και η ταχύτητα. Η έλλειψη εναλλαγών δεν δημιουργεί κανένα απολύτως ζήτημα καθώς ο σβέρκος σας αποζημιώνεται από τα θανατηφόρα riff του Pintado. Οι κιθάρες είναι δυναμίτης. Οι μπασογραμμές του Embury είναι έντονες και δυναμικές, δίνοντας ταυτόχρονα  χώρο στα τύμπανα του Clive Barker. Ο Barker εκτός από τα επιθετικά χτυπήματα, συνεισφέρει και με το παραπάνω στο σύνολο με τα καταπληκτικά του γεμίσματα και γυρίσματα.

Μετά από δεκαέξι τραγούδια θα ευχαριστείτε το δισκάδικο (ή ηλεκτρονικό κατάστημα) που αγοράσατε το άλμπουμ. Όλοι όσοι το έχετε ήδη στη κατοχή σας, το ξέρετε καλύτερα πόσο δυνατό είναι το “Hate Breeds Suffering”. Από το εναρκτήριο «Feeding on the Opiate», περνώντας στα «Castrate the Wreckage», «Violent Reprisal», «Dead Seas Scroll Deception», «High Tide in a Sea of Blood», «The Jesus Virus», «Cascade Leviathan», και φυσικά στο “Detestation”, αλλά και στο “The Sixth Extinction”, η αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα που αποπνέουν είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.