Η ιδιομορφία της Αμερικανικής γης και η κατανομή των συγκροτημάτων ανά ιδίωμα σχεδόν σαν μοίρασμα στα 4 σημεία του ορίζοντα έχει κάνει το Λος Άντζελες μητρόπολη του Glam και τη λεωφόρο του Sunset Strip μονόδρομο προς την κορυφή για όσους ασχολούνται με το συγκεκριμένο είδος και τα παρακλάδια του. Εν ολίγοις και ειδικά για τις δεκαετίες ‘70 και ‘80 αν ήθελες να γίνεις μεγάλος και να κατακτήσεις τον κόσμο, αρκούσε να κατακτήσεις την πρωτεύουσα της Καλιφόρνια. Αυτά βέβαια ίσχυαν για όλους πλην των Νεοϋορκέζων. Η μητρόπολη της Ανατολής εκτός από σταυροδρόμι πολιτισμών, έχει να υπερηφανεύεται για πολλές σκηνές που γέννησαν και δόξασαν τα συγκροτήματά της, συγκροτήματα θρύλους που μεγαλούργησαν εκεί και μια επιβλητική κληρονομιά που άφησε στο Glam με μεγαθήρια σαν τους Kiss και τους The New York Dolls που πήραν σάρκα και οστά στους πολυσύχναστους δρόμους της. Οι M-16 δημιουργήθηκαν το 1983 από τους Glen Oliver (lead κιθάρες), Tom Verrigni (ντραμς), Steve «Mote» Vandyke (μπάσο), Greg Simmons (φωνητικά) και Gary Ranze (ρυθμικές κιθάρες). Η εποχή ήταν τέτοια που ο κόσμος διψούσε για ζωντανές εμφανίσεις όχι μόνο μεγάλων ονομάτων αλλά και underground σχημάτων. Σε αυτό το γόνιμο περιβάλλον οι M-16 κατάφεραν να φτιάξουν ένα πολύ καλό όνομα στηριζόμενοι στην ενέργεια που βγάζαν στο σανίδι των μικρών κλαμπ, παίζονταν διασκευές σε διάσημα κομμάτια των Judas Priest, Iron Maiden, Dokken και Scorpions. Την ίδια χρονιά αρκετές μουσικές διαφορές έφεραν τους Ranze και Simmons εκτός γκρουπ με τους Eddie Scutt και Darren O’Brien να τους αντικαθιστούν. Το 1985 τα ιδρυτικά μέλη Oliver, VanDyke και Verrigni αποφάσισαν να συνεχίσουν με νέα μέλη τους Kevin Egnor στη δεύτερη κιθάρα και πίσω από το μικρόφωνο τον ταλαντούχο Lenny Thomas. Μετά από ελάχιστες ζωντανές εμφανίσεις, καινούργια αλλαγή πίσω από τα ντραμς και επιτέλους σταθερότητα στο lineup και μια περιοδεία σε κλαμπ της Ανατολικής Ακτής. Το απαραίτητο ψήσιμο στο δρόμο θα αποτελέσει μεγάλο σχολείο για τους M-16 και το ανακάτεμα των επιρροών τους από τα συγκροτήματα που μοιράστηκαν τη σκηνή (ενδεικτικά αναφέρω τους Armored Saint, Wrathchild America, Dirty Looks, Roxx, Triffid, και τους καλτ ήρωες Blacksmith) θα δημιουργήσει τον χαρακτηριστικό τους ήχο που 3 χρόνια αργότερα θα αποτυπωθεί σε βινύλιο. Το 1988 λοιπόν το Locked and Loaded κυκλοφόρησε από τους ίδιους πουλώντας πάνω από 25.000 αντίτυπα! Με έναν ήχο ανάμεσα στην άμπωτη του glam rock και την πλημμυρίδα του U.S. Power κατάφεραν μέσα σε 8 συνθέσεις να συνδυάσουν τη μελωδικότητα, τα προσεγμένα riff, τα εντυπωσιακά hooks, χωρίς να υστερούν σε δύναμη και την φωνάρα του Lenny Thomas να ξεχωρίζει. Το 1989 ηχογράφησαν άλλα δυο κομμάτια με καινούργιο lineup για ακόμη μια φορά, τα οποία συναντάμε στην φετινή και επετειακή επανακυκλοφορία του δίσκου μέσω της Prog AOR Records και της σειράς Dyamond Roxx. Το cd επανακυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Ευρώπη με το αυθεντικό εξώφυλλο με τον Grim Reaper με την κιθάρα στα χέρια (και όχι αυτό που κυκλοφόρησε το 2013 μέσω της Heaven And Hell Records ‎με την ξανθιά τύπισσα με το πολυβόλο στα χέρια και στης οποίας το t-shirt αποτυπωνόταν το αυθεντικό εξώφυλλο), και πέρα από το άλμπουμ και τα δυο demo του ’89, περιέχει ένα 12σελιδο βιβλιαράκι με την ιστορία της μπάντας και πολλές σπάνιες φωτογραφίες. Όσοι αγαπάτε το μελωδικό Hard Rock και στη δισκοθήκη σας έχετε σε περίοπτη θέση δίσκους των Dokken, Fifth Angel, Whitefoxx, Leatherwolf και το ομώνυμο των Hawk (του 1985) επενδύστε άφοβα και αφεθείτε σε ύμνους σαν τα Much Too Young For Me και Tonite (It’s You).