Καθώς ήμουν πραγματικά κακός στο να λαμβάνω τις σωστές αποφάσεις και ένας γνήσιος συλλέκτης λαθών, το 2002 ήταν μια παράξενη περίοδος για μένα. Περιπλανιόμουν από μια σχολή στην άλλη, κινούμενος από πόλη σε πόλη, έχοντας ξοδέψει τη ζωή μου σε άχρηστες δουλειές, φτηνά ποτά και ρηχές γυναίκες. Πιθανώς το γεγονός ότι όλα τα επίθετα ταιριάζουν σε όλα τα υποκείμενα-πρόσωπα στην προηγούμενη πρόταση αποκαλύπτει ότι τα πράγματα ήταν ένα απόλυτο χάος. Είχα όμως ακόμα αρκετό χρόνο και χρήματα για να βρω τα βιβλία που λάτρευα και τους δίσκους που ήθελα. Και μπορεί μια ματιά στο τότε παρελθόν μου να θυμίζει  όταν κοιτάς μέσα από κιάλια αλλά τα κρατάς ανάποδα, σίγουρα όμως η επανέκδοση της Repulsive Echo σε μορφή βινυλίου του «Will to Kill» (που είναι ένας από αυτούς τους πολύτιμους δίσκους  που αγόρασα τότε σε CD) είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να φρεσκάρω την μνήμη μου, αλλά κυρίως και κάτι που σίγουρα θα κάνει τους οπαδούς τους παγκοσμίως να ξετρελαθούν. Τότε οι Malevolent Creation βρίσκονταν σε μια δύσκολη περίοδο. Οι περιστάσεις ήταν ασυνήθιστες και περίεργες. Οι δύο τελευταίες προσπάθειές τους ήταν δυνατά άλμπουμ, με τα «The Fine Art of Murder» (1998) και «Envenomed» (2000) να είναι καλά παραδείγματα μιας μπάντας που εξακολουθεί να πεινάει και διψάει για αίμα. Επιπρόσθετα ένα νέο συμβόλαιο με το Nuclear Blast, αλλά και με μια νέα σύνθεση μελών  έκαναν τα πράγματα δύσκολα για το νέο ξεκίνημα. Είχαν λοιπόν έναν νέο ντράμερ, τον Justin Dipinto (πρώην Divine Rapture), ο οποίος αντικατέστησε τον Dave Culross, καθώς ο Dave αποφάσισε να επικεντρωθεί στην προσωπική του ζωή και η πιο σημαντική αλλαγή ήταν ο τραγουδιστής Kyle Symons (Hateplow) που αντικατέστησε τον Brett Hoffmann νωρίτερα το 2001. Φυσικά το λαρύγγι του Hoffmann θεωρείται και είναι θρυλικό τώρα, όπως και τότε. Στην πραγματικότητα δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Brett Hoffman ήταν μακριά από το συγκρότημα, αλλά σε αντίθεση με τον Jason Blachowicz ο οποίος ήταν frontman στα albums «Eternal» (1995) και «In Cold Blood» (1997), ο Symons είναι πολύ κοντά στο Hoffman φωνητικά. Αυτός ο παράγοντας έδωσε μια αίσθηση της συνοχής με τα προηγούμενα άλμπουμ του καταλόγου τους και ενώ το υλικό ήταν μια απλοϊκή βουτιά στο παρελθόν τους (αλλά με μια νέα-φρέσκια ματιά και προοπτική), αποδείχθηκε να είναι τόσο δραστήριο και αναζωογονητικό όσο ένα one night stand με 25χρονη ξανθιά σε ένα γάμο 30 ετών… Η απόδοση τους είναι στιβαρή και σταθερή, η σύνθεση είναι η κορυφαία και για άλλη μια φορά το  riffing έχει αυτή την αύρα του ’80 που φέρνει στο νου τους θρύλους του Bay Area και τα καλύτερα έργα τους. Τα τραγούδια είναι ευκολομνημόνευτα γεμάτα με midtempo τμήματα που έχουν αυτό το groovy ρυθμό που σε κάνει να κάνεις αμέσως headbanging. Τα blast beats δεν είναι χωρίς νόημα και έχουν αυτά τα σπασίματα ρυθμού και τα δίκασα που κάνουν το τελικό αποτέλεσμα λιγότερο προβλέψιμο και μονότονο. Έχετε υπόψη ότι αυτό ήταν το 8ο studio άλμπουμ τους μετά από σχεδόν 15 χρόνια καριέρας και το συγκρότημα αντιμετώπιζε ένα δύσκολο σταυροδρόμι τότε. Κάποιοι μπορεί να απογοητευθούν αν ψάχνουν για κάτι καινοτόμο ή πειραματικό. Επειδή το «Will To Kill» είναι ένα άλμπουμ για διασκέδαση,  με στίχους για θανάτους και ακρωτηριασμούς, thrashάδικα riffs και εκρηκτικά drums, με 11 killer κομμάτια που σε γρονθοκοπούν στο πρόσωπο. Όπως και θα πρεπε να είναι… Highlights: «All that Remains», «With Murderous Precision», «Superior Fire Power» και «Divide and Conquer».