Οι Manowarriors διαβαίνουν το μονοπάτι της δόξας με εναρκτήριο λάκτισμα το μακρινό 1980. Θέλοντας να αναμοχλεύσω το αριστουργηματικό, κατά τη ταπεινή μου άποψη, Sign of the Hammer, δε θα μπορούσα να παραλείψω αυτή τη σύντομη αναδρομή στα θεμέλια του οικοδομήματος των πρωτοστατών του είδους. Πρόκειται ίσως για τη μοναδική μπάντα στον πλανήτη με τους πιο φανατικούς οπαδούς αλλά και ισάριθμους αρνητές. Αν ήθελα να αποτυπώσω με μία λέξη τι εστί heavy metal αυτή θα ήταν Manowar, γιατί η ίδια τους η ύπαρξη ενσαρκώνει όλα όσα πρεσβεύει το είδος. Όταν η μουσική τους εκρήγνυται στα ηχεία η καρδιά ανεβάζει παλμούς, οι φλέβες πετάγονται και τραγουδάς, είναι αδύνατον να μην ακολουθήσεις, είναι ακριβώς η ίδια αίσθηση του να είσαι κερκίδα πέταλο και να ηχούν τα τύμπανα των συνθημάτων … απλά τραγουδάς, βγαίνει αβίαστα. Στο δια ταύτα όμως, μεταφερόμαστε στο 1980, σε μια περιοδεία που άφησε τη δική της ιστορία, σ’ αυτή του Heaven and Hell των Sabbath. O αεικίνητος πανκάς την περίοδο εκείνη, καθώς συμμετείχε στους The Dictators, Ross the Boss, άνοιγε παράλληλα με τους Shakin ’Street, τις συναυλίες των Sabs. Στo υπερθέαμα των συναυλιών έβαλε το χεράκι του ο βομβαρδιστής Joey DeMaio, καθώς είχε την επιμέλεια των πυροτεχνημάτων, ενώ ταυτόχρονα ήταν all around για τυχόν τεχνικές αναμπουμπούλες στα μπάσα του Geezer. Ross και Joey τα ήπιαν και τα είπαν για τις μουσικές τους ανησυχίες, και εγένετο Manowar! Φημολογείται δε πως ακόμη και ο Ronnie James Dio τους παρακίνηση να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Ολοκληρώνοντας το ρόστερ, προσέλαβαν τον ντράμερ Donnie Hamzik, και φυσικά τον τιτανομέγιστο Eric Adams (πάλαι ποτέ συμμαθητής και φίλος του Joey).

«Ενώ οι Sabbath ήταν στη σκηνή, ο Ross και εγώ ξεκινήσαμε να τζαμάρουμε backstage» – Joey DeMaio

Τα πρώτα άλμπουμ καθιέρωσαν τον epic/heavy ήχο ορόσημο της μπάντας. Ενστερνιζόμενοι μία εμφάνιση- επίκληση στο στοιχείο των βαρβάρων πολεμιστών, πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή, προϊδέαζαν για το μακελειό που θα ακολουθούσε. Το ντεμπούτο τους εν έτη 1982, Battle Hymns, σκάει κατευθείαν στο πεδίο της μάχης. Ο Hamzik είχε ήδη αποφασίσει να αποχωρήσει από το συγκρότημα στο τέλος της περιοδείας, ενώ αντικαταστάθηκε από τον Scott Columbus. Μόλις ένα χρόνο μετά οι Manowar παίρνουν πρωτοκαθεδρία με το Into Glory Ride, όντας ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό τους άλμπουμ. Ως σύγχρονοι Vikings τραγουδούν για να τιμήσουν τη Valhalla με επτάλεπτους ύμνους, καθιστώντας το άλμπουμ ναυαρχίδα του στόλου τους. Περνώντας στον προκάτοχο του Sign of the Hammer, που κυκλοφόρησε το 1984, το Hail to England, ασχέτως του συσχετισμού του με τη χαμένη περιοδεία που λύπησε βαθύτατα τους Βρετανούς οπαδούς, είναι η απόλυτη αιματοχυσία.

«Ο όρος Manowar αντιπροσωπεύει ότι ο καθένας μας έχει μάχες να παλέψει, άσχετα αν πρόκειται για  ασθένεια, ή για  προσωπικά ζητήματα, είναι ο αγώνας για να επιτύχεις κάτι διαφορετικό, να αλλάξεις τη ζωή σου, να γίνεις καλύτερος και απλά να πιστέψεις στον εαυτό σου» – Joey DeMaio

Μετά το Hail to England, σίγουρα θα διερωτηθείς πόσα έπη ακόμη θα ακολουθήσουν; Θα ξεπερνούν την αψάδα και την τρουίλα των προκατόχων τους; Η μπάντα με το δυνατότερο σε ένταση (και έξαρση θα πω εγώ) παίξιμο στον κόσμο (με σφραγίδα!) δίνει την πιο ηχηρή της απάντηση με τα άλμπουμ που ακολουθούν να αποτελούν εφαλτήριο για την επέκταση της αυτοκρατορίας τους και τον εμπλουτισμό της κληρονομιάς τους. Το συγκρότημα έφυγε από την Liberty Records το 1983 και έκανε deal με τη Megaforce Records στις ΗΠΑ υπογράφοντας το συμβόλαιο με το ίδιο τους το αίμα! Οι Manowar επέστρεψαν στο στούντιο, κυκλοφορώντας το Sign of the Hammer δέκα μήνες μετά. Ο DeMaio βομβαρδίζει τα πάντα στο πέρασμά του, προκαλώντας ανατριχίλες με το ύψιστο σόλο του στο Thunderpick. Ταξιδεύοντας στο χωροχρόνο ηρεμείς στο άκουσμα του Mountains. Το απόλυτο κεφαλοκλείδωμα ωστόσο  έρχεται στο Guyana (Cult of the Damned). Οι στίχοι, συνδυαστικά πάντα με την επική απόδοση παικτικά και συνθετικά, σε πάνε πίσω στο 1978, στη μαζική αυτοκτονία της ομάδας Peples Temple (500 άνδρες, γυναίκες και παιδιά), που έγινε στο Jonestown, βορειοδυτική Γουιάνα, καθ’ υπόδειξη του ηγέτη τους Jim Jones.

Be good to the children and old people first

Give them a drink, they’re dying of thirst”.

All Men Play On Ten, από το total leather είδωλο Eric Adams (με είδωλο το εικόνισμα Gillan, να τα λέμε και αυτά!), σε κολλάει στον τοίχο τσιρίζοντας death to false metal! Hailed is Thor (The Powerhead) με το οπαδικό «live to fight on that final day» – να αποτελεί ονείρωξη των απανταχού εραστών του headbanging (πακετάκι φυσικά με το gloves of metal). Κατά τη Νορβηγική μυθολογία στο τέλος του κόσμου Θεοί και Γίγαντες θα έδιναν μία τελική μάχη για την απόλυτη κυριαρχία. Οι Θεοί, είναι καταδικασμένοι να χάσουν, ενώ πολλοί από τους θανάτους προηγούνται της τελικής μάχης. Τίμιο είναι και το cover των Therion στο άλμπουμ τους «Crowning of Atlantis». Τα Sign of the Hammer και The Oath με μπασοτύμπανο γρήγορο σαν αστραπή, βάζουν άνετα υποψηφιότητα για τις κορυφαίες στιγμές του Scott Columbus (ο οποίος μας εγκατέλειψε προ δεκαετίας) σ’ ολόκληρη την καριέρα του. Τα γεμίσματα στο The Oath είναι από άλλον πλανήτη! Πολλά από τα κομμάτια του άλμπουμ εξακολουθούν να βρίσκονται στη φαρέτρα των live εμφανίσεων της μπάντας. Δικαιωματικά, καθώς εντάσσεται χρονικά στη χρυσή όπως συνηθίζω να την αποκαλώ δεκαετία των έιτιζζ, η παραγωγή, αν και κατηγορήθηκε τα δέοντα ως αναχρονιστική ή ξεπερασμένη αν θες, κατ’ εμέ προσδίδει τη γοητεία που αρμόζει σ’ αυτό το δίσκο. Η επιτυχία του άλμπουμ αποτέλεσε το έναυσμα για διετή παρακαλώ παγκόσμια περιοδεία.

Μπορεί εσύ που διαβάζεις να πέφτεις στα πατώματα ή να κράζεις τους Manowar,  σεβαστό! Ωστόσο, υπάρχει μία αλήθεια (και όχι δεν είναι στους sex pistols), είναι στον απόλυτο στίχο “other bands play, Manowar kill” !! Δεν υπάρχει πιο τρανταχτή απόδειξη από τα live τους, αυτά που κάθε φορά ευλαβικά αφιερώνουν στους οπαδούς τους. Το Sign of the Hammer, εντάξει και η ασύλληπτη φωνή του Eric Adams, με ενέταξαν στο στρατόπεδό τους.  “In heavy metal we believe, if you don’t like it time to leave, Manowarriors raise your hands we fight for metal”

“Νιώθουμε ότι ο καθένας μας έχει ανάγκη έναν ήρωα στη ζωή του. Πάντα πιστεύαμε ότι το heavy metal έχει να κάνει με τη δύναμη, με το ατσάλι. Γι’ αυτό τον λόγο πάντα προσθέταμε δυναμισμό και βαρβατίλα στα κομμάτια μας. Δεν υπάρχει κάτι πιο δυνατό από το ατσάλι, μόνο αυτό χαρακτηρίζει το πραγματικό heavy metal”- Eric Adams