Είμαστε στον Σεπτέμβρη του 1988, μόλις 2 χρόνια μετά τον χαμό του Cliff Burton και οι Metallica κυκλοφορούν τον 4ο δίσκο τους, το «…And Justice for All». Ο πρώτος best selling δίσκος τους, που σκαρφάλωσε στην θέση #6 του Billboard 200 και έμεινε εκεί για 83 εβδομάδες. Μέσα σε όλα, είναι ο πρώτος «κανονικός» δίσκος, που πλέον παρουσιάζεται ο Jason Newsted ως ο νέος μπασίστας της μπάντας. Τα εισαγωγικά στην λέξη κανονικός, είναι γιατί ο Jason άτυπα και ανεπίσημα, παρουσιάστηκε στο EP της προηγούμενης χρονιάς, το «The $5.98 EP – Garage Days Re-Revisited», που περιείχε 5 διασκευές, σε μπάντες που επηρέασαν την μουσική της των Metallica. Με τον νέο δίσκο παρόλα αυτά, η κατάσταση με τον Jason ήταν ακόμα λίγο μπερδεμένη, καθώς από τη μια, οι υπόλοιποι 3 είχαν ακόμα θυμό και θλίψη μέσα τους για τον θάνατο του Cliff, αλλά παράλληλα ήθελαν να συνεχίσουν, καθώς όπως έλεγαν και οι ίδιοι, αυτό θα ήθελε και ο Cliff. Ο Jason λοιπόν, ήταν κάπου ανάμεσα σε αυτό και η θέση του δεν ήταν και η ευκολότερη που θα μπορούσε να είναι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που του έκαναν καψόνια, χωρίς όμως να είναι με κακία. Ήταν ο τρόπος τους να ξεφύγουν λίγο από την όλη κατάσταση και να βάλουν μια δόση χαβαλέ ώστε να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν, κυρίως ψυχολογικά.

Πηγαίνοντας στο μουσικό κομμάτι του δίσκου πρέπει εννοείται να αναφέρουμε πρώτα απ‘ όλα, ότι εδώ θα ακούσουμε για τελευταία φορά την μουσική του Cliff και είναι η τελευταία φορά που στους Metallica έχουμε 5 συνθέτες. Το «To Live Is to Die», στο μεσαίο του σημείο με το μπάσο, είναι η τελευταία μουσική σύνθεση του εκλιπόντος, και έχουμε και το 4στιχο ποίημα που υπάρχει και στην πλάκα που έχει στηθεί στην μνήμη του, στο σημείο που έγινε το ατύχημα, στις 27/9/1986. Επίσης, σαν trivia πληροφορία, θα ακούσουμε τον James να παίζει solo για 2η φορά στην ιστορία της μπάντας, στο συγκεκριμένο κομμάτι. Στο θέμα των συνθέσεων τώρα, έχουμε πιο «progressive» δομές στα κομμάτια, ναι μεν με τα κουπλέ-ρεφραίν να υπάρχουν, αλλά με πολλές αλλαγές και φυσικά αρκετά δύσκολο να αποδοθούν ζωντανά. Μάλιστα είναι σχετικά διάσημη η ατάκα του Kirk όταν μετά από μια εμφάνιση στην οποία έπαιξαν το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, πηγαίνοντας στα παρασκήνια, είπε στους υπόλοιπους «είναι η τελευταία φορά που παίζουμε αυτή τη μαλακία». Εννοείται φυσικά ότι αυτό δεν συνέβη, καθώς το κομμάτι απέκτησε σημαντικό ρόλο στο setlist στην περιοδεία για το άλμπουμ, έχοντας και ένα τεράστιο άγαλμα της Lady Justice, το οποίο χτίζεται ενώ παίζουν και γκρεμίζεται στο τέλος του συγκεκριμένου κομματιού με ιδιαίτερα πανηγυρικό τρόπο. Οι κιθάρες, ξεκίνησαν να βαραίνουν πολύ σε αυτό το άλμπουμ, κάτι που συνεχίστηκε και στις μετέπειτα κυκλοφορίες τους, με αποκορύφωμα να είναι πάντα και μέχρι σήμερα, το «Metallica (Black Album)», που κυκλοφόρησε 3 χρόνια μετά, το 1991. Τα τύμπανα πρίμα όσο δεν πάει, οι κάσες υπερτριγκαρισμένες για να το πούμε με τα σημερινά δεδομένα, καθώς δεν ξέρω αν υπήρχε το trigger το 1988 και το μπάσο… ανύπαρκτο σε ότι αφορά το τελικό αποτέλεσμα. Προφανώς το ηχογράφησαν κανονικά, αλλά ο Lars, αποφάσισε σχεδόν την τελευταία στιγμή να το κατεβάσουν σχεδόν στο μηδέν, με τον James να σηκώνει τα χέρια ψηλά (κυριολεκτικά, όπως φαίνεται και σε αντίστοιχο βίντεο με συνεντεύξεις των ίδιων). Αυτό το γεγονός, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, οι οποίες αντιδράσεις, υπάρχουν και μέχρι σήμερα και ειδικά μετά την κυκλοφορία μιας ανεπίσημης remastered έκδοσης, με τίτλο «…And Justice for Jason», στην οποία το μπάσο είναι γραμμένο από αυτόν που το έφτιαξε και ανεβασμένο πάνω από τις κιθάρες. Φυσικά αυτό δημιούργησε 2 «στρατόπεδα», με αυτούς που λένε ότι είναι καλό μεν, αλλά δεν αλλάζουν με τίποτα την αυθεντική έκδοση και μέσα σε αυτούς είμαι κι εγώ και σε αυτούς που λένε ότι οι Metallica πρέπει να κυκλοφορήσουν επίσημα το άλμπουμ ξανά, αλλά με το μπάσο εκεί που θα έπρεπε να είναι. Για τα πρακτικά πάντως, ακόμα και ο ίδιος ο Jason είχε «κράξει» όταν του έδωσαν να ακούσει αυτό το δημιούργημα, λέγοντας ότι διαφωνεί με οτιδήποτε πάει να αλλάξει το αυθεντικό άλμπουμ.

Επίσης με αυτή την κυκλοφορία, βλέπουμε το πρώτο βίντεο κλιπ των Metallica, για το κομμάτι «One», έναν αντιπολεμικό ύπνο, με σκηνές από την ταινία «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του». Για άλλη μια φορά, η μπάντα ήταν στο επίκεντρο της λογοκρισίας και των κακών γλωσσών, αφού δεν ήταν λίγοι αυτοί που (πάλι) τους κατηγόρησαν ότι ξεπουλήθηκαν, λόγω του ότι κάποτε έλεγαν ότι δεν θα βγάλουν ποτέ βίντεο κλιπ. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό δεν τους πτόησε και πολύ, αφού οι ίδιοι απολάμβαναν την τεράστια επιτυχία που είδαν να κερδίζουν μετά την περιοδεία του προηγούμενου δίσκου τους, του «Master of Puppets» και ειδικά στο σκέλος όπου βγήκαν στον δρόμο με τον Ozzy. Βέβαια μαζί με τα καλά, πάντα υπάρχουν και τα άσχημα ειδικά με ότι έγινε με τον Cliff. Πηγαίνοντας λοιπόν ξανά στο νέο άλμπουμ, είχαμε την υποψηφιότητα για Grammy, συγκεκριμένα για το «One», μάλιστα η εταιρία είχε ήδη τυπώσει αυτοκόλλητα πάνω στο εξώφυλλο του «…And Justice for All», τα οποία έγραφαν «νικητές Grammy», αλλά οι Jethro Tull είχαν άλλη γνώμη, καθώς κέρδισαν αυτοί με τον δικό τους νέο δίσκο. Όταν μετά από χρόνια, οι Metallica ξαναβρέθηκαν στα Grammy, ο Lars αστειευόμενος, είπε «πρώτα απ’ όλα, να ευχαριστήσουμε τους Jethro Tull, που δεν έβγαλαν νέο δίσκο φέτος». Τα προβλήματα ξεκίνησαν, όταν ο James έδειξε τα πρώτα σημάδια αλκοολισμού, και όπως είπε και ο ίδιος, δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έβλεπαν να αργοπίνει μια μπύρα, καθώς του είχαν απαγορεύσει να πίνει την αγαπημένη του Absolut. Χρόνια μετά, σε συνεντεύξεις, έχουν πει και οι ίδιοι, ότι δεν ήταν πολύ εύκολο να διαχειριστούν όλη αυτή την επιτυχία και ας μη γελιόμαστε, ήταν μόλις 25 ετών. Ας σκεφτούμε όλοι εμείς τι κάναμε στα 25 μας και ας δούμε τι έκαναν αυτοί.

Στα της περιοδείας για τον δίσκο, το «…And Justice for All», υποστηρίχθηκε ζωντανά με την Damaged Justice tour, η οποία ξεκίνησε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1988, μόλις 3 μέρες μετά την κυκλοφορία του δίσκου και τελείωσε στις 7 Οκτωβρίου του 1989. Ο Jason παρόλα αυτά, σύμφωνα με μια δήλωσή του, λέει ότι στην ουσία η περιοδεία προετοιμάστηκε και άτυπα ξεκίνησε με την εμφάνισή τους στην Monsters of Rock tour (27/5/1988 – 30/6/1988) με headliners τους Scorpions και Van Halen. Οι Metallica έβγαιναν 2οι, μετά τους Kingdom Come και πριν τους Dokken. Μια από τις πιο τραγελαφικές στιγμές της συγκεκριμένης περιοδείας, ήταν στις 24/7/1988, όταν έπαιξαν στο Λος Άντζελες και συγκεκριμένα στο Los Angeles Memorial Coliseum. Επίσης εκεί, οι ίδιοι οι Metallica, συνειδητοποίησαν ότι πρόκειται πολύ σύντομα να πραγματοποιηθεί το μεγάλο τους «άνοιγμα», κάτι που έγινε λίγους μήνες μετά, με την έναρξη της Damaged Justice περιοδείας. Όπως είπαμε, έβγαιναν 2οι, στις 2 το μεσημέρι και έπαιζαν 60 λεπτά. Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, σκεφτείτε ότι ήδη είχε μαζευτεί κόσμος της τάξεως των 50-60.000 οπαδών, με μέγιστη χωρητικότητα τυ χώρου τις 80.000. Αυτοί όλοι λοιπόν, ήταν εκεί για τους Metallica. Ο Jason θυμάται ότι όταν το «Ecstasy of Gold» ξεκίνησε να παίζει από τα ηχεία, έβλεπε τον κόσμο να κατεβαίνει από τις κερκίδες προς την αρένα σαν σμήνος και να έρχονται κατά πάνω τους. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «ήταν σαν να έχεις τραβήξει ένα γιγάντιο καζανάκι». Συνέχισε λέγοντας, «μέσα στο mosh pit, πρέπει να ήταν περίπου 200 άτομα. Οι διοργανωτές όμως, είχαν βάλει καρέκλες στην αρένα, όλες δεμένες/κολλημένες μεταξύ τους, σε σειρές. Ήμασταν στο 5ο κομμάτι, στο «Whiplash», όταν ο κόσμος ξεκίνησε να ξεκολλάει τις καρέκλες όπως ήταν σε σειρά και τις έφερναν προς τα εμάς, πάνω από τα κεφάλια τους και τις άφηναν μπροστά στους σεκιουριτάδες. Έπρεπε να σταματήσουμε για λίγο το κομμάτι, το οποίο το κόψαμε λίγο μετά την δεύτερη στροφή και απλά κάτσαμε πίσω από τους ενισχυτές και περιμέναμε να καθαρίσουν τον χαμό που γινόταν. Όταν κατάφεραν και μάζεψαν όλες τις καρέκλες, έβλεπες ένα βουνό από αυτές πίσω από την σκηνή, στο πάρκινγκ… ήταν σαν να έβλεπες να καίνε δίσκους ή βιβλία. Μετά από λίγο, βγήκαμε στη σκηνή και απλά συνεχίσαμε το κομμάτι από εκεί που το σταματήσαμε. Γύρισμα στα τύμπανα και ΜΠΑΜ, το pit μεγάλωσε στα περίπου 500 άτομα. Όταν τελειώσαμε την εμφάνισή μας και έπρεπε να ανέβουν οι Dokken, τους είπαμε σας αγαπάμε, αλλά καλή τύχη στο να διαχειριστείτε αυτό, δείχνοντάς τους τον κόσμο». Όλο αυτό μπορείτε να το δείτε εδώ:

(στο 29:20 – 33:00 βλέπουμε τις καρέκλες να μαζεύονται μπροστά και στο 34:35, ακούμε το γύρισμα των τυμπάνων από το ρεφραίν και να συνεχίζεται το κομμάτι).

Σύμφωνα με δηλώσεις του Lars, η περιοδεία για το άλμπουμ αυτό, ήταν κάτι πρωτόγνωρο και ειδικά για μια μπάντα σαν τους Metallica, το 1988. Τότε ήταν που ξεκίνησαν να παίζουν σε αρένες και ωρίμασαν μουσικά και συνθετικά. Στο τέλος της περιοδείας, μετά από το 3ήμερο στο Irvine Meadows Amphitheater, στο Seattle, από όπου βγήκε και το βίντεο που συμπεριλήφθηκε στο «Live Shit: Binge & Purge» του 1993, όπου ουσιαστικά τελείωσε η περιοδεία και μετά από 3 εμφανίσεις στην Βραζιλία, ήδη σκεφτόντουσαν για τα επόμενα βήματα. Κάπου εκεί, ήταν που άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα για τον επόμενο δίσκο τους, που επρόκειτο να τους πάει σε επίπεδα και καταστάσεις που ούτε καν μπορούσαν να φανταστούν μέχρι τότε και επίσης εμφανίστηκαν τα πρώτα νέα κομμάτια, συγκεκριμένα τα «Enter Sandman», «Sad but True» και «Wherever I May Roam». Σε αυτό το σημείο, οι Metallica κατάλαβαν ότι θα άλλαζαν πορεία, από τις περίεργες δομές και τους στίχους για την διαφθορά της δικαιοσύνης, σε ένα πιο «ευθύ» μουσικό στυλ και μονοπάτι.

Δεν ξέρω αν μπορώ να γράψω κάτι άλλο για να κλείσω αυτό το κείμενο. Προσωπικά, ενώ προφανώς το λατρεύω δεν έχω το ίδιο συναισθηματικό δέσιμο που έχω με το επόμενο άλμπουμ τους και για το οποίο ήδη γράψαμε στο προηγούμενο άρθρο. Παρόλα αυτά, ακούγοντάς το φυσικά καθώς γράφω αυτό άρθρο, θυμάμαι το σκηνικό, όπου ένας φίλος, μερικά χρόνια μεγαλύτερος, εκεί κάπου στο 1994-1995, μου έφερε μια κασέτα με το «Nevermind» των Nirvana. Ακούγοντάς το λοιπόν, και φτάνοντας στο τέλος της κασέτας, μπαίνει ένα κομμάτι που διέφερε πολύ. Πάρα πολύ και το οποίο θυμάμαι ότι μου έκανε τρομερή εντύπωση. Ήταν το καλύτερο κομμάτι που είχε μέσα αυτό το «Nevermind», καθώς νόμιζα ότι ήταν όντως τραγούδι αυτού του άλμπουμ, το οποίο ήταν και η πρώτη μου επαφή με τους Nirvana. Ακούγοντας λοιπόν αυτό το κομμάτι, μου είχε κάνει τρελή εντύπωση, ένα σημείο, εκεί προς το τέλος του κομματιού, όπου τα τύμπανα ήταν σαν πολυβόλο. Φυσικά αναφέρομαι στο «One», καθώς ο φίλος αυτός, το είχε γράψει για να γεμίσει την πλευρά και το κενό στην κασέτα. Κάπου εδώ, ήταν το ξεκίνημα της σχέσης μου με το «…And Justice for All», μια σχέση που κρατάει μέχρι σήμερα και δεν το βλέπω να τελειώνει σύντομα, βασικά δεν την βλέπω να τελειώνει ποτέ. Φυσικά όπως σε κάθε δίσκο των Metallica, μιλώντας για μένα, παρόλο που προφανώς τα λατρεύω όλα, υπάρχουν πάντα κάποια κομμάτια που μου κάνουν αυτό το έξτρα «κλικ». Στην προκειμένη, αυτό το «κλικ», έγινε με το «Blackened» και την λυσσασμένη εισαγωγή του, προφανώς με το «One» και με το «To Live Is to Die». Το γιατί ήταν αυτά τα 3, δεν το ξέρω, με εξαίρεση το «To Live Is to Die», το οποίο και να θες δεν γίνεται να μην σε αγγίξει.