Είναι στη φύση της στήλης να διαλέγει τα μη προφανή και να φλερτάρει με τα αουτσάιντερ. Ακούγεται κάπως πιο ευοίωνο από το να φλερτάρεις με την καταστροφή όπως οι Molly Hatchett, με την φυγή του πρώτου τους τραγουδιστή Danny Joe Brown στα 1978 να κάνει το τίτλο της μεγάλης τους επιτυχίας να ακούγεται προφητικός. Φυσικά όποιος είναι τακτικός αναγνώστης θα μπορούσε να μαντέψει το Beatin’ The Odds, αν θυμηθούμε πως παλαιότερα από την πλούσια δισκογραφία των Sabbath επιλέξαμε να ασχοληθούμε με το Born Again. Οι Molly Hatchett πήραν το όνομά τους -με την ιστορία να θυμίζει στους μεταλλάδες τους Lizzy Borden– από την πόρνη που έζησε τον 19o αιώνα με το ίδιο όνομα που σκότωνε τους πελάτες-εραστές της με τσεκούρι. Σχηματίστηκαν το 1971 από τους Dave Hublek και Steve Holland. Πρώτος τραγουδιστής τους, ο πολύς Danny Joe Brown, που η πληθωρική του παρουσία στιγμάτισε το συγκρότημα (εντάχθηκε λίγο αργότερα στα 1974). Το ψήσιμο στους δρόμους, τα ταλέντο που ξεχείλιζε και ένα πολυπόθητο συμβόλαιο με την πολυεθνική Epic συν την βοήθεια του Ronnie Van Zant των Lynyrd Skynyrd που ήταν ο παραγωγός στον πρώτο δίσκο των ΜΗ, διαμόρφωνε τις πλέον κατάλληλες συνθήκες για καταξίωση στο νεαρό σχήμα. Το δυστύχημα των Skynyrd στα 1977 έκοψε το νήμα της ζωής για τον Ronnie Van Zant, αλλά όχι και την σύνδεση των ΜΗ με το θρυλικό σχήμα. Ο ήχος των Molly Hatchett επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τους Lynyrd Skynyrd, ανακατεύτηκε με το παλιομοδίτικο ροκ, τους Blackfoot, τον Ted Nugent, τους Allman Brothers και τα παραδοσιακά southern blues και δημιούργησαν ένα πολύ δυνατό κράμα κλασικού ροκ που γεφύρωνε το χάσμα γενεών και ειδών που σκάρωναν την ίδια περίοδο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού κάποια κακομαθημένα ‘αγγλάκια’ (και καλά κάνανε). Μετά από 7 χρόνια στον δρόμο με εξαντλητικές περιοδείες, πολύ ποτό, 2 πετυχημένα άλμπουμ στις αποσκευές  και διάθεση για μια αλλαγή-στροφή την καριέρα του -και μια πολύ καλή δικαιολογία ιατρικής φύσης στο τσεπάκι- ο Brown αποχώρησε ακριβώς την στιγμή που οι Molly Hatchett ήταν έτοιμοι για την κορυφή στο σταυροδρόμι πριν την κυκλοφορία του τρίτου κρίσιμου δίσκου. Πολλοί παρομοίασαν αυτή την αλλαγή -μεταγενέστερα φυσικά και συγκρίνοντας ανόμοια μεγέθη- με αντίστοιχες στο χώρο του Heavy Metal/Hard Rock: με Dio στη θέση Ozzy,  Sammy Hagar στη θέση Lee Roth, Brian Johnson αντί του Bon Scott, με τον κατάλογο να μην έχει τελειωμό, με μια κοινή συνισταμένη βέβαια: την απαρέγκλιτη πορεία προς τα πάνω για το συγκρότημα παρά την αλλαγή πίσω από το μικρόφωνο. Ο αντικαταστάτης Jimmy Farrar συνδύαζε την μελωδικότητα των blues με την σκληράδα του Hard Rock, την αμεσότητα και την αφηγηματική ερμηνεία με τις ποικίλες επιρροές που εκτείνονταν σε ευρύ φάσμα, την απλότητα με την καμωμένη για αρένες φωνή σε ένα εντελώς προσωπικό ύφος και μια τελείως διαφορετική από τον προκάτοχό του προσέγγιση. Οι ένα εκατομμύριο πωλήσεις του άλμπουμ το μαρτυρούν αυτό. Οι συνθέσεις έχουν κάτι εθιστικό και συνάμα ξεσηκωτικό που σε ωθεί σχεδόν να χορέψεις, είναι καλογραμμένες και προσεγμένες με την δεύτερη πλευρά του βινυλίου να λάμπει. Το «Few And Far Between» με τις εξαιρετικές slide κιθάρες, το εναρκτήριο «Beatin ‘the Odds» με το κολλητικό αν και απλό ρεφραίν και τα πανέμορφα σόλο, το αγαπημένο μου και αφηγηματικό «Double Talker» που είναι φτιαγμένο για single, το «Poison Pen» που ο Farrar δίνει τον καλύτερο του εαυτό συν τα φοβερά σόλο, τα σαουθιάρικα “Sailor”, και «Get Her Back» (πάλι εξαίσιες slide κιθάρες), την διασκευή σε Creedence Clearwater Revival στο blues «Penthouse Pauper» (γραμμένο από τον John Fogerty) και το πιο Lynyrd Skynyrdικό τραγούδι του δίσκου «Dead and Gone» με τα δεύτερα γυναικεία φωνητικά συνθέτουν μια προσεγμένη δουλειά που στέκεται με περηφάνια από το 1980 στην δισκογραφία και κληρονομιά των Molly Hatchett.  Αν και τα εναπομείναντα μέλη (κανένα από τα αρχικά πλέον μετά και τον θάνατο του David Lawrence «Dave» Hlubek τον Σεπτέμβριο του 2017) που περιοδεύουν (και ηχογραφούν με πιο πρόσφατη δουλειά τους τις διασκευές στο “Regrinding the Axes” του 2012) με το όνομα αυτό σπάνια εμπιστεύονται κάποιο πέρα από το ομότιτλο στο σετλιστ τους. Το εξώφυλλο είναι φυσικά του Frank Frazetta και έχει τίτλο ‘The Berserker’. Κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1980 μέσω της Epic Records και έφτασε μέχρι το νούμερο #25 στο Billboard. Σε αυτό βοήθησε και η παραγωγή του Tom Werman (πασίγνωστού A&R και παραγωγού που δούλευε για την Epic Records από το 1970 μέχρι το 1982 και εμπλέκεται σε 23 χρυσούς και πλατινένιους δίσκους συγκροτημάτων σαν τους Mother’s Finest, Ted Nugent, Cheap Trick, Molly Hatchet, Blue Öyster Cult, Mötley Crüe, Twisted Sister, Stryper, Hawks, Kix, L.A. Guns και Poison). Η οποία ήταν πεντακαθαρή με έμφαση στις κιθάρες που συνέχιζαν στο ίδιο επιθετικό μοτίβο και ίσως ακόμα πιο πολύ κάνοντας τον ήχο πιο προσιτό στον μέσο Heavy Metal/Hard Rock οπαδό της εποχής. Μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στο κατώφλι των 80’s  (το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στα 1979) με την μουσική να τραβιέται στα άκρα μέρα με την ημέρα και την εξάπλωση του σκληρού ήχου γεωγραφικά, ταξικά και ηλικιακά να είναι πλέον μονόδρομος. Οι σκληροπυρηνικοί ακόμα και σχεδόν σαράντα χρόνια μετά δεν δέχονται το δίσκο (ούτε και τον επόμενο αποποιούμενοι ουσιαστικά την περίοδο Farrar των MH) σε ένα κρεσέντο νόθευσης των αναμνήσεών τους, μετατρέποντας τις σε πειστικές κατασκευές. Πολύ κοντά στο southern παρελθόν οι Molly Hatchett  με το Beatin’ The Odds μεγάλωσαν το ακροατήριό τους χωρίς να προδώσουν τις αρχές τους.