Είδος: Heavy Metal
Χώρα: Ελλάδα
Έτος: 2014

Για κάποιο πάρα πολύ περίεργο λόγο, ήμουν διστακτική στο να κάνω κριτική στο συγκεκριμένο δισκάκι. Φοβήθηκα να το βάλω να παίξει. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Λογοπαίγνιο στο όνομα, εκκεντρικότητα στο εξώφυλλο. Ξες, είχα αυτό το αίσθημα που σε πιάνει λίγο πριν κάνεις κάτι για το οποίο δεν είσαι πολύ σίγουρος, αλλά θες παράλληλα να αποδειχτείς και λάθος για την φαινομενικά «κακή» σου επιλογή. Από την άλλη είπα «Θα χει πλάκα να είναι καλό και απλά να απλώνω τραχανά τόσο καιρό.» Πατάω το play. Αυτό ήταν. Χαμός.

Οι Motherfaster είναι τρία παλικάρια από την Αθήνα, που ενώ αποτελούν ισχύ εν τη ενώσει από το 2011, το ντεμπούτο τους έγινε μόλις το 2014. Ο Παμίνος, ο Μπιλ και ο Τζιμ, οι οποίοι αναλαμβάνουν θέση φωνής / μπάσου, κιθάρας και τυμπάνων αντίστοιχα, μας φέρνουν ένα δισκάκι 9 κομματιών με συνθέσεις που ναι μεν σου θυμίζουν κάτι, αλλά απ’ την άλλη είναι τόσο ξεχωριστές και ιδιαίτερες. Είναι μια παραγωγή των ίδιων την Motherfaster, ενώ το χεράκι του σε μίξη και master έχει βάλει ο George Emmanuel.

Ο δίσκος ξεκινά με ένα instrumental, το “Not a Good Idea”, κινούμενο σε doom μονοπάτια, αλλού γρήγορα και αλλού αργά, με σόλο που σε φεύγει το τσερβέλο. Προμηνύει το ύφος τους υπόλοιπου δίσκου. Συνεχίζουμε με το “A Bad Idea”, έναν συνδυασμό heavy metal με doom και southern. Δεν πάνε να λένε ότι παίζουν heavy metal, ο ήχος τους συνολικά είναι πολύ πιο σκοτεινός, σαν να πέφτουν πλάκες τσιμέντο σε τζαμαρία. Αλλαγές στα φωνητικά έχουμε στο “The Nymph and the God”, όπου η φωνή του κυρίου Παμίνου γίνεται πιο καθαρή. Το σόλο και γενικότερα ο ήχος της κιθάρας στα δικά μου αυτιά φαίνεται να αλλάζει, ανεπαίσθητα, ομαλά, κρατώντας χαρακτήρα. Στο “Twenty Four Seven” έχουμε και πάλι διαφορετικά χρώματα και δονήσεις, πιασάρικους ήχους και ίσως το ιδανικότερο κομμάτι για να ακουστεί σε ραδιόφωνα. Έχει αυτή την ποιότητα που δεν έχουν άλλα κομμάτια του είδους γενικά, οπότε εύκολα θα μπορούσε να γίνει ραδιοφωνική επιτυχία. Καπάκια μπαίνει το “Tunes of Doom”, που βρίθει από Black Sabbath και μερικά ψήγματα Black Label Society. Ακολουθεί το “Jealously Insane” που ανεβάζει τους ρυθμούς, πιο γρήγορο παίξιμο, γεμάτο ενέργεια, με μπόνους ένα βαρύ κ ασήκωτο ριφφ που λειτουργεί και σαν outro ταυτόχρονα. Επόμενες στάσεις τα “Mirrors of Insanity” και “Red Lights” στο ίδιο σκηνικό με mid – tempo σκοτεινές κιθάρες. Ο δίσκος κλείνει με το “Royal Treatment”, ένα Judas-Priest-ικό απίθανο κομμάτι με southernίζουσες επιρροές, που ολοκληρώνει τον κύκλο του άλμπουμ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στιχουργικά, δεν ενδείκνυται για ούτε για αγαπούληδες, ούτε για ευαίσθητες ψυχές ούτε για παιδιά της εκκλησίας. Όπως έχουνε αποκαλύψει και οι ίδιοι, μιλάνε για καταχρήσεις, σεξ, βία, δολοφονίες, έναν ακραίο μαφιόζο, έναν τύπο που ερωτεύεται μια ιερόδουλη, έναν μανιακό βιαστή και όλα αυτά τα ωραία, τα ντελικάτα.

Συνιστώ ανεπιφύλακτα την ακρόαση του “Motherfaster”, ήχοι διαφορετικοί από 3 μουσικούς που το κατέχουνε καλά το άθλημα. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην μείνετε ευχαριστημένοι. Κι όμως είναι ελληνική παραγωγή, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το εξωτερικό.

4.5/6