Να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Έχω απομακρυνθεί απ’ τα γραψίματα κριτικών. Ο λόγος; Δεν βγαίνουν αξιόλογες καινούργιες κυκλοφορίες; Βγαίνουν, όσο και να θέλουν κάποιοι να γκρινιάζουν (το ίδιο κι εγώ). Απλά, καλώς ή κακώς (καλώς κατά τη γνώμη μου) όλοι είμαστε κριτικοί. Πριν καν βγει μια καινούργια κυκλοφορία, την έχουμε ακούσει, έχουμε κάνει skip στα περισσότερα τραγούδια μετά από μερικά δευτερόλεπτα και έχουμε δικάσει. Όχι ότι αυτό είναι απαραίτητα κακό, στο κάτω κάτω η προσωπική γνώμη του καθενός είναι αυτή που μετράει κι όχι τι αμπελοφιλοσοφίες θα γράψω εγώ ο δεινόσαυρoς, οκ μπούμερ και παππού-παππού να σε περάσω απέναντι; Το μόνο καλό με τη μέση ηλικία είναι ότι αρχίζεις να έχεις περισσότερη υπομονή. Το κακό είναι ότι θυμάσαι καλύτερα τα παλιά και με λεπτομέρειες παρά τα καινούργια (το λεγόμενο και σοπενχάουερ, μπεΐκινπάουντερ, αλτσχάιμερ πως το λένε τέλος πάντων). Οπότε βρίσκεις τον εαυτό σου να επισκέπτεται ξανά και ξανά παλαιότερα ακούσματά σου, ίσως σε μια προσπάθεια να ξανανιώσεις το παρελθόν, να αισθανθείς κάτι από τη ζωντάνια που είχες. Ε κάπως έτσι ξαναεπισκέφτηκα τους Moxy. Τι να πρωτογράψεις γι’αυτή την μπάντα; Ότι όταν τους άκουσε ο Tommy Bolin να ηχογραφούν το ομώνυμο ντεμπούτο τους (a.k.a. Black Album, ναι Black Album) με τεράστια προθυμία δέχτηκε να ηχογραφήσει μαζί τους; Ότι ήταν όλοι μουσικοί με πολλά καντάρια ταλέντο και με μεγάλη εμπειρία σε προηγούμενες μπάντες; Ή πολύ απλά να πεις ότι στα Μαθηματικά υπάρχουν τα λεγόμενα Αξιώματα και το ίδιο και στη Μουσική και ένα βασικό Αξίωμα είναι ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΚΕΣ ΜΠΑΝΤΕΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΚΑΝΑΔΑ (Τι πίνουν εκεί ρε γμτ;). Ό,τι και να γράψεις δεν φτάνει. Και για του λόγου το αληθές δε θα γράψω για το ντεμπούτο τους που είναι ένα Ιστορικό Κειμήλιο, για μένα ένα από τα κορυφαία hard rock αλλά για το Ridin’ High (αν και ο κύριος λόγος είναι ότι γι’αυτό μου ζήτησε να γράψω ο Τσέκας και δεν χαλάω χατήρια). Είμαστε στο 1977, οι Moxy έχουν ήδη βγάλει το δεύτερο δίσκο τους, έχουν περιοδέψει σε όλο τον Καναδά και έχουν κάνει μια σχετική επιτυχία στο μακρινό Texas (κυρίως λόγω του ότι τους γούσταρε τρελά ο πιο γνωστός τότε ραδιοφωνικός παραγωγός του San Antonio). Και μπαίνουν να ηχογραφήσουν το Ridin’ High. Και όπως και τις προηγούμενες φορές βγάζουν δισκάρα. Θέλεις η ιδιαίτερη φωνή του Buzz Shearman (γρέζι και πάλι γρέζι, Rod Steward on hard rock steroids), θέλεις οι κιθάρες που ζέχνουν αλητεία σα να είναι τα ξαδερφάκια Southern μπάντας από τον Καναδά, θέλεις το άψογο rhythm section, το αποτέλεσμα είναι σκληρό rock n roll (μην τη φοβάστε αυτή τη λέξη, δεν είναι βρισιά) που μυρίζει σανίδι, τσιγαρίλα και ουίσκι. Τα πρώτα δύο τραγούδια κινούνται σ’ αυτό το μοτίβο (Nothin’ comes easy, Rock Baby). Το Sweet Reputation όμως σοβαρεύει και δείχνει τα δόντια του, στα όρια του metal (εντάξει μην κράξετε, δεν είναι metal αν και πολύ πιο γκοκγοφιάτο από πολλά metal της εποχής του). Η πρώτη πλευρά κλείνει με το χιτάκι I’ll set you on fire, έλα δεν μπορεί να αρέσουν σε κάποιον τα σκληρά της Roth εποχής των Scorpions και οι Thin Lizzy και να μη γουστάρει εδώ. Δεύτερη πλευρά και το σκληρό rock n roll στα φόρτε του, Ridin’ High και Young Legs και ειδικά στο δεύτερο οι κιθάρες δίνουν τα ρέστα τους. Και φτάνουμε στο Another Time, Another Place και έχε γεια άπονε ντουνιά. Ε πώς να μην τους γουστάρουν οι Νότιοι, αυτές οι power ballads είναι η τροφή τους. Και μετά είναι το ρυθμικό και σεξουλιάρικο Are you ready, ξέρετε, αυτά τα παλιοροκάδικα των φαλλοκρατών που γουστάρουμε εμείς οι δεινόσαυροι. Ο δίσκος κλείνει με reprise του Nothing comes easy. Πάμε τώρα. Είναι δισκάρα; Είναι πολύ καλός δίσκος; Είναι αξιόλογος; Δεν έχω απάντηση. Γυρνάμε πάλι στην αρχή, ο κάθε ακροατής είναι και κριτικός. Δεν ξέρω κατά πόσον θα άγγιζε καν κάποιον που θα άκουγε Moxy για πρώτη φορά. Διάολε, δεν ξέρω καν αν οι Point Blank θα άγγιζαν κόσμο, ειδικά σε πιο νέα ακροατήρια. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τέτοιου είδους και τέτοιας εποχής μπάντες θέλουν άκουσμα χωρίς skip. Όχι ότι οι τότε δίσκοι δεν είχαν fillers, απλά τα τραγούδια ήταν δουλεμένα, σε κάθε άκουσμα ακούς πενιές που δεν έχεις προσέξει, μπάσο από μπασίστες που έγραφαν μελωδίες πάνω στα τραγούδια και ερμηνείες τραγουδιστών που έβαζαν ψυχή και όχι «εντάξει θα το φτιάξουμε στο PC». Οκ μπούμερ ε;