Στην ιστορία του heavy metal υπάρχουν δίσκοι που άλλαξαν τα πάντα και δίσκοι που, χωρίς να γνωρίσουν την ίδια αναγνώριση, λειτούργησαν ως καταλύτες για όσα ακολούθησαν. Το ομώνυμο ντεμπούτο των Nasty Savage ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν έγινε ποτέ εμπορική επιτυχία, ούτε απέκτησε τη μυθική υπόσταση του Ride the Lightning, του Hell Awaits ή του Seven Churches. Κι όμως, τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, αναγνωρίζεται ως μία από τις σημαντικότερες μεταβατικές κυκλοφορίες του αμερικανικού ακραίου metal.
Η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στην ποιότητα των τραγουδιών, αλλά κυρίως στη χρονική στιγμή κατά την οποία εμφανίστηκε. Το 1985 το heavy metal βρισκόταν σε κατάσταση δημιουργικού αναβρασμού. Η (νέα) Βρετανική Έκρηξη είχε ήδη προσφέρει τα θεμέλια του σύγχρονου metal, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η νέα γενιά συγκροτημάτων επιχειρούσε να σπρώξει τα όρια της ταχύτητας, της επιθετικότητας και της τεχνικής. Οι Metallica έδιναν νέα διάσταση στη δομή των συνθέσεων, οι Slayer μετέτρεπαν το σκοτάδι σε μουσική γλώσσα, οι Exodus εξέφραζαν την αμπαλαέα ενέργεια της Bay Area και οι Possessed έδειχναν τον δρόμο προς κάτι ακόμη πιο ακραίο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζονται οι Nasty Savage από το Brandon της Φλόριντα. Αν και συχνά κατατάσσονται στο thrash metal, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Ο ήχος τους δεν ακολουθεί πιστά καμία από τις κυρίαρχες σχολές της εποχής. Αντίθετα, λειτουργεί σαν ένα σημείο συνάντησης του παραδοσιακού heavy metal, του speed metal, του πρωτογενούς thrash και των πρώτων στοιχείων που λίγα χρόνια αργότερα θα αποκρυσταλλώνονταν στο death metal. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του ντεμπούτου των Nasty Savage.
Η σύνθεση των τραγουδιών αποκαλύπτει αμέσως αυτή τη διαφορετική φιλοσοφία. Σε αντίθεση με αρκετές μπάντες της εποχής που στηρίζονταν στη δύναμη ενός βασικού riff, οι Nasty Savage χτίζουν τις συνθέσεις τους μέσα από συνεχείς μεταβολές. Τα μέτρα αλλάζουν φυσικά, τα riffs εξελίσσονται αντί να επαναλαμβάνονται και οι μεταβάσεις δημιουργούν μια διαρκή αίσθηση απειλής. Η μουσική σπάνια προσφέρει στον ακροατή ένα ασφαλές σημείο αναφοράς. Αντίθετα, μοιάζει να κινείται διαρκώς προς μια απρόβλεπτη κατεύθυνση. Αυτή η συνθετική προσέγγιση κάνει τον δίσκο να ακούγεται σήμερα περισσότερο συγγενικός με το τεχνικό death metal των αρχών της δεκαετίας του ’90 παρά με το μεγαλύτερο μέρος του αμερικανικού thrash του 1985. Δεν πρόκειται φυσικά για death metal, η αισθητική του παραμένει βαθιά ριζωμένη στο heavy. Ωστόσο, η λογική πίσω από τις συνθέσεις προαναγγέλλει πολλές από τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν.
Το εναρκτήριο “No Sympathy” λειτουργεί σαν δήλωση προθέσεων. Οι κιθάρες των Ben Meyer και David Austin δεν περιορίζονται σε ευθύγραμμα, επιθετικά riffs. Αντιθέτως, υφαίνουν ένα πυκνό δίκτυο από εναλλασσόμενες ιδέες, όπου η αρμονία και ο ρυθμός μεταβάλλονται διαρκώς. Οι δύο κιθαρίστες λειτουργούν ως ένα ενιαίο όργανο, ανταλλάσσοντας φράσεις και δημιουργώντας έναν διάλογο που θυμίζει περισσότερο την ευρωπαϊκή σχολή των Mercyful Fate παρά τον μονολιθικό χαρακτήρα πολλών αμερικανικών συγκροτημάτων της εποχής.
Στο “Gladiator” αναδεικνύεται μια άλλη πλευρά της μπάντας. Εδώ η επιθετικότητα συνδυάζεται με μια σχεδόν επική αίσθηση μελωδίας, αποδεικνύοντας ότι οι Nasty Savage δεν ενδιαφέρονταν μόνο για την ταχύτητα. Οι μελωδικές γραμμές παραπέμπουν στο κλασικό heavy metal, όμως η ενορχήστρωση και οι απότομες μεταβάσεις παραμένουν απρόβλεπτες.
Το “Fear Beyond the Vision” και το “Asmodeus” αποτυπώνουν ίσως καλύτερα την πιο σκοτεινή πλευρά του συγκροτήματος. Εδώ συναντά κανείς χρωματικές κινήσεις, ασύμμετρες τονικές μετατοπίσεις και riffs που δεν βασίζονται αποκλειστικά στην πεντατονική λογική του παραδοσιακού heavy metal. Χωρίς να γίνονται πραγματικά ατονικά, δημιουργούν μια αίσθηση αποσταθεροποίησης που λίγα χρόνια αργότερα θα αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα συγκροτημάτων όπως οι Death, οι Morbid Angel και οι Atheist.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ο ρυθμός. Οι περισσότερες thrash μπάντες του 1985 αντιμετωπίζουν την ταχύτητα ως αυτοσκοπό. Οι Nasty Savage κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Επιβραδύνουν όταν χρειάζεται, εισάγουν σχεδόν doom περάσματα και αφήνουν χώρο ώστε κάθε riff να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος. Αυτή η δυναμική διαχείριση του tempo προσδίδει στις συνθέσεις κινηματογραφική διάσταση, διατηρώντας αμείωτη την ένταση χωρίς να καταφεύγει σε αδιάκοπο καταιγισμό νοτών.
Αναμφίβολα, το πιο ιδιαίτερο στοιχείο του δίσκου είναι ο Ronnie Galetti. Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι τραγουδιστές του αμερικανικού metal κινούνταν ανάμεσα στη μελωδικότητα του Rob Halford και στην επιθετικότητα του Tom Araya, ο Galetti χαράζει έναν εντελώς προσωπικό δρόμο. Η ερμηνεία του είναι σχεδόν θεατρική. Εναλλάσσει κραυγές, ψιθύρους, παραμορφωμένες φωνές και δραματικές αφηγήσεις, μετατρέποντας κάθε τραγούδι σε μικρή παράσταση τρόμου. Δεν πρόκειται ακόμη για growling με τη σύγχρονη έννοια, όμως είναι σαφές ότι η αισθητική του απέχει πολύ από το παραδοσιακό heavy metal. Η ένταση της φωνής του προκύπτει περισσότερο από την έκφραση παρά από τη δύναμη, γεγονός που προσδίδει στις συνθέσεις έναν σχεδόν ψυχολογικό χαρακτήρα.
Η σκηνική παρουσία του Galetti υπήρξε εξίσου σημαντική. Πολύ πριν το shock rock αποκτήσει νέα διάσταση στο ακραίο metal, οι συναυλίες των Nasty Savage είχαν μετατραπεί σε θεατρικά δρώμενα με σκηνικά αντικείμενα, αίμα, καταστροφές τηλεοράσεων και μια έντονα κινησιολογική ερμηνεία. Αυτή η υπερβολή δεν λειτουργούσε ως φθηνό θέαμα αλλά ως προέκταση της μουσικής τους, ενισχύοντας την αίσθηση χάους και απειλής που απέπνεαν οι συνθέσεις.
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του δίσκου καταλαμβάνει και το γεγονός ότι ηχογραφήθηκε στα Morrisound Studios, σε μια περίοδο που το στούντιο δεν είχε ακόμη αποκτήσει τη μυθική του υπόσταση. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος χώρος θα φιλοξενούσε ιστορικές ηχογραφήσεις των Death, Obituary, Morbid Angel, Deicide και δεκάδων ακόμη συγκροτημάτων, μετατρέποντας την Tampa στο επίκεντρο του παγκόσμιου death metal. Υπό αυτή την έννοια, το Nasty Savage αποτελεί έναν από τους πρώτους κρίκους αυτής της αλυσίδας.
Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι χωρίς συγκροτήματα όπως οι Nasty Savage, η εξέλιξη της φλοριντιανής σκηνής θα είχε διαφορετική μορφή. Η μπάντα δεν δημιούργησε το death metal, μην τρελαθούμε, συνέβαλε όμως στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτό γεννήθηκε. Η τόλμη στις συνθέσεις, η σκοτεινή ατμόσφαιρα και η θεατρική προσέγγιση της μουσικής αποτέλεσαν στοιχεία που η επόμενη γενιά μουσικών ανέπτυξε ακόμη περισσότερο.
Από την άλλη πλευρά, ο δίσκος δεν εγκαταλείπει ποτέ τις heavy ρίζες του. Οι διπλές κιθαριστικές αρμονίες, η αίσθηση του groove, οι κλασικές δομές αρκετών σόλο και η μελωδική αντίληψη πολλών θεμάτων προδίδουν τη βαθιά επιρροή συγκροτημάτων όπως οι Judas Priest, Iron Maiden και Mercyful Fate. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην παράδοση και στον πειραματισμό είναι ίσως το μεγαλύτερο προτέρημα του άλμπουμ. Δεν επιχειρεί να καταστρέψει ό,τι προηγήθηκε, Χτίζει πάνω σε αυτό και το οδηγεί προς μια πιο σκοτεινή και σύνθετη κατεύθυνση.
Ακούγοντας το άλμπουμ σήμερα, γίνεται φανερό ότι αρκετές ιδέες του προηγήθηκαν της εποχής τους. Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονται τα riffs, η χρήση της έντασης αντί της συνεχούς ταχύτητας, η σχεδόν προοδευτική αντιμετώπιση της δομής των τραγουδιών και η ιδιαίτερη φωνητική προσέγγιση συνθέτουν ένα έργο που δύσκολα περιορίζεται σε μία μόνο κατηγορία. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που το Nasty Savage δεν απέκτησε ποτέ τη δημοτικότητα που άξιζε. Ήταν υπερβολικά ακραίο για τους οπαδούς του παραδοσιακού heavy, αλλά και υπερβολικά ιδιόρρυθμο για το νεογέννητο thrash κοινό. Βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους, χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν. Είναι ένας κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα που συνδέει το κλασικό heavy με το ακραίο ιδίωμα που θα κυριαρχούσε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Και ακριβώς γι’ αυτό, παραμένει ένας δίσκος που αξίζει όχι μόνο να ακούγεται, αλλά και να μελετάται.

English