Είδος: Doom
Χώρα: Ιταλία
Εταιρεία: Terror From Hell
Έτος: 2018

Τον τελευταίο χρόνο, λόγω εργασιακών και άλλων υποχρεώσεων, η ακρόαση νέων δίσκων και η ανακάλυψη νέων συγκροτημάτων έχει εξελιχθεί σε πολυτέλεια. Παρόλα αυτά, μέσα σε όλον αυτόν τον σκασμό δίσκων που έχω βάλει σε λίστα να ακούσω με την ησυχία μου όταν έχω χρόνο, βρέθηκε κάποια στιγμή το “The Room” των Ιταλών Night Gaunt, δίσκος ο οποίος με έκανε να σκεφτώ ότι το πραγματικό Doom, χωρίς φανφάρες και τσαλίμια, είναι ακόμα εκεί έξω για όποιον θέλει να ψαχτεί.

Το “The Room” αποτελεί τον δεύτερο ολοκληρωμένο δίσκο των Night Gaunt, που κυκλοφόρησε μέσω της Terror From Hell και για να λέμε του λόγου το αληθές, το digipak που κοσμεί πλέον τη συλλογή μου είναι από τις καλύτερες παραγωγές, αφού η δουλειά που έχει γίνει είναι εξαιρετική. Στο μουσικό πλαίσιο του δίσκου τώρα, οι Night Gaunt εξακολουθούν να βαδίζουν στο σκυθρωπό, σκοτεινό και ψυχοβγαλτικό doom metal μονοπάτι που χάραξαν από το 2013, χωρίς να παρεκκλίνουν ιδιαίτερα από αυτό, οπότε σε γενικές γραμμές, παρατηρούμε μια σταθερότητα, με συνθέσεις που βασίζονται στις βαριές (είτε αργόσυρτες είτε γρήγορες) κιθάρες, τα εξίσου βαθιά / βαριά drums, την θεατρικότητα και τη μελωδικότητα των φωνητικών (των οποίων η έκταση έχει διευρυνθεί ακόμα περισσότερο), ενώ η ατμόσφαιρα που δημιουργείται (ακόμα και με ηχητικά τεχνάσματα όπως οι ψίθυροι) είναι καταιγιστική. Οι επιρροές από Candlemass, Black Sabbath και Celtic Frost (ειδικά στο “Veil”), είναι εμφανείς μεν, φιλτραρισμένες δε.

Θα έλεγε κανείς πως το “The Room” ενέχει μια εσωτερική αλληλουχία, από δύο οπτικές: αφενός γιατί υπάρχει μια λανθάνουσα κλιμάκωση μουσικής και συναισθημάτων – τουλάχιστον έτσι λειτούργησε για μένα – αφετέρου γιατί οι στίχοι και τα λυρικά θέματα των κομματιών πλαισιώνονται από το concept των πέντε σταδίων της Θλίψης / Πένθους, όπως τα εγκαθίδρυσε η Elisabeth Kubler Ross. Επί της ουσίας, κάθε κομμάτι, εκτός από το εισαγωγικό “The Room”, σχετίζεται και με ένα στάδιο θλίψης: το “Penance” αντιπροσωπεύει τον Θυμό, το “Oval Portrait” την Διαπραγμάτευση, το ”Veil” την Άρνηση, το “Labyrinth” την Κατάθλιψη και το “The Owl” την Αποδοχή. Όσον αφορά στο εισαγωγικό κομμάτι του δίσκου, εκείνο αναφέρεται στη στιγμή που μαθαίνει κανείς τις τραγικές ειδήσεις μιας απώλειας ενώ είναι μόνος του, στο δωμάτιό του, αντιμετωπίζοντας το γεγονός. Το ίδιο το δωμάτιο (σ.σ. αγγ. the room) έχει διπλό νόημα, διότι από τη μια πλευρά είναι ο προσωπικός σου χώρος όπου απομονώνεσαι, ενώ από την άλλη πλευρά έτσι ονομάζεται και το δωμάτιο όπου φιλοξενούνται οι νεκροί πριν τις κηδείες για τον πρώτο θρήνο (που σε ορισμένες περιοχές, ειδικά στη νότια Ιταλία, εξακολουθούν να λαμβάνουν στο σπίτι), όπου αποτίνουμε φόρο τιμής στους νεκρούς και όπου βρίσκουμε όλα τα χαρακτηριστικά της πένθιμες τελετουργίας, όπως οι καλυμμένοι καθρέφτες και οι θρηνητές, πράγματα που είναι ακόμα ζωντανά σήμερα.

Στα ακόμα πιο μουσικά πλαίσια του “The Room” συγκρίνοντάς το με τον προκάτοχό του, θα έλεγα ότι, ενώ δεν υπάρχει αλλαγή ρότας από άποψη μουσικής κατεύθυνσης, υπάρχουν κάποιες βασικές διαφορές στο κομμάτι της σύνθεσης. Αρχικά, από την μονοδιάστατη κιθαριστική δουλειά του πρώτου δίσκου (ήταν και τρίο τότε, όχι κουαρτέτο), όπου δεν υπήρχε χώρος για αρμονίες και γεμίσματα στον ήχο, φτάνουμε στο “The Room”, όπου το γεγονός ότι οι κιθάρες γράφτηκαν επάνω σε δύο ανθρώπους, έδωσαν την κατάλληλη πνοή στο όλο πόνημα των Ιταλών. Σίγουρα οι συνθέσεις έχουν γίνει πιο ενδιαφέρουσες και θα τολμούσα να πω και πιο περιπετειώδεις, ενώ σίγουρα η επιρροή του παραγωγού τους Marco (για τον οποίο θα κάνω ειδική μνεία παρακάτω) έδωσε την κατάλληλη ώθηση στο συγκρότημα για να ανοίξει τα ‘φτερά’ του και να απελευθερωθεί εκφραστικά.

Η ηχογράφηση, η μίξη και το master του δίσκου έγιναν στο The Devil’s Mark Studio, στην Ρώμη το καλοκαίρι του 2017, από έναν άνθρωπο που θεωρώ τρομερά ευφυή και πορωμένο με τη δουλειά του, κι ας μην τον γνώρισα ποτέ κατ’ ίδιαν (παρά το γεγονός ότι τον είδα να παίζει ζωντανά με τους Demonomancy μερικά χρόνια πριν στην Θεσσαλονίκη. Ο λόγος για τον Marco, η επιρροή του οποίου φαίνεται στους Night Gaunt, κάνοντάς τον το πέμπτο μέλος του συγκροτήματος. Εξαιρετική δουλειά σε όλο το κομμάτι της παραγωγής.

Καταληκτικά, μου άρεσε ιδιαίτερα το εξώφυλλο του δίσκου, που προέρχεται από τον πίνακα “L’Occhio Occidentale” (2013, Oil on Copper) του Nicola Samori.

Είμαι πεπεισμένη ότι ακόμα δεν έχουμε δει πολλά από τους Night Gaunt και ότι μας επιφυλάσσουν δυνατό comeback.
Highlights: Penance, Veil

ΥΓ. Ας τους φέρει κάποιος Ελλάδα να αγκαλιάσουμε λίγο την Άβυσσο.



5/6

Night Gaunt – The Room