Είναι η στιγμή που η γράφουσα τείνει να γίνει- πάλι- γραφική. Είναι 1984 και βρισκόμαστε στο Φλαμανδικό Ghent (κοινώς Γάνδη), στο Βέλγιο. Μια ισχυρή πόλη, εμπορικό σταυροδρόμι και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, ο έλεγχος της οποίας απασχόλησε πολλά γοτθικά φύλλα, ανάμεσά τους και τους Οστρογότθους. Σε μια περίοδο ξηρασίας μουσικά, τουλάχιστον στο ύφος της μέταλ σκηνής, αν εξαιρέσεις τους Αcid και τους Killer, τα φιλαράκια, aka dreamtime, Marnix van de Kauter (μπάσο), Mario Pauwels (τύμπανα), Rudy Vercruysse (κιθάρα), Marc de Brauwer (φωνή) και  Hans van de Kerckhove (κιθάρα), όντας σε πνευματική/δημιουργική έκσταση και ρολάροντας πάνω στο πολλά υποσχόμενο demo/YMNO των παραδοσιακών του μέταλ, “Full moon eyes”, σε συνεργασία με τη Mausoleum Records, κυκλοφορούν ένα δίσκο που θα έβαζε τη χώρα για τα καλά στο χάρτη της μέταλ μουσικής σκηνής, έστω αυτής των παρασκηνίων αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του αγνού, απλοϊκού, βρώμικου αλλά και ταυτόχρονα καθαρού heavy metal, ναι αυτό με τη στάμπα των 80’s, με γκάζια στο θεό και κιθάρες που ξυρίζουν. Με την εμβληματική φωνάρα του Marc η μπάντα πρωτοστατεί στα N.W.O.B.H.M. μονοπάτια και χαρίζει περί τα 40 λεπτά ατελείωτου σφυροκοπήματος. Είσαι αντικειμενική γράφουσα; ΝΑΙ (όσο και αν κινεί υποψίες καθότι οπαδός). Είναι για λίγους; ΟΧΙ, όχι αν έχεις τη διάθεση να ακούσεις σοβαρά αυτή τη δουλειά – σε περίπτωση που δεν έτυχε έως τώρα να το κάνεις. Τότε μόνο κατανοείς και υποκλίνεσαι στη μαεστρία και το πάθος που αναβλύζει από κάθε ένα κομμάτι αυτού του δίσκου. Ας βάλουμε όμως τα πράγματα σε τάξη και ας γίνει εδώ μια παραδοχή. Το εναρκτήριο κομμάτι, “Queen of Desire”, είναι ίσως από τα καλύτερα opener δίσκου που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Πρόκειται για 8 λεπτά ωδής στη λαγνεία του πόθου. Μια στιχουργική και μουσική εξομολόγηση που σε κάνει να ταυτίζεσαι και να παραληρείς.  Do you feel the pain that’s hurtin’ my brains? Μόνο ανατριχίλα. Please, take a chance on me, what’s the use, I’ll die tomorrow … παύση, σιγή υπεροχής. Να μπούμε σε τεχνικές λεπτομέρειες και αναλύσεις επί αναλύσεων δεν νομίζω ότι αγγίζει το λόγο που γράφουμε αυτό το άρθρο σήμερα, 38 χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Τα ξεσπάσματα του “Scream Out” και του “Do it Right” με αυτό το ωμό in your face attitude αλλά ταυτόχρονα τόσο μελωδικά και ισορροπημένα περάσματα μας χάρισαν αυτό το στολίδι της δισκοθήκης μας που ακόμη και σήμερα θα το βάλεις ευλαβικά να παίξει και θα πεις ας ακούσω τη δισκάρα. Εννοείται πως δυναμώνεις την ένταση στα τέρματα όπως αρμόζει στα αλήτικα κομμάτια τύπου “A Bitch Again” αλλά και στο απόλυτο up the hammers track “Lords of Thunder”.  Με τους Rudy Vercruysse/»White Shark», και Hans «Sphinx» van de Kerckhove να μη βρίσκονται πλέον κοντά μας, αλλά και τα λοιπά μέλη, πλην του τιτάνα Mario Pauwels, να έχουν αποχωρήσει από τη στρατιά της μπάντας, οι Ostrogoth δε θα το έβαζαν κάτω αποδεικνύοντας το με την κυκλοφορία του EP “Last Tribe Standing” το ‘15, αλλά και την ενεργή συναυλιακά μετά covid περίοδο που επισφραγίζεται και με την κυκλοφορία της συλλογής “Before the Full Moon”, το οποίο κυκλοφόρησε πριν ένα έτος. Η τελευταία περιέχει ηχογραφήσεις και live από τα έτη ‘77 έως ‘83 που δεν είχαν δει το φως της δημοσιότητας, καθώς και πλήθος φωτογραφιών από την πορεία του συγκροτήματος.  Για να επιστρέψω στο “Ecstacy and Danger” και ναι, αισίως κλείσω το πόνημά μου, η εισβολή τους στις καρδιές μας μ’ αυτόν το δίσκο ήταν καθοριστική. Αν ο σκοπός του ήταν, που ήταν, να μας κατακτήσουν, το έκαναν. Ένα διαμάντι που φυσικά δεν έτυχε ανάλογης υποδοχής και αποδοχής θα αποτελεί σε πείσμα των καιρών χειροβομβίδα (ως η κοσμούσα το εξώφυλλο) στα χέρια εκείνων που αναζητούν και επιζητούν το πάθος, την έξαρση και την έξαψη, κοινώς τη μαγεία της μουσικής.