Τα μεσάνυχτα της έκτης Γενάρη του 1984 πέντε γυναίκες από το Λαμπερό της Καρδίτσας βούτηξαν στα ανοιχτά της λίμνης Πλαστήρα. Χρησιμοποίησαν εξοπλισμό που είχε παρατήσει στον τόπο ένας Ρουμάνος ερευνητής από το Βουκουρέστι, σκάφανδρα φαγωμένα από την υγρασία και τα χτικιά του νερού, με κάτι κάσκες βαριές, βατραχομούρικες.

Οι χωριανές είχανε λάστιχα πρασινωπά για να παίρνουν αέρα από την επιφάνεια της λίμνης, πλεγμένα με αλυσίδες για να μην τις παρασύρει το ρεύμα. Τα άκρα τους τα είχανε δέσει στη βάρκα με την οποία ανοίχτηκαν στην παγωμένη καταχνιά. Είχε μια βέργα η καθεμιά απ’ τις γυναίκες για να σηκώνει τα μουσκεμένα λιθάρια και να σπάει τις βδελυρές ρίζες. Ψάχναν για μια καμπάνα που βυθίστηκε όταν φτιάχτηκε η λίμνη, ένα τεχνούργημα από ασήμι και μπρούτζο που είχε ανθρώπινο κόκαλο για γλώσσα. Ξέραν πως τούτη η καμπάνα είχε δυνάμεις και μιλιά.

Ψάχναν ολάκερη τη νύχτα, μα η καμπάνα ήταν άφαντη, παρόλο που είχαν διαβάσει στα άστρα το μέρος όπου ήταν βυθισμένη. Το μόνο που έβρισκαν ήταν σταυρούς σκουριασμένους, κακόχολους, γεμάτους θυμό επειδή ποτέ δεν τους είχαν ανασύρει – οι γυναίκες τους έδεσαν στις αλυσίδες για να τους υποτάξουν αργότερα στις καλύβες τους. Αλίμονο όμως, εκείνο το βράδυ τις γυναίκες από το Λαμπερό τις έφαγε το κρύο και τα σκελετωμένα δάχτυλα που βούλωσαν το στόμιο από κάθε λάστιχο, κόβοντας το οξυγόνο.

Από τότε, κάθε χρόνο αποβραδίς των Θεοφανίων, στους οικισμούς πέριξ της λίμνης ακούγονται τριγμοί από αλυσίδες και υπόκωφες, πνιγερές κλαγγές καθώς οι Λαμπεριώτισσες ακόμη ψάχνουν στον πυθμένα για την καμπάνα. Οι αλυσίδες τους, δίχως ούτε σκιά βάρκας πια για να τις κρατάει, ίπτανται στον αέρα παρασυρμένες από τους μανιασμένους παλιούς σταυρούς της λίμνης, απλώνονται μέχρι τις όχθες και παραπέρα. Που και που μπλέκονται στα καλώδια του ρεύματος της περιοχής, προκαλώντας συσκότιση.