Στη Μελιβοία της Λάρισας, στη νοτιοανατολική πλευρά της Όσσας, όλο τον Ιούνιο το χωριό μοσχοβολάει μέλι, παρόλο που δεν υπάρχουν εμφανή μελίσσια και κυψέλες. Οι ντόπιοι είναι λιγομίλητοι και προσπαθούν να αποφύγουν τις ερωτήσεις σχετικά με το φαινόμενο αυτό. Αν έρθουν όμως αντιμέτωποι με εκτενή επιμονή και ανοιχτό μυαλό, μπορεί να διηγηθούν τα παρακάτω:
«Ήταν μια φορά, πάνε πολλά χρόνια τώρα, μια ντόπια γυναίκα. Ετούτη είχε επάνω στο βουνό μέλισσες που τις αγαπούσε πιότερο από καθετί. Μια μέρα έπιασε θεομηνία, τρομερό χαλάζι και αέρας. Μόλις έφτιαξε ο καιρός, η γυναίκα πήρε αλαφιασμένη το μονοπάτι προς τα πάνω, να δει τι γίνανε τα έντομά της. Έφτασε κι είδε τις κυψέλες διαλυμένες, τις μέλισσες άφαντες. Πήρε τότε και μάζεψε άνθη πολλά, κάτι μαβιά λουλούδια, τα μόνα που είχαν μείνει άθικτα από τον χαλασμό – λέγαν οι παλιοί πως φύτρωναν εκεί που έχουν θαφτεί δόντια. Με τα λουλούδια στην αγκαλιά της γύρισε πίσω, χώθηκε στο σπίτι, έβγαλε το μαχαίρι κι άνοιξε τη σάρκα της, στουμπώνοντας στο κορμί της τα άνθη. Την βρήκαν την επόμενη ημέρα και την έθαψαν στην άκρη του νεκροταφείου.
Πέρασαν οι μέρες και στο χωριό άρχισε να μυρίζει μέλι. Ο κόσμος δεν έδωσε σημασία στην αρχή, μα η μυρωδιά όλο και δυνάμωνε μέχρι που δεν μπορούσαν να την αγνοήσουν – είδαν πως ερχόταν από το νεκροταφείο, από τον τάφο της συγχωρεμένης με τα μελίσσια. Έφτασε έτσι ένα ζεστό μεσημέρι του Ιούνη, που αποφάσισαν να πάνε να ανοίξουν τον τάφο, να δούνε τι συνέβαινε.
Πριν καν χώσουν το φτυάρι στο χώμα ακούστηκε μέσα από το χώμα μεγάλος βόμβος. Κι όταν έσκαψαν κι έφτασαν τη γυναίκα, αυτή πετάχτηκε απάνω, πρησμένη, παλλόμενη, με μέλι να στάζει από τις πληγές της. Πήρε και βγήκε από το χωριό με άτσαλα βήματα σαν μωρού, ενώ ολόγυρά της απλωνόταν το βουητό από αναρίθμητες μέλισσες – έντομα που είχαν γεμίσει το σώμα της και το κινούσαν. Οι χωριανοί σταυροκοπήθηκαν και χλόμιασαν· μα όταν είδαν το σκούρο, μαβί μέλι που είχε στάξει, ήταν τέτοιο το άρωμά του που δεν άντεξαν, έσκυψαν και δοκίμασαν.
Κανείς δεν ξέρει που πήγε η γυναίκα. Οι κάτοικοι της Μελιβοίας την αναζήτησαν καιρό πολύ, λαχταρώντας για το μέλι που είχε γεύση ανείπωτη κι έφερνε τους σοφούς νεκρούς στα όνειρα αυτών που το έτρωγαν. Όταν είδαν πως δεν έβρισκαν τη γυναίκα, αποφάσισαν να φτιάξουν το δικό τους μέλι. Όποτε πέθαινε άνθρωπος Μάη μήνα, στούμπωναν το σώμα του με μαβιά λουλούδια πριν το θάψουν. Κι όταν το ξέθαβαν, άπλωναν δίχτυα ολόγυρα να μην ξεφύγει. Μάζευαν το μέλι και το αποθήκευαν σε πήλινα δοχεία που τα κράταγαν κάτω από την Αγία Τράπεζα της εκκλησίας, ενώ το κρανίο του νεκρού το έκαναν μελίσσι μέχρι την επόμενη χρονιά.»