Είδος: Progressive Rock
Χώρα: Καναδάς
Εταιρεία: Inside Out Records
Έτος: 2014
«Πάντα ήθελα οι PAIN OF SALVATION να είναι το γρηγορότερο αμάξι στην πόλη, γνωρίζοντας ότι μπορούμε να σταματήσουμε σε κάθε κόκκινο φανάρι και να ξέρουμε ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός όταν ανάψει πράσινο» (Daniel Gildenlow).
Οι Pain of Salvation επιστρέφουν ύστερα από μια σχετική αδράνεια και μια πολύ σοβαρή περιπέτεια υγείας του ‘καπετάνιου’ του Daniel. Μου προκάλεσε μεγάλη απορία, αρχικά, η δημιουργία ενός δεύτερου ακουστικού άλμπουμ από μια κατά βάση metal/rock μπάντα, όσο ιδιόμορφη και αν είναι αυτή. Το πρώτο τους (“12:5”, 2004) με είχε κατενθουσιάσει, είχα υποκλιθεί στην ευφυΐα και την ευρηματικότητα του Daniel (δε θα ξεχάσω ποτέ το σοκ, όταν από το πουθενά άκουσα εκείνη τη διεστραμμένα χαρούμενη «εκτέλεση» του Ashes καθώς και το γέλιο που έριξα με τους ευφάνταστους τίτλους των κεφαλαίων βλ. Genesis, Genesister, Genesinister). Μεγαλύτερο όμως μου προξένησε ενδιαφέρον το γεγονός ότι με τη νέα τους κυκλοφορία, δίνουν μια αρκετά διαφορετική οπτική στις γνωστές εκτελέσεις των κομματιών τους που τόσα χρόνια έχουν ακουστεί (και μελετηθεί) νότα προς νότα από τους απανταχού φίλους της μπάντας. Για μισοτελειωμένη δουλειά κάνει λόγο ο Gildenlow, σχετικά με το τι τους ώθησε σε μια τέτοια κυκλοφορία και τον πιστεύω, κρίνοντας από την πορεία και το μουσικό προσανατολισμό των PoS τα τελευταία πέντε χρόνια.
Live στο στούντιο; Ε ναι λοιπόν, αφού δεν έκατσε η ζωντανή ηχογράφηση προ διετίας στη Γερμανία (και τι ωραίο θα ήταν αν όντως είχαν καταφέρει να βιντεοσκοπήσουν κάποια από τις παραστάσεις…τα δεκάδες βίντεο στο youtube μαρτυρούν μία vintage αισθητική, ζεστή ατμόσφαιρα και φιλικές συμμετοχές, όπως της πανταχού παρούσας αλλά και πάντα υπέροχης Anneke van Giersbergen κ.α.). Εδώ για κάτι παρεμφερές θα αρκεστούμε στο artwork του άλμπουμ δια χειρός Daniel Gildenlow,βεβαίως.
Επί της ουσίας:
Stress: Ένα από τα 2 κομμάτια στο δίσκο από την πρώτη εποχή των PoS. Ξεκινά με καλή διάθεση! Δεν είναι απλά “lounge” εκτέλεση για να τη βάλεις για χαλάρωμα. Είναι στην κυριολεξία νέα προσέγγιση στο κομμάτι με τη δυναμική και τη φρεσκάδα που φέρνει μαζί του το νέο, σταθερό και πλήρες line up της μπάντας.
Linoleum: Φοβερή εκτέλεση! Το πρώτο κομμάτι στο οποίο φαίνεται η νέα διάσταση στις φωνές. O Ragnar Zolberg δεν είναι Johan Halgren, είναι κάτι διαφορετικό και αυτό είναι το ενδιαφέρον!
To The Shoreline: Όχι μεγάλες διαφορές με το πρωτότυπο, αλλά το ίδιο μεγαλειώδες.
Holy Diver: ΟΚ, εδώ είναι σαν να ακούω τον Paul Anka σε swing-lounge-reggae εκτέλεση. Ξέρω ότι σε πολλούς παραδοσιακούς ακροατές θα ξενίσει και όσο θέλω να θεωρώ τον εαυτό μου δεκτικό σε πειραματισμούς, το θεωρώ ένα μείον στον όλο δίσκο. Πιο πολύ το παίρνω σαν πλάκα – διάλειμμα στο στούντιο και ως τέτοιο το αποδέχομαι.
1979: Δεύτερο τραγούδι από το Road Salt Two και ένα από αυτά που ξεχώρισαν κατά τη γνώμη μου για την απλότητα, που συνάμα σου καρφώνεται στο μυαλό. Απ’ ότι βλέπω τα πρόσφατα πονήματα είναι και τα λιγότερο «πειραγμένα» κάτι που δείχνει ότι εξακολουθεί να τους εκφράζει η όψιμη μουσική τους προσέγγιση. Δεν είναι τυχαίο που το επέλεξαν και σαν κομμάτι για επίσημο video αυτής της κυκλοφορίας.
Chain Sling: Φοβερό κομμάτι από εξαιρετικό δίσκο (Remedy Lane, 2002), άψογη εκτέλεση και αυτή πολύ κοντά στο πρωτότυπο κομμάτι.
Perfect day: Διασκευή νο2, σ’ ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια του Lou Reed, πολύ πιο εύστοχη επιλογή και πιστή στα γούστα και επιλογές του Daniel για τέτοιες περιστάσεις (βλέπε έχω μεγαλώσει λιγάκι, πάτησα τα 40, μαλάκωσα στα γούστα.) Εδώ τους βγάζω το καπέλο, ωραίοι ήχοι, ωραία ατμόσφαιρα.
Mrs Modern Mother Mary: Και τώρα ξεκινά μια τριάδα από τον πιο σκοτεινό για μένα δίσκο των PoS, το “Scarsick” (2007)….αλλά στάσου εδώ τι έχουμε; Χμμ είναι λιγάκι πιο χαρούμενο;! Ενδιαφέρον άκουσμα!
Flame To The Moth: Εδώ και αν μιλάμε για διαφορετική προσέγγιση στο κομμάτι! Σχεδόν δεν το καταλαβαίνεις στην αρχή. Ακούγεται τόσο φρέσκο που με κάνει να πιστεύω ότι αντίστοιχη εκτέλεση θα ήταν ιδανικό αν είχε συμπεριληφθεί στο στούντιο άλμπουμ τους εξαρχής.
Spitfall: Λίγο μουδιασμένο ξεκίνημα, γενικά περίεργο κομμάτι και δε βλέπω με την πρώτη ματιά τη σκοπιμότητα της επιλογής του για ακουστική εκτέλεση. Το Disco Queen ή το America, από τον ίδιο δίσκο θα έδιναν ίσως και ένα πιο ανάλαφρο τόνο στο όλο εγχείρημα. Με κέρδισαν οι ωραίοι ήχοι στα πλήκτρα από τον Daniel Karlsson και παραδέχομαι ότι όσο προχωρά το κομμάτι, γίνεται όλο και πιο καλό.
Falling Home: Όμορφη νοσταλγική μελωδία σ’ αυτή την πρωτότυπη σύνθεση, την πρώτη από πολλές ελπίζω συνεργασίες του Daniel με το Ragnar. Κρίνοντας και από τις προσωπικές κυκλοφορίες του Ragnar, δεν με ξενίζει καθόλου το αποτέλεσμα, το οποίο έρχεται να κλείσει πολύ ωραία το όλο εγχείρημα.
Συμπερασματικά ο δίσκος δεν είναι για lounge άκουσμα, αν κάπου εκεί σας παραπέμπτει ο όρος «ακουστικό». Έχει αρκετή ενέργεια και η επιχείρηση “Live στο στούντιο” φαίνεται ότι τους πέτυχε!! Στα μείον, προσωπικά συγκαταλέγω τη διασκευή στο Holy Diver, όχι γιατί της λείπει η φαντασία αλλά γιατί μου φαντάζει αταίριαστη στο γενικότερο σύνολο. Στα μείον επίσης, η μικρή διάρκεια ίσως γιατί περιμένει κανείς οι κυκλοφορίες μιας μπάντας, κατά βάσει προοδευτικής, να διαρκούν πολύ περισσότερο. Ίσως πάλι να επεδίωκαν ακριβώς αυτό που δεν είναι αναμενόμενο. Όσον αφορά το line up παρατηρούμε ότι ύστερα από αρκετές ανακατατάξεις, δείχνει πλέον να σταθεροποιείται. Φοβεροί οργανοπαίχτες, όλοι ικανοί να συνεισφέρουν στα φωνητικά. Άρτιες οι εκτελέσεις των παλαιότερων και τεχνικά πιο απαιτητικών κομματιών και ταυτόχρονα πιο «αλήτικο» ύφος, πείτε το και πιο μεγάλη ελευθερία στην ερμηνεία, σε αντίθεση με τη στείρα αναπαραγωγή των κομματιών “όπως στο cd”, κάτι το οποίο συνάδει με τα λεγόμενα του mastermind Daniel όταν αναφέρεται σε εκτελέσεις που δεν «πνίγουν» τον ακροατή. Το νεότερο μέλος στη μπάντα, ο Ragnar Zolberg (Sign, solo), ξεχωρίζει και στο παίξιμο και στα φωνητικά που είναι τόσο διαφορετικά από αυτά του προκατόχου του Johan Halgren, αλλά δένουν τόσο πολύ με τη χαρακτηριστική φωνή του Daniel). Στα δε πρόσωπα του Gustaf Hielm (Non-Human Level, Susanna Risberg Trio, ex-Mesuggah) και του Daniel Karlsson, ο Gildenlow έχει βρει σταθερές αξίες και μαζί με το βετεράνο πλέον Leo Margarit, έχουν δέσει τόσο αρμονικά μεταξύ τους που τα πολλά λόγια είναι περιττά!
Συνοψίζοντας: Είναι μια έξυπνη κίνηση η κυκλοφορία αυτού του δίσκου, μιας και πιστώνει χρόνο στη μπάντα μέχρι αυτή να ξεκινήσει τη σύνθεση του επόμενου album, το οποίο περιμένει με ανυπομονησία πολύς κόσμος. Παρ’ όλες τις ατυχίες τους οι PoS δείχνουν να είναι σε πολύ καλή φόρμα, με ανεβασμένη διάθεση, κάτι που ελπίζω να μεταφραστεί και σε δημιουργικότητα στο πολύ άμεσο μέλλον.
5/6

English