‘Ενα τέλειο παράδειγμα της υπεροχής της Αγγλίας στο χώρο του μεταλ, είναι σίγουρα οι Paradise Lost. Oι Paradise Lost, οι οποίοι θεωρούνται οι πρωτοπόροι του death/doom ήχου από το 1988 συμπληρώνοντας την Αγία Τριάδα του gothic metal μαζί με τους My Dying Bride και τους Anathema, μπορούν να περηφανευτούν για το γεγονός του ότι έχουν καταφέρει να διατηρήσουν ένα σχεδόν σταθερό lineup (με ελάχιστες αλλαγές στα ντραμς) από τις αρχές τους. Συγκεκριμένα σήμερα, οι Paradise Lost αποτελούνται από τους Nick Holmes στα φωνητικά, Aaron Aedy και Gregor Mackintosh στις κιθάρες, Stephan Edmondson στο μπάσο και με πιο νεοσύστατο μέλος τον Waltteri Vayrynen (επίσης στους Wolfheart, Moonsorrow και Abhorrence).

Έχοντας ήδη ηχογραφήσει τρια ντέμο στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, “Morbid Existence”, “Frozen Illusion” και “Plains Of Desolation”, υπογράφουν στην Peaceville Records, πολύ πριν κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους. Έτσι το 1990, έρχεται το “Lost Paradise”, το μνημειώδες αυτό άλμπουμ το οποίο άνοιξε ένα νέο μονοπάτι για το death metal. Οι αργές, μελαγχολικές και σχεδόν τρομακτικά σκοτεινές μελωδίες του, οδήγησαν τους Paradise Lost στο να μαρκάρουν την περιοχή τους στη βρετανική μεταλ σκηνή στην αρχή και παγκοσμίως αργότερα. Δίκαια, έχει τον τίτλο του πρώτου death/doom δίσκου που κυκλοφόρησε ποτέ.

Ακολουθώντας το εικονικό αυτό ντεμπούτο, το 1991 έρχεται το “Gothic”. Περιέργως δεν σχετίζεται με κανένα τρόπο με τη γοτθική κουλτούρα και τον έως τότε γνωστό γκοθικ ήχο, ενώ σίγουρα δεν μαρτυρά αυτό που θα επακολουθούσε για τον ήχο των Paradise Lost τα επόμενα χρόνια. Οι πυκνές κιθάρες και τα άψογα φωνητικά του Holmes, κάτω από ένα πέπλο κατάμαυρο και μακάβριο, δίνουν μια τελείως διαφορετική αίγλη από εκείνη του “Lost Paradise”, και το κάνουν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ, έως και σήμερα. Ξεπερνά σε σχεδόν τα πάντα το ντεμπούτο.

Στις 14 Ιουλίου 1992 κυκλοφορεί το “Shades Of God”, μέσω της Music For Nations και καταφέρνει να πυροδοτήσει πολλά και διαφορετικά σχόλια από τους κριτικούς της εποχής, μιας που άρχισε να διαφαίνεται (ελάχιστα όμως), η αλλαγή που θα σημειώνονταν αργότερα στον ήχο της μπάντας. Τα καθαρά φωνητικά προσπερνούν τα growls και η μηχανή σταδιακά παίρνει άλλη τροπή.

Ακολουθεί το “Ιcon”. Ένα απλό δείγμα θεϊκής, μελαγχολικής μουσικής. Τα φωνητικά θυμίζουν αρκετά James Hetfield, και το οποίο στο κάτω κάτω βγάζει αρκετό νόημα εάν λάβουμε υπόψιν τους πειραματισμούς των Paradise Lost ανά τα χρόνια, και ειδικά στην αρχή τους (εκεί οφείλεται καθαρά το γεγονός ότι στην αρχή οι δίσκοι τους ήταν τόσο αξιομνημόνευτοι). Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Τα δεδομένα μιλούν από μόνα τους.

Ο πιο εμπορικά επιτυχημένος δίσκος των Paradise Lost έρχεται το 1995 με τον τίτλο “Draconian Times”, που αποτέλεσε μάλλον και τη χρονιά που γνώρισαν την κορυφή. Τίποτα από όσα ακολούθησαν μπορούν να συγκριθούν με αυτό το θαύμα. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, το goth metal φάσμα κάνει την αίσθησή του (π.χ. The Gathering, Tiamat, Moonspell, Theatre Of Tragedy) έτσι και οι ίδιοι, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους δεν είχαν πρόβλημα με το να χρησιμοποιούν τον όρο αυτό για να περιγράψουν τη μουσική τους από εκείνο το σημείο και έπειτα. Με ελάχιστες διαφορές από το “Icon”, το άλμπουμ αυτό γνωρίζει μεγαλύτερη αναγνώριση.

Το 1997 κυκλοφορεί το “One Second”, το οποίο μάλιστα είναι και ο πρώτος δίσκος της πορείας τους ο οποίος ηχογραφείται σε ψηφιακή μορφή. Ήταν η πιο δραστική προσπάθειά τους να αναχωρήσουν σταδιακά από το τότε γνωστό “death/doom’’ χώρο και να προχωρήσουν ολοταχώς στο μοντέρνο τότε “gothic metal’’ που με δειλά βήματα άρχισε να κάνει αίσθηση τότε. Aνέκαθεν οι Paradise Lost ήταν σε ένα rollercoaster με καλές και κακές δισκογραφικές στιγμές όπως φάνηκε στην πορεία, το οποίο μάλλον είχε ως έναρξη το “Icon”. Πολλοί απογοητεύτηκαν, πολλοί όμως αναρωτήθηκαν και θαύμασαν το πως καταφέρνουν παρόλα αυτά να κρατήσουν σε επαγρύπνηση το κοινό που περίμενε αγωνιωδώς το επόμενό τους βήμα. Καθαρά φωνητικά, πιάνο και βουτηγμένοι στη δυστυχία στίχοι ήταν μάλλον το κλειδί της ευτυχίας για τους ίδιους.

Ακολουθεί το “Host”, το 1999. Εμ, ναι, τώρα που όλοι ήταν ψημένοι άπειρα με την γκοθ μεταλ τροπή των πραγμάτων, η μπάντα αλλάζει άλλη μια φορά πορεία και επιχειρεί έναν ήχο παρόμοιο με των Depeche Mode, με ελάχιστα μεταλ στοιχεία. Synthpop, trance και electro διαπερνάν εξ’ ολοκλήρου τη μουσική του “Host” και δυστυχώς αυτό ήταν και ο αδύναμος κρίκος της δισκογραφίας τους.

Το “Βelieve in Nothing” (2001) ήταν από τις τελευταίες απόπειρές τους για αυτό το light στυλάκι που λάνσαραν και όπως υποστήριξαν και οι ίδιοι, ήταν πλήρως κατευθυνόμενο από την δισκογραφική τους εταιρεία. Η remastered έκδοση του κυκλοφόρησε το καλοκαίρι μέσω της Nuclear Blast), μια κίνηση που δεν μπορώ να καταλάβω καθόλου για να είμαι ειλικρινής.

Μιας που το κοινό πλέον έχει συνηθίσει στις απότομες αλλαγές στην μουσική του συγκροτήματος, που συνοδεύουν σχεδόν δεσμευτικά τον κάθε δίσκο, το 2002 έρχεται το “Symbol Of Life’’, το οποίο αγαπήθηκε αρκετά παγκοσμίως. Φάνηκε σαν όαση για αρκετούς που περίμεναν ξανά κάτι “σκοτεινό” από τη μπάντα. Περιλαμβάνει επίσης μερικά από τα καλύτερα κομμάτια της δισκογραφίας τους γενικότερα, όπως τα “Erased”, “Pray Nightfall” και “Isolate”, το οποίο μοιάζει με B-side του Draconian Times. Ελάχιστοι το απαξίωσαν.

Ένα λαμπερό μεν αλλά εξίσου θλιβερό με τα προηγούμενα, που σχεδόν ορίζει τον gothic metal ήχο της δεκαετίας των 00’s, είναι το “Paradise Lost” που κυκλοφορεί το 2005. Μετά από πολλά, πολλά χρόνια είναι ο πρώτος δίσκος στον οποίο συμμετέχει ένα νέο μέλος, ο Jeff Singer, πίσω από το drumkit. Μια καλή προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ήχου τους στις ρίζες του. Παρόλα αυτά, όλα δείχνουν ακόμα στάσιμα.

“Ιn Requiem” – θυμίζει αρκετά “Icon”, καθότι τα φωνητικά του Holmes φέρνουν στην εποχή εκείνη, μουσικά όμως τίποτα το ιδιαίτερο. Η ίδια πατέντα που ξεκίνησε με το “One Second”, συνεχίζει.

Το 2009 οι Paradise Lost υπογράφουν στη Century Media, μέσω της οποίας κυκλοφορεί το “Faith Divides Us – Death Unites Us”. Μα πόσο ΟΜΟΡΦΟΣ δίσκος. Μια καθαρή ωδή στη μελαγχολία και σίγουρα μια απ’τις καλύτερες προσπάθειες της μπάντας μετά το Draconian Times, αν όχι η καλύτερη. Το ομότιτλο βιντεοκλιπ είναι από τα πιο δυνατά της σκηνής για την τελευταία δεκαετία. Άριστα δέκα.

Με το 2012 έρχεται το “Tragic Idol” και η μπάντα μετά από μια σχετικά σιωπηλή περίοδο επανέρχεται στο προσκήνιο και κάνει ντόρο. Ξεκινάνε ευρωπαϊκή περιοδεία με Insomnium και ο δίσκος γενικότερα λαμβάνει κυρίως θετικά σχόλια από παντού. Σύμφωνα με τους ίδιους, με το “Tragic Idol” φαίνεται να θέλησαν να φέρουν τον ήχο τους στα πιο κλασσικά doom μονοπάτια, άρα μιλάμε για μια αρκετά heavy κυκλοφορία.

Παρόλα αυτά, το “Plague Within” ήταν αυτό που έφερε όντως την αλλαγή. Ακούγεται ακριβώς όπως θα έπρεπε. Βαρύ, ασήκωτο, καταιγιστικό doom metal.

To 2017 oι Paradise Lost υπογράφουν στη Nuclear Blast και κυκλοφορούν το “Medusa”. To “Medusa” σημειώνει κάποιες δραστικές αλλαγές για άλλη μια φορά. Είναι ούτως ή άλλως γνωστή η αγάπη τους για πειραματισμό, και με αυτό τον τρόπο μάλλον τεστάρουν την αγάπη του κοινού τους. Μπορούν να περηφανεύονται για το πόσο βαρύς είναι ο ήχος τους εδώ. Σημαντικό κομμάτι της δισκογραφίας τους έως τώρα.

Δεν είναι μυστικό ότι οι Paradise Lost με το ελληνικό κοινό ενώνονται με αρκετά ισχυρά δεσμά. Κάθε φορά που οι βετεράνοι φτάνουν στη χώρα μας, μόνο χάος επικρατεί. Αυτή τη φορά, ο Άγιος Βασίλης έρχεται λίγο νωρίτερα, αφού έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τους Paradise Lost για άλλη μια φορά στη χώρα μας στα πλαίσια της προώθησης του Medusa, στις 22 Δεκεμβρίου, στο Piraeus Academy της Αθήνας.

Για περισσότερες πληροφορίες, εδώ: https://www.facebook.com/events/2109862755959540/