Φιλαδέλφεια ή Philly, «Πόλη της Αδελφικής Αγάπης», Πολιτεία της Πενσυλβάνια. Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020 ώρα 18.00. Τελευταία μέρα πριν την καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας σε ολόκληρο το έθνος. Ένας μυστηριώδης ιός από την Κίνα έχει καταφέρει να παραλύσει την παγκόσμια οικονομία και την προσωπική ελευθερία του κάθε ανθρώπου από άκρη σε άκρη της γης. Βέβαια κάποιο πιο ευαίσθητοι και πιθανόν Ευρωπαίοι θα βάζανε πρώτα ή μόνο την ελευθερία εγώ μιας και ο ήρωας της ιστορίας μας είναι γνήσιος Αμερικανός, βάζω την οικονομία πρώτα, αλλά δεν ξεχνώ και την ψευδαίσθηση της ελευθερίας που έχει σαν φανατικός ψηφοφόρος των Γαϊδουριών. Ετοιμάζεται να πάει στο μπαρ για τα τελευταία ποτά πριν την δεκαπενθήμερη καραντίνα. Μπαίνει στο μπάνιο, βάζει μπόλικο νερό μέσα στο μπουκάλι του σαμπουάν για να φτιάξει σαπουνάδα, μιας και το ελάχιστο υγρό που είχε μέσα δεν φτάνει για ένα αξιοπρεπές λούσιμο. Πόσο μάλλον για όλο το σώμα που χρειάζεται , αφού και την τελευταία φορά που πήγε στο σούπερ μάρκετ ψώνισε μπύρες, μακαρόνια και κατεψυγμένο σολομό. Μόνο. Ντύνεται με αργές κινήσεις, στεγνώνει με μια πετσέτα τα μαλλιά του και πριν φύγει πάει να βγάλει τα σκουπίδια φορώντας με ένα χιλιοφορεμένο τζιν ένα  ξασπρισμένο t-shirt των Led Zeppelin με το έκπτωτο άγγελο και το δερμάτινο του. Οι δρόμοι είναι άδειοι. Δεν κυκλοφορεί σχεδόν ψυχή, ενώ ακόμα και οι ελάχιστοι που τρολλάρανε τις δυο τελευταίες μέρες με υπαίθρια πάρτι-αντίστασης κατά των περιοριστικών μέτρων και των διαταγμάτων για απαγόρευση συνεύρεσης άνω των δέκα ατόμων είχαν κλειστεί και αυτοί πια στα διαμερίσματα τους. Πάρκαρε έξω από το μπαρ. Το πάρκινγκ είχε άλλα τρία αυτοκίνητα. μπήκε μέσα και κάθισε στην γνώριμη θέση του.

Ο Τζον δεν πτοήθηκε από το άδειο μαγαζί και άναψε ένα τσιγάρο, όπως τον παλιό καλό καιρό, πριν 20 και χρόνια που δεν υπήρχε αντικαπνιστικός νόμος. Άλλωστε τώρα δεν υπήρχε ψυχή να τον καταγγείλει και παρήγγειλε ένα διπλό ουίσκι. Ο μπάρμαν και φίλος του Τζον, Καρλ απογοητευμένος του ζήτησε μάταια να το σβήσει.

-Ο καπνός από τα τσιγάρα μου διαλύει τη γεύση απολυμαντικού που έχουν τα ποτά σου Καρλίτο, προσπάθησε να κάνει χιούμορ ο Τζον.

Η νύχτα προμηνύονται πιο βαρετή και προβλέψιμη και από Σαββατοκύριακο σε οίκο ευγηρίας στο Έλμγουντ Χιλλς. Εκεί πέρα βρισκόταν η μητέρα του και κάθε φορά που πήγαινε στο γραμματοκιβώτιο και έβλεπε ένα ακόμα γράμμα της ένιωθε να του τραγουδάει η κυρα Έμιλυ και να παίζει σαν χαλί από πίσω το You Don’t Love Me του Pat Travers. Και είχε ένα χρόνο που οτιδήποτε από τον Καναδά του την έσπαγε αφάνταστα. Μάλλον είχε πάρει πιο σοβαρά και από τον Joel Embiid το τρίποντο του Leonard στο έβδομο παιχνίδι των περσινών play-offs. Κάθε γράμμα της γερασμένης μητέρας του, ένα τουλάχιστον την βδομάδα, ήταν το ίδιο δακρύβρεχτο, μίζερο και παραπονεμένο. Το τελευταίο που έστειλε και παρέλαβε την Πέμπτη το πρωί μάλιστα ήταν και εντελώς μακάβριο, αν και ρεαλιστικό, μιας και ομολογούσε σε αυτό πως πρόσμενε να τελειώσει η ζωή-μαρτύριο της από τον covid 19, όπως άδοξα πέθαναν τόσες Ιταλίδες συνομήλικες της στην Λομβαρδία τις τελευταίες δεκαπέντε μέρες.

Ποιος όμως έχει όρεξη να διαβάσει μια ιστορία γεμάτη δυστοπικά σκηνικά, ιούς, θανάτους, την ανθρωπότητα σε τέλμα και καταστροφολογία; Ουδείς.  Ή για ένα γιο που δεν γούσταρε να γηροκομήσει την μάνα του; Πάλι κανένας. Αλλά αυτή η ιστορία δεν έχει καμία σχέση με survival. Ούτε με τις (ενίοτε προβληματικές) σχέσεις γονέων-παιδιών. Από την άλλη βέβαια ποιος έχει όρεξη να διαβάσει ακόμη μια ιστορία σε μπαρ; Ποιο κλισέ έχετε βαρεθεί περισσότερο; Τα κολλήματα, τις εμμονές και τα συμπλέγματα των συγγραφέων ή τα χιλιοειπωμένα σκηνικά και τους μονοδιάστατους χαρακτήρες ή μήπως τις κακοσχεδιασμένες αλλοπρόσαλλες, δήθεν ανατρεπτικές συμπεριφορές των πρωταγωνιστών σε σημείο να γίνονται βαρετά προβλέψιμες μιας που επαναλαμβάνονται σαν το μεσημεριανό πρόγραμμα τηλεοπτικών σταθμών που κάνουν τις κονσέρβες στα σούπερ μάρκετ να μοιάζουν με σπαρταριστά ψάρια στην ιχθυόσκαλα στις πέντε το πρωί; Ποιος έχει την διάθεση να ακούσει άλλο ένα προσωπικό παραλήρημα; Ένα αυτοαναφορικό, εσωστρεφές κείμενο που καταντάει απίστευτα ναρκισσιστικό, σαν μια ανθολογία ιδιωτικών αναμνήσεων που κανείς δεν ζήτησε να του εξιστορηθούν; Ας σηκώσουν χέρι αυτοί που βαρέθηκαν συγγραφείς που μέσα στους καπνούς και το αλκοόλ αναζήτησαν την αλήθεια και αυτή απλόχερα τους δόθηκε σαν μια πόρνη πολυτελείας που για πρώτη φορά ερωτεύτηκε έναν πελάτη της και άφησε για λίγο το συναίσθημα να ομορφύνει την σκληρή πραγματικότητα της δουλειάς της. Κατεβάστε τα χέρια σας. Είστε ήδη παρά πολύ για να σας μετρήσω όλους. Εντάξει όλοι οι άνθρωποι κουβαλάμε το παρελθόν μας, είτε τμηματικά είτε σαν ολότητα μεταφρασμένη σε επιμέρους συμπεριφορές, αντιδράσεις και βιώματα. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας μας επαφίεται στην δυνατότητα φιλτραρίσματος των εικόνων, των ερεθισμάτων, των καταστάσεων που ζήσαμε στο παρελθόν μας και τα κόστη των αποφάσεων που πήραμε ή δεν πήραμε. Άλλωστε  οι πράξεις, οι αποφάσεις ακόμα και τα αντικείμενα, φυσικά τα πρόσωπα και τα γεγονότα βρίσκονται σε συνεχή αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση, αποτελώντας την πραγματικότητα η οποία συνεχώς αλλάζει, μετατρέπεται, μεταμορφώνεται.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν είχε στο μυαλό του ο Τζον. Ήθελε απλά ένα ζευγάρι αυτιά έστω και με βοηθητικά ακουστικά να πει δυο κουβέντες. Όχι απαραίτητα για να βγάλει αυτά που είχε μέσα του. Δεν έψαχνε λύτρωση, ούτε εξομολογήσεις. Για αυτές τις ανάγκες του είχε σαν βάλσαμο το γράψιμο. Βέβαια ακόμα έψαχνε την ιστορία που θα τον απογείωνε, το βιβλίο που θα τον έκανε να παρατήσει το δημόσιο κωλοσχολείο που δούλευε και να ζούσε στην βίλα του στην Ισπανία, που θα έφτιαχνε από τα δικαιώματα του βιβλίου που θα πλήρωνε το ΗΒΟ για να το κάνει σειρά.

Εκείνο το βράδυ περισσότερο ήταν απελπιστικά πρόθυμος να βυθιστεί στα κλισέ και τις εμμονές του. Όποτε κατέληξε και εκείνο το βράδυ όπως κάθε βράδυ στο μισοσκόταδο μπαρ στο κέντρο της Φιλαδέλφεια. Δάσκαλος στο δημοτικό μιας κακόφημης γειτονιάς της πόλης δεν έτρεχε κίνδυνο να τον κακοχαρακτηρίσει κανένας γονέας η κηδεμόνας μαθητή του που θα το συναντούσε σε αυτό το διαλοκοτέτσι. Βασικά δεν τον ένοιαζε αν το πετύχαινε κανένας ξέμπαρκος από δαύτους. Αν πετύχαινε κάποιον γονέα στο μπαρ για να ήταν εκεί θα ήταν ανεπρόκοπος και θα τα είχε παρατημένα τα κουτσούβελα του, αλλά περισσότερο  και ξέχωρα  από την ιδιαιτερότητα της κατάστασης της ημέρας λόγω της επικείμενης καραντίνας για τον covid-19, θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να πέσει σε κάποιον από τους γονείς μαθητή του αφού η πλειονότητα δούλευε σε εξαντλητικές, σκληρές κακοπληρωμένες δουλειές, όποτε είτε ήταν στην νυχτερινή βάρδια είτε κοιμόντουσαν για να σηκωθούν πολύ νωρίς το πρωί για να βγάλουν το ψωμί τους. Το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Παρασκευή βράδυ, αλλά έμοιαζε Τρίτη βράδυ κάποιου βροχερού Οκτώβρη, και τότε όπως και τώρα, μόνο κάτι ρεμάλια σαν τον Τζον κυκλοφορούσαν με τόση δίψα για αλκοόλ και περιπέτεια. Ή μάλλον μόνο για αλκοόλ, γιατί για ποια περιπέτεια μιλάμε όταν όσοι βρισκόταν εκεί δεν είχαν διάθεση για κουβέντες και ήταν μισοκοιμισμένοι στις καρέκλες τους; Αλλά είχε βαρεθεί όσο δεν πάει την κατάσταση τόση ώρα μόνος του, όπως και την γεύση από το μπόμπα ποτό που του σέρβιρε όλο το βράδυ ο Κάρλ που δεν είχε αφήσει λεπτό το κινητό του, στέλνοντας πρόστυχα μηνύματα στην γυναίκα του αδερφικού του φίλου και γείτονα, πίσω από το μπαρ. Ένας ασπρομάλλης κύριος γύρω στα εξήντα με μαύρο ιταλικό κοστούμι με λευκό μεταξωτό πουκάμισο και κόκκινη γραβάτα σηκώθηκε από το σκαμπό του και κινήθηκε προς το μέρος του δασκάλου.

-Καλησπέρα κύριε Τέρνερ, είπε ο άγνωστος κύριος και στάθηκε δίπλα στον Τζον.

-Καλησπέρα. Θα σας έλεγα να καθίσετε, αλλά είμαι έτοιμος να πληρώσω αυτά τα φτηνής ποιότητας  ποτά που μας σερβίρει ο Κάρλ και να φύγω.

Ο Κάρλ ούτε που έδωσε σημασία. Λες και ο Τζον μιλούσε στον αέρα μόνος του.

-Επιτρέψτε μου να σας ζητήσω να μείνετε λίγο παραπάνω. Και μην κακολογείτε την μόνη συντροφιά σας, αυτό το φαρμάκι που σας περιμένει σιωπηλό στη γυάλινη φυλακή του, ιερό δισκοπότηρο για σας και την ευλογία που κοινωνείτε από αυτό. Ξέρετε οι άνθρωποι έχουν μια τάση να διαλέγουν φίλους, συντρόφους παρέες και περίγυρο, όπως διαλέγουν ή θα διάλεγαν ναρκωτικές ουσίες. Ο Ρόμπινς περιέγραψε περίφημα πως διαλέγουμε οι άνθρωποι να ποτίζουμε το κορμί μας και με ποιες ουσίες που αρρωσταίνουν το μυαλό μας ή το καθησυχάζουν, ενίοτε το ντοπάρουν και στην τελική το νεκρώνουν και σίγουρα πάντοτε το αποκόπτουν από την πραγματικότητα. Στο «Αγριεμένοι Ανάπηροι Επιστρέφουν Από Καυτά κλίματα» μας θυμίζει και μας κάνει να αναλογιστούμε ποτέ το περιβάλλον μας γεμίζει με άτομα-ντρόγκια που μειώνουν το εγώ και πότε με προσωπικότητες που το ανυψώνουν. Έτσι λειτουργούν άνθρωποι και ναρκωτικές ουσίες. Πότε σε οδηγούν στη αποκάλυψη και ενίοτε στην αυταπάτη. Στο βιβλίο του ο ήρωας του κατασταλαγμένος και συνειδητοποιημένος αναγνωρίζει στον εαυτό του το δικαίωμα να βυθιστεί σε ένα λιγότερο επικίνδυνο ψέμα και να στραφεί στο κοινό αλκοόλ. Στο πιο συνηθισμένο και προσιτό βοηθητικό που ξεχνιέται η μάζα από την καθημερινότητα της. Ο φίλος που δεν ζητάει τίποτα, δεν ζητιανεύει ανταλλάγματα ή δώρα, το φαρμάκι που η φτήνια του σε κάνει να ξεχνάς αν σε βλάπτει ή αν τα αστεία του είναι ανόητα και αν σε κάνει να κοιτάς τις ασήμαντες λύπες σου μέσα από μεγεθυντικούς φακούς. Εκούσια κρίση αυταπάτης το βάπτισε. Οπότε μην το λέτε υποτιμητικά. Τα έχουμε ανάγκη τα φτηνά ποτά …

Εντυπωσιασμένος ο Τζον από τον συνομιλητή του, όχι μόνο για τα λεγόμενά του, αλλά και το θάρρος/θράσος του να επιβληθεί στη συντροφιά, τον υποδέχθηκε με μια κίνηση μετακινώντας το σκαμπό δίπλα του ώστε να δημιουργήσει χώρος για να καθίσει ο μυστηριώδης κύριος δίπλα του.

Και τον καλωσόρισε: -Ξέρετε η φυσιογνωμία σας είναι γνωστή. Ή όχι ακριβώς γνωστή, μάλλον γνώριμη, σχεδόν οικεία  σαν φιγούρα. Υπάρχει κάτι το σκοτεινό, μια αύρα περίεργη ώμος σαν…πως να το πω ευγενικά…μοιάζετε σαν…σαν…

-Σαν τον Διάβολο; Ξέρετε έχω πολλά ονόματα, προσωνύμια, αλλά ο κάθε άνθρωπος έχει δώσει μια μορφή στον Δαίμονα του πιο προσωπική, ο άγνωστος προσπάθησε να ειρωνευτεί με χιούμορ τον φόβο του Τζον και συνέχισε: -Όχι σαν ωραιοποιημένο ή εξιδανικευμένο είδωλό του, αλλά σαν προσωποποίηση του Φόβου του. Φέρνω λοιπόν στο νου σου, τον Διάβολο, όπως τον  έχτισες σαν εικόνα στο μυαλό σου από παιδί, από το σπίτι σου, την εκκλησία, τους φίλους σου, την τηλεόραση, το σχολείο, τα βιβλία, τις ταινίες, τα κόμιξ; Αλήθεια Τζον μέχρι εκεί φτάνει η φαντασία σου; Η φτώχεια της με κάνει να πιστεύω στην πραγματικότητα με βλέπεις πιο κόκκινο στο πρόσωπο ίσως και με κάποια κέρατα πιθανώς και με βαμμένα με κοράκι γυαλιστερό χρώμα. Μαλλιά χτενισμένα γλυμένα προς τα πίσω. Φοράω και κάποιο φράκο έχω κάποιο μουστάκι και κάποιο μουστάκι, η ουρά και η τρίαινα που είναι Τζον; Πόσα κλισέ μέτρησες σήμερα το βράδυ Τζον; Και πόσα αυτό το δίλεπτο τρίλεπτο από την ώρα που έχουμε συναντηθεί;

Και συνέχισε:

-Το κακό με τα κλισέ είναι πως οι περισσότεροι κάνουμε ότι μπορούμε είτε να τα αναπαράγουμε, είτε να πιστέψουμε, είτε να τα επαληθεύουμε. Αυτή είναι και η ακαταμάχητη δύναμη τους. Έχουν αυτή την ελκυστικότητα να μας παρασύρουν στην βολικότητά τους. Και αυτό έχει πολλές παραμέτρους, εξηγήσεις, ερμηνείες και παρενέργειες.Δεν με εκπλήσσει που όταν ένιωσες απειλή από έναν άγνωστο είδες ανόητα αφελέστατα και φοβισμένα σαν λούμπεν στοιχείο μια καρικατούρα του φόβου σου. Αλλά τα κλισέ έχουν και άλλες αρνητικές συνέπειες. Και όχι να θεωρείς καυλωμένη κάθε νοσοκόμα ή κομμώτρια μητέρα κάποιου μαθητή ή κάποιας μαθήτριας σου δεν είναι αθώο και μπορεί όχι μόνο να σε οδηγήσει σε κάμποσες άβολες στιγμές, αλλά με την αμηχανία να μεταμορφώνεται σαν γκρέμλιν ταϊσμένο μετά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα σε σεξουαλική παρενόχληση χωρίς να καταλάβεις. Όπως δεν κατάλαβες πως ο ποπός σου το ζητούσε αυτό από την αρχή όσο και καλά να κάλυπτες την αγένεια σου σε συνδυασμό με την μειωμένη επαφή με το άλλο φύλο σε μεγάλο διάστημα της ζωής σου, αλλά και αυτό κλισέ είναι γαμώτο, μπορεί μια χαρά να είχες επαφές με γυναίκες και απλά να είσαι ένας μεγάλος μαλάκας που απλά θα φας τα μούτρα σου επικά. Είσαι ένας δασκαλάκος με μέτριο μισθό και ακόμα πιο μέτριους μαθητές. Θες να γίνεις συγγραφέας. Και δεν έχεις αφήσει κλισέ για κλισέ και στερεότυπο για στερεότυπο σε σημείο να θέλω να ξεράσω πάνω σου από την αδιαφορία. Έχεις την πολυτέλεια να αντλείς θεματολογίες και περσόνες από  μια κοινωνία που νοσεί βαριά. Γιατί απλούστατα ακολουθεί τον βασικό κανόνα των ηλιθίων: «Κατέβασε τον διακόπτη και δέξου τα όλα αμάσητα και ακόλουθα το ρεύμα». Σε αυτή τη βαριά νοσηρή κοινωνία υπάρχει ακόμα κόσμος που αντιστέκεται και έχει στο μυαλό του τα λόγια των ποιητών του, βασικό πως έχει ακόμα ποιητές, και όχι των πολιτικών και των ΜΜΕ του. Αν ήμουν ο Διάβολος πίστεψέ με αυτούς τους δύο, θα τους είχα υπαλλήλους και στην καλύτερη για αυτούς συνεργάτες. Ειδικά αυτών που χαϊδεύουν τα συντηρητικά αντανακλαστικά και φοβικά σύνδρομα του. Γιατί αν είχαμε αυτό κατά νου, όλα θα ήτανε πιο όμορφα και πιο ονειρικά φτιαγμένα. Όχι τόσο ονειρικά όσο ο κόσμος των συγγραφέων…γιατί για κάποιο γαμημένο λόγο όσοι θεωρούν τους εαυτούς τους συγγραφείς, σαν και σένα, πιστεύουν πως η διαφορά του καλού συγγραφέα από τον μέτριο ή αδιάφορο συνάδελφό τους, πόσο μάλλον από τον κακό συγγραφέα, είναι πως ο καλός έχει ζήσει πριν γράψει, και ανάγοντας σε αξίωμα αυτή τη χαζή σκέψη ξεκινάνε να ταξιδεύουν σαν άλλοι Κέρουακ, δημιουργώντας πιο συχνά σκηνικά για b-movies κωμωδίες παρά για νουάρ περιπέτειες, σε πολυέξοδα ταξίδια στο εξωτερικό για να αλλάξουν παραστάσεις και σκηνικά, ενώ ένα διήμερο στην λίμνη Σασκουεχάνα θα ήταν το ίδιο αναζωογονητικό για τα εγκεφαλικά τους κύτταρα (όχι απαραίτητα και πιο φτηνό), καταστρέφουν ανώφελα τα συκώτια τους για να γράψουν σαν τον Μπουκόβσκι, αυξάνοντας το εισόδημα από εντελώς κενών έως αρκετά ενδιαφερόντων μποέμ τύπων που θα είχαν κάμποσα να διδαχθούν από αυτούς, αλλά απλά ούτε αυτό δεν κατάφεραν…και κολλάνε χλαμύδια ακούγοντας τα ψέματα κάθε πόρνης, που σπαταλάν βαρετά το χρόνο της, κάθε φορά που μαζεύουν πρώτες ύλες για τις ιστορίες τους. Αλλά αυτά τα κλισέ είναι ακίνδυνα και ταΐζουν το μύθο του Βασιλείου του Μελανιού, όσο οι σερβιτόρες από την πολιτεία της Ιντιάνα τα ροκ κλαμπ στη Σάνσετ Μπούλεβαρντ το 1985. Και για αυτό τα αγαπάμε και τα συντηρούμε και τα αναπαράγουμε.

 

-Εεεε, βάλτε μια τελεία, πρώτα από όλα ήθελα να πω πως μου θυμίζετε κάποιον συγγενή μου, σαν κάποιον πρόγονο μου, σαν μια γερασμένη εκδοχή του ίδιου μου του προσώπου, ειλικρινά δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς, μπορεί απλά να είστε κάποιος διάσημος που έχει κολλήσει το μυαλό μου και δεν θυμάμαι, προσπάθησε έστω και ετεροχρονισμένα να τον διακόψει, σαν μια προσπάθεια να αναχαιτιστούν τα λεγόμενα του κυρίου…αλήθεια ούτε το όνομα του δεν ξέρω σκέφτηκε ο Τζον που βρήκε μια σανίδα να πιαστεί από αυτό.

Και συνέχισε: -Βάλτε κι τελεία και ας συστηθούμε έστω και τώρα κύριε…

– Ρόμπερτ Τζόνσον.

-Κύριε Τζόνσον, γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; Σε τι αποσκοπεί το ενδιαφέρον σας; Μήπως μπήκατε κρυφά στο γραφείο μου και ανοίξατε τον υπολογιστή μου και διαβάσατε κάτι ημιτελές πλην όμως ενδιαφέρον στα αρχεία μου και είσαστε κάποιος ιδιόρρυθμος  εκδότης και θέλετε να μου δώσετε έξτρα κίνητρο για να γράψω κάτι καλύτερο από αυτά που έχω ήδη ώστε να βγάλετε λίγο παραδάκι παραπάνω από εμένα; Ή μήπως είστε απλά ένας καλός Σαμαρείτης;

-Αρχικά να σου πω πως δεν είμαστε συγγενείς, ούτε εξ αίματος ούτε εξ αγχιστείας. Τέλος πάντων προσπάθησε να ξεδιαλύνεις στο μυαλό σου πως δεν είμαι αυτός ο κάποιος που φοβάσαι πως είμαι. Ή αν αποφασίσεις πως είμαι αυτό και τίποτα άλλο, ο εσωτερικός σου Δαίμονας, ένα αποκύημα της φαντασίας σου, που εντούτοις σε επηρεάζει ψυχοσωματικά, μπες στην διαδικασία πως να το διαχειριστείς. Αυτό είναι βασικό που σου λέω για την συνέχεια.

-Ποια συνέχεια; Έχουμε κάποιο κοινό μέλλον; Θα πάει μακριά η βαλίτσα;

-Αυτό εξαρτάται από σένα. Μιας και θέλω να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο πράγματα που θα σου ζητήσω να κάνεις για μένα. Η επιλογή είναι δική σου. Ουσιαστικά μπορείς να κάνεις και τα δύο. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Εγώ όμως ζητάω μόνο το ένα. Αλλά η επιλογή θα συνεχίσει να βρίσκεται στα χέρια σου. Κυριολεκτικά.

 -Ελπίζω μόνο να μην μου ζητήσεις να κάνουνε σεξ. Είσαι γέρος, εντελώς εκτός των γούστων μου και…προσπάθησε να το διακωμωδήσει ο Τζον, μα ο ο συνομιλητής του γρήγορα ξαναπήρε τον λόγο και το πρόλαβε πριν τελειώσει το αστείο του.

-Ευτυχώς δεν είπες «άντρας», όποτε θα υποθέσω πως αυτό το δεδομένο δεν σε εμποδίζει, όποτε είμαστε σε καλό δρόμο, τον διέκοψε ο κύριος Τζόνσον γελώντας.

-Όχι Τζον δεν θα ήθελα κάτι ερωτικό  από σένα. Θα ήθελα κάτι το ίδιο σε απλότητα με τον έρωτα. Θα σου ζητούσα πολύ ευγενικά είτε να με σκοτώσεις με όποιον τρόπο όσο βίαιο και όσο αποκρουστικό πονηρό δόλιο ή επίπονο θέλεις, είτε να γράψεις ένα βιβλίο για μένα. Δεν εννοώ μια βιογραφία. Θέλω μια ιστορία που να με έχει στο κάδρο, ούτε καν πρωταγωνιστή, απλά να υπάρχω σε αυτή. Φυσικά μπορείς να γράψεις για το πως θα με σκοτώσεις αν και αυτό απαντά και στα δυο ζητούμενα. Φυσικά θα πληρωθείτε για τις υπηρεσίες σας.

Σαστισμένος ο Τζον διέκρινε την υπερχειλισμένη από κλισέ ειρωνεία του να του ζητάει ο υποτιθέμενος δαίμονας του να τον σκοτώσει σαν μια αλληγορική λύτρωση από τις αιτιάσεις που τον κρατούσαν δέσμιο από το γράψει κάτι καλό που θα το απογείωνε δηλαδή τον ίδιο του τον εαυτό και την δυαδική υπόσταση της πρότασης που μόλις είχε δεχθεί: μια πράξη αλτρουισμού, ένα χέρι βοήθειας από την στιγμή που είχε σαν αντάλλαγμα ένα φόνο γινόταν αυτόματα πράξη με εντελώς άλλο ύφος. Δελεαστική; Σίγουρα. Πραγματοποιήσιμη; Δύσκολα. Άλλωστε η συγγραφή ενός βιβλίου δεν εγγυόντουσαν κάποια επιτυχία εκτός και αν όντως ο κύριος Τζονσον ήταν ο διάβολος αυτοπροσώπως. Τα λεφτά ήταν επιπλέον κίνητρο που θα έκανε στην άκρη ηθικούς φραγμούς και  τυχόν τύψεις και ενοχές. Το χρήμα έχει και αυτές τις ευεργετικές ιδιότητες για την ψυχή του ανθρώπου. Είχε έτοιμες αρκετές ερωτήσεις να κάνει. Σκέφτηκε πως ο γέρος ήταν κάποιος εκκεντρικός πλούσιος που είτε είχε βίτσιο να βάζει γρίφους και διλήμματα στον κόσμο, είτε ήταν άρρωστος και δεν είχε τα κότσια να αντιμετωπίσει την ασθένεια του, μπορεί να κουράστηκε ή απλά βαρέθηκε και η πλήξη τον έκανε να ζητάει παράλογα πράγματα. Μπορεί να ήταν μόνος του και η μοναξιά να τον τρέλανε. Στο μυαλό του πέρασαν χιλιάδες σκέψεις. Γιατί ήθελε να γίνει συγγραφέας; Τι τον έκανε να πιάσει πριν εικοσιπέντε χρόνια την γραφομηχανή που του έκανε δώρο ο παππούς του και να αρχίσει να σκαρώνει την πρώτη του ιστορία; Τι έκανε τον οποιοδήποτε άνθρωπο να γράφει; Ποια τα κίνητρα του ποιοι οι σκοποί του ποιες οι ανάγκες του καλύπτει και το δουλειά είχε αυτός να ασχοληθεί με κάτι που του πρόσφερε μόνο χρέη και χαμένες ώρες κόπο και όνειρα; Μήπως ο γέρος του έδινε απλά την ευκαιρία να ζήσει πριν γράψει; Γαμώτο το πρώτο του βιβλίο θα ήταν αστυνομικό. Αυτό που σιχαινόταν. Αυτό που λάτρευε ο κόσμος όμως. Το είδος με την μεγαλύτερη απήχηση στον λαό. Η συνεχής παραπλάνηση, οι ανατροπές, οι συμπτώσεις, οι συγκρούσεις, η ψυχική κατάσταση των ηρώων, των θυμάτων και των θυτών που αλλάζουν ρόλους και αποδεικνύονται να είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό που είχες στο μυαλό σου εξ αρχής, οι παγιδεύσεις του κοινού, ο ρεαλισμός, η αγωνία, το θρίλερ, ο φόβος, η διαρκής αμφισβήτηση του προφανούς και τέλος το αίσθημα δικαιοσύνης που απονέμεται και γεμίζει το λαουτζίκο ικανοποίηση. Και τα γαμημένα κλισέ!!!

Πριν προλάβει να κάνει κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις γύρισε το βλέμμα του και είδε πως δεν ήταν κανένας γύρω του. Ο κύριος Τζόνσον είχε φύγει. Βασικά είχε εξαφανιστεί. Σκέφτηκε να ρωτήσει τον Καρλ αν τον είδε αλλά γρήγορα άλλαξε γνώμη και Ήταν έτοιμος να τον βρίσει τον καταραμένο τον μπάρμαν για τα χάλια ποτά που του σέρβιρε και του θόλωσαν το μυαλό, ήταν σίγουρος πως τόση ώρα μιλούσε μόνος του και δεν υπήρχε κανένας ασπρομάλλης καλοντυμένος κύριος Τζόνσον και καμία περίεργη πρόταση. Αλλά τότε καθώς κουνούσε το κεφάλι του μειδιώντας είδε μια επαγγελματική κάρτα με τον όνομα Ρόμπερτ Τζόνσον της κατασκευαστικής εταιρίας Τζόνσον και συνεργάτες που στο πίσω μέρος της έγραφε με ωραία καλλιγραφική γραμματοσειρά «κοίταξε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου σου». Κατάρα τώρα θυμήθηκε που είχε δει την φάτσα του. Ο κύριος Τζονσον ήταν συνέχεια στα δελτία μιας και αυτός θα κατασκεύαζε δυο νοσοκομεία στην πολιτεία μέσα σε χρόνο ρεκόρ για να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες λόγω του ιού. Ήταν ένας ήρωας που μάλλον δεν του έφτανε αυτό και έψαχνε επιπλέον περιπέτεια στη ζωή του… ή κάτι πολύ χειρότερο για τον Τζον. Ξάφνου ο Τζον πετάγεται από την καρέκλα του ρούφηξε την τελευταία του γουλιά από το ουίσκι του και βγήκε βιαστικά πετώντας κάποια τσαλακωμένα δολάρια στο πάγκο του μπαρ προς το μέρος το Καρλ για να πληρώσει τις μπόμπες που ήπιε και τρέχοντας μπήκε στο αυτοκίνητο του. Άνοιξε το ντουλαπάκι μπροστά από τη θέση του συνοδηγού. Εκεί βρήκε ένα κίτρινο φάκελο. Τον άνοιξε μέσα είχε ένα όπλο και 100.000 δολάρια σε κατοσταδόλαρα. Και μια φωτογραφία του από τα γυμνασιακά του χρόνια. Τι αρρωστημένη φάρσα έπαιζε ο καριόλης ο Τζονσον; Κοίταξε στο καθρέφτη του αυτοκινήτου του. Τσέκαρε αν ήταν κάποιος πίσω. Έβαλε τον διπλωμένο φάκελο στην μέσα τσέπη από το σακάκι του και το πιστόλι κάτω από την θέση του. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε μπροστά το ταλαιπωρημένο Mazda του. Πόσο πιο παράξενη θα γινότανε η σημερινή βραδιά; Καθώς κινούταν από την Κάλοουχιλ Στριτ προς την Λεωφόρο που θα τον έβγαζε στη Νότια Φιλαδέλφεια άκουσε ένα συνεχόμενο κουδούνισμα τηλεφώνου και ο θόρυβος ακουγόταν σαν να ερχόταν από το πορτ-μπαγκαζ. Σταμάτησε σε ένα παράδρομο. Κοίταξε γύρω του. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι. Μόνο δυο οχήματα της Δημοτικής Υπηρεσίας Καθαριότητας και δυο τζιπ πέρασαν. Άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ. Είδε μια λευκή κοπέλα με καστανά μαλλιά και δεμένα τα χέρια πίσω από την πλάτη της, χτυπημένη άσχημα στο πρόσωπο και φιμωμένη. Τα κόκκινο φόρεμά της φαινόταν καθαρό, αλλά μόλις γύρισε να δει η πλάτη της ήταν γεμάτη στο αίμα. Τα μάτια της ίσα που κουνιόντουσαν και ένα κινητό χτυπούσε επίμονα. Ο Τζον έπιασε το κινητό που ήταν στην τσάντα της κοπέλας. Έγραφε  κλήση από «Μπαμπούλη». Με την φωτογραφία της νεαρής και του γέρου της, αγκαλιασμένους και να δείχνουν τόσο αγαπημένοι και ευτυχισμένοι, όπου γέρος της ο κύριος Τζόνσον, να κάνει την κατάσταση όσο πιο περίεργη μπορούσε. Πάτησε απόρριψη. Άνοιξε το τελευταίο από τα εφτά εισερχόμενα μηνύματα όπου η αρχή του εμφανίστηκε στην οθόνη και το διάβασε: «Άγκνες τι συμβαίνει που είσαι σε παρακαλώ απάντησε μου!!! κινδυνεύεις; Κάλεσα την αστυνομία, θα σε βρούμε».

Τα μάτια του Τζον έδειχναν να απολαμβάνει την απρόσμενη εξέλιξη της βραδιάς. Πόσο πιο περίεργη θα γινόταν άλλωστε η βραδιά; Αυτή την γαμημένη ερώτηση έπρεπε να σταματήσει να την κάνει γιατί κάθε φορά η απάντηση που του έδινε η πραγματικότητα του έδενε ακόμα πιο σφιχτά τον κόμπο στο λαιμό. Οπότε μάλλον η ερώτηση θα έπρεπε να ήταν «πως θα γλιτώσω τον κώλο μου από αυτό το χάλι; σκέφτηκε ο Τζον, αλλά «…χωρίς να χάσω και τα 100Κ φυσικά» συμπλήρωσε ο ανόητος…

Εκστασιασμένος έκλεισε με δύναμη το καπό του πορτ-μπαγκάζ και αφού πρώτα καθάρισε από τα δακτυλικά του αποτυπώματα του κινητό της κοπέλας που δεν έμοιαζε να έχει πολύ χρόνο ακόμα, το πέταξε στον κάδο στην άκρη του δρόμου. Το ξανασκέφτηκε, έπρεπε να ξεμπερδεύει με την κοπέλα. Δεν θα διακινδύνευε να την αφήσει στην είσοδο κάποιου νοσοκομείου όχι με τόσες κάμερες τριγύρω. Θα εξαφάνιζε το πτώμα της, μιας και χωρίς πτώμα δεν υπάρχει έγκλημα.  Αν μπορούσε και αν προλάβαινε…Με την απαγόρευση της κυκλοφορίας να είναι σε ισχύ σε λίγη ώρα με το ξημέρωμα είχε ελάχιστο χρόνο για να εξαφανιστεί. Να επιστρέψει σπίτι του και να βρει άλλοθι στην απαγόρευση θα ήταν ένα κρίσιμο λάθος. Οι επιλογές του ήταν ελάχιστες. Έπρεπε να πάρει κι άλλες πρωτοβουλίες και γρήγορα αφού ουσιαστικά αυτός δεν είχε επιλέξει να μπει στο παιχνίδι και τους κανόνες τους έβαζε άλλος, τουλάχιστον θα ξαναμοίραζε θα την τράπουλα.

Άλλωστε το παιχνίδι τώρα μόλις άρχιζε…