Εισαγωγικά, οι Yoth Iria αποτελούν το τελευταίο μουσικό εγχείρημα του Jim Mutilator, ή και Δημήτρη Πατσούρη, γνωστό για την παρελθούσα προσφορά του στο ιδίωμα του black metal στους Rotting Christ και τους Varathron, μεταξύ άλλων, του Τhe Magus, δευτερευόντως, στα φωνητικά, εξίσου δραστήριος στους Thou Art Lord και Necromantia ανά τα χρόνια, όπως και αλλού, βεβαίως βεβαίως.

Πέραν της ολίγον τι περιττής παρουσίασης του κεντρικού πυρήνα των μουσικών, o Γιώργος Εμμανουήλ έχει συμβάλλει στις κιθάρες, με τον οποίο, όπως και τον Τhe Magus, είχα την τύχη να συνομιλήσω για την επερχόμενη κυκλοφορία του project, με τίτλο ‘As The Flame Withers’, στις 25 Ιανουαρίου του 2021. Και ως προς αυτό, βρέθηκα στον Πειραιά, στο Pentagram Studio, προκειμένου να ακούσω τη συγκεκριμένη δουλειά, παρουσία των δημιουργών της και άλλων ενδιαφερόμενων.

Οπότε και στο ψητό, έχοντας κανείς ακούσει το προηγηθέν EP, του περασμένου Ιανουαρίου, έχοντας προλάβει να ακούσει το single για το split με τους Kawir, το μήνα που διανύουμε, παρατηρεί αμέσως ευθύς τρομερή βελτίωση στον ήχο της μπάντας (αυτό και αν ήταν περιττό, καθώς, ήδη, η μπάντα είχε δείξει τρομερά δείγματα ως προς αυτό), μια πιο ολοκληρωμένη και σφαιρική προσπάθεια, άκρως γοητευτική, εξίσου σκοτεινή, και ίσως πιο προσωπική, θα υπέθετε.

Εννοώντας πως, στα 47 λεπτά κατά τα οποία εκτυλίσσεται το άκρως ταξιδευτικό ‘As The Flame Withers’, υπάρχει ποικιλία tempo και ήχων, αρκετή να χορτάσει κανείς για αιώνες, οι δομές των κομματιών χαοτικές μεν, επιστρέφουν σε μια χ κανονικότατα, ωστόσο, μια λέξη που μάλλον δεν προτιμάται ειδάλλως, λόγω της ιστορικής συγκυρίας της πανδημίας, σαφέστατα. Πάρα ταύτα, πράγματι ο δίσκος έχει από παραδοσιακά blast beats και μάλλον πιο σκανδιναβικά περάσματα, έως πιο μεσογειακά, και άρα γνώριμα, λύδια, για να μιλήσουμε αυστηρά με μουσικούς όρους. Αρκετές αλλαγές τονικότητας, build-ups με λυτρωτικά, εν τέλει, μέρη, ενώ συμφωνούμε και με τους πρωτεργάτες του album ότι έχει επιρροές από Dark Throne σε σημεία, πιο κοντά στο ‘Old Star’ και το doom ύφος του.


Αρκετά ορχηστρικό, είτε σε intro είτε ως γέφυρες και outros, αλλού ανεβάζει ταχύτητες φέρνοντας τους Celtic Frost στο προσκήνιο και ένα πιο punk αίσθημα, στο μεταξύ folk επιρροές, κατά τα πρότυπα των Rotting Christ, και ίσως πιο heavy metal κατευθύνσεις, που φέρνει λίγο σε Abbath, σε Bathory, ίσως, σε King Diamond, θα μπορούσε. Και ναι, solos, Iron Maiden-tribute, πολύ πετυχημένα και καλοπαιγμένα σε κομβικά σημεία της σύνθεσης, ακολούθως, κάποια effects κοσμούν και συμπληρώνουν την εικόνα μιας αρκετά ψυχεδελικής, μέσα σε όλα, εμπειρίας. Αλλού μπορεί να προκύπτει ένα industrial, πιο συμβατικό black metal, αλλού μπορεί να εμφανίζονται ρυθμοί jazz μουσικής, ambient και μεγαλειώδεις στιγμές, συνδυασμένες με περίτεχνη μαεστρία, δυσαρμονικά αλλά ταυτόχρονα upbeat και πιο πιασάρικα ακούσματα, που απλώνονται ευχάριστα στο χώρο και κατά το χρόνο της ακρόασης.

Εξ ου και καταλαβαίνει κανείς ότι δεν υπήρχαν πολλά να συζητήσουμε πέραν των διαδικαστικών, της ηχογράφησης και του τρόπου σύνθεσης, καθότι ήταν μάλλον ικανοποιητικό το αποτέλεσμα. Και ως προς αυτό, ξεχώρισε μια συζήτηση, άκρως διαφωτιστική για τη χρήση ενός συγκεκριμένου εφέ στα τύμπανα, ήδη χαρακτηριστικό αλλά και καθοριστικό για τον ήχο της rock από τη δεκαετία και, κυρίως, κατά τη δεκαετία των 80ς. Gated reverb, το όνομα αυτού, και ο ρόλος του για τη σμίλεψη του ήχου των drums αλλά και ολόκληρης μουσικής παιδείας, πρωτίστως, παραγωγής, έπειτα, είναι λίγο πολύ γνωστός εάν θυμηθεί κανείς το «In The Air Tonight» του Phil Collins. Τέλος, νομίζω θα αδικούνταν η εν λόγω κυκλοφορία εάν στεκόμασταν σε ένα μόνο κομμάτι, παρότι ξεχώρισα για λόγους προσωπικής κατανάλωσης κάποια εξ αυτών, σκόπιμο είναι να (εισ)ακουστεί στην ολότητά του το ‘As The Flame Withers’, όπως και προορίζεται, με περίσσιο πάθος και ταπεινότητα συνάμα, από τους δημιουργούς του.