Γράφει η Eva M. Grey

originally published: Thursday, 13 December 2018 on Merlin’s Music Box https://merlins.gr/index.php/blog/1045-raymond-pettibon

Γύρω στα τέλη του 1970, κι εκεί που είχαν λίγο πολύ όλοι βαρεθεί τους Beatles και τους Eagles και τους Kiss υπήρξε ανάγκη για κάτι καινούριο. Εντάξει, σίγουρα υπήρχε το punk των Ramones και των Sex Pistols, αλλά η εμπορευματοποίηση και αυτού του είδους ξενέρωνε λίγο τους πιο θερμόαιμους. Έτσι λοιπόν, τα πιτσιρίκια του τότε μαζεύτηκαν και δημιούργησαν την καινούρια, πολλά υποσχόμενη σκηνή του hardcore. Minor Threat, Bad Brains, Germs, Adolescents… Black Flag.

Οι τέσσερις μπάρες είναι το πιο αναγνωρίσιμο λογότυπο στην ιστορία του αμερικανικού hardcore. H «Mαύρη Σημαία» είναι πνευματικό τέκνο του Raymond Pettibon. Η μπάντα ίσως να μην ήταν το ίδιο χωρίς αυτόν αλλά κι αυτός ίσως να μην ήταν ο ίδιος χωρίς την μπάντα. Κι ενώ ο Greg Ginn, o αδελφός του, υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Black Flag (και αφεντικό της περίφημης SST Records, από τις σημαντικότερες εταιρείες του είδους), ο Ray ήταν ο εμπνευστής πίσω από οτιδήποτε είχε να κάνει με την καλλιτεχνική τους επιμέλεια. Η μεγαλύτερη επιτυχία ενός συγκροτήματος είναι να καταφέρει να γίνει αναγνωρίσιμο όχι μόνο από τον ήχο, τον στίχο, την ερμηνεία και τη σκηνική παρουσία του αλλά και από τις καλλιτεχνικές του επιλογές στα εικονικά μέσα που θα διαθέσει στο κοινό του. Και αυτό ο Raymond Pettibon το πέτυχε για τους Καλιφορνέζους Panic, όπως ήταν αρχικά το όνομα του συγκροτήματος: τέσσερις μπάρες, τέσσερις πηχτές μαύρες σκιές, μια σημαία, ένα λογότυπο… Black Flag.

 

Ο Raymond Ginn, το τέταρτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας, γεννήθηκε στο Τούσον της Αριζόνα στις 16 Ιουνίου 1957 και μεγάλωσε στο Λός Άντζελες. Ο Raymond υιοθέτησε το προσωνύμιο «Pettibon» από τον πατέρα του που τον χαϊδευτικά αποκαλούσε «petit bon». Το 1977 πήρε το πτυχίο του στα οικονομικά από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια (UCLA) και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα δούλεψε ως καθηγητής των μαθηματικών σε δημόσιο σχολείο.

Όπως θα αναφέρει χαρακτηριστικά ο Henry Rollins (o τραγουδιστής και μέλος των Black Flag από το 1981 μέχρι τα μέσα του 1986) σε μια συνέντευξή του: «Όταν είδα το λογότυπο των Black Flag κάτι μου έκανε. Ο Ian [McKaye, μέλος των Minor Threat εκείνη την εποχή μαζί με τον Rollins] κι εγώ είχαμε αντιδράσει ταυτόχρονα σαν να είχαμε δεχτεί γροθιά στο στομάχι, του τύπου ουάου, αυτό εδώ είναι ζόρικο. Είδαμε το λογότυπο πριν καν ακούσουμε τη μπάντα και ήταν αυτό το λογότυπο που με επηρέασε αρχικά. Ήταν απίστευτα εύστοχο». Οι τέσσερις μπάρες συμβολίζουν μια σημαία που ανεμίζει και γι’ αυτό δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο. Ο Raymond έχει δηλώσει πως «αν η λευκή σημαία συμβολίζει την υποχώρηση/παράδοση τότε η μαύρη συμβολίζει την αναρχία.» Ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν μια hardcore/punk μπάντα στο ξεκίνημά της και έτσι τα μέλη ζωγραφίζουν με σπρέι το λογότυπο τους δρόμους του Λoς Άντζελες, ανακοινώνοντας με αυτό τον τρόπο την ενεργή παρουσία στον τους χώρο. Την περίοδο εκείνη, η έννοια «do it yourself» είχε τεράστιο όφελος για το συγκρότημα. Οτιδήποτε δημιουργούσε o Raymond, ο αποκλειστικός γραφίστας τους, είχε ένα στυλ άμεσο, ωμό και επιθετικό, πράγμα που έβαλε φωτιά στον πυρήνα του μουσικού κόσμου της Καλιφόρνια.


Με αμέτρητα φλάιερ, φανζίν, αφίσες και εξώφυλλα δίσκων στο ιστορικό του, ο Pettibon κατάφερε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της punk σκηνής από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τα μέσα της επόμενης. Άλλοτε μίνιμαλ, άλλοτε λίγο πιο πληθωρικός, κάποιες φορές μονόχρωμος και άλλες με εκρήξεις χρωμάτων, ο Pettibon σε συνεπαίρνει όχι μόνο για το στοιχείο του κόμικς στα σχέδιά του, αλλά και για τα μηνύματα που περνάει σε κάθε του σχέδιο. Η αμερικάνικη κουλτούρα, η θρησκεία, η πολιτική, η βία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, ο αθλητισμός, είναι μόνο μερικά από τα θέματα που αποδίδει στις εκάστοτε δουλειές του. Η δυναμική του είναι επιθετική όπως διαπιστώνεται σε κάθε του σχέδιο, από τον τρόπο που τα πινέλα ακουμπούν το χαρτί. Δεν το πολυσκέφτεται και δεν βασίζεται σε περιττές λεπτομέρειες μόνο και μόνο για τη διακόσμηση. Δεν φοβάται τον «κενό» χώρο. Τα σχέδιά του έχουν πάθος, ουσία και συνοχή. Αν χρειαστεί, θα συμπληρώσει ένα κείμενο είτε για να βοηθήσει τον αποδέκτη είτε για να τον ιντριγκάρει. Γενικότερα, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη δουλειά του ως παραμορφωτική, μυστηριώδη, καυστική, βαριά, προβοκατόρικη, αλλά και κάποιες φορές ρομαντική. Κάποτε ο Rollins είχε σοκαριστεί τόσο με ένα συγκεκριμένο φλάιερ του Ray (τη μορφή του Τσάρλς Μάνσον να παριστάνει τον Χριστό πάνω στο σταυρό) που αμφέβαλλε αν θα έπρεπε να δημοσιευθεί. Φοβόταν πως όχι μόνο θα έτρωγαν ξύλο αλλά ότι ο κόσμος μπορεί και να μην πήγαινε καν στη συναυλία. Ας μην ξεχνάμε ότι το «Helter Skelter» και οι σφαγές της «οικογένειας Μάνσον» ήταν ακόμη νωπά στη μνήμη. Τελικά, το φλάιερ δημοσιεύτηκε καθώς ο σκοπός του Ray ήταν να ταράζει τα νερά.

 

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι δεν στάθηκε ιδιαίτερα «ευνοϊκός» ούτε απέναντι στους πάνκηδες. Χαρακτηριστικά, στο δεύτερο τεύχος του New Wavy Gravy, ενός από τα φανζίν που τύπωνε ανάμεσα στο 1978 και το 1993 απεικονίζει δύο πάνκηδες ως κρυφοχίπηδες που βαράνε τατουάζ των Black Flag σε μια ελεεινή απόπειρα να εντυπωσιάσουν τον Henry Rollins. Έμπνευση αντλούσε από πυγμάχους, ήρωες του μπέιζμπολ, εκρήξεις ατομικής βόμβας, καθώς και από ήρωες κόμικς όπως τον «Βαβούμ» από το «Felix the Cat». Σε κάποιο από τα έργα του ο Μπάτμαν και ο Ρόμπιν απεικονίζονται ως γκέι εραστές, κάτι που σοκάρισε τους οπαδούς του Αμερικανού ψυχίατρου Fredric Wertham. Το 1954, ο συγκεκριμένος κύριος είχε εκδώσει το βιβλίο Seduction of the Innocent, προειδοποιώντας ότι τα κόμιξ είναι κακοήθης πηγή ψυχαγωγίας/λογοτεχνίας και υπεύθυνα για την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά των ανηλίκων. Ο διάχυτος εκνευρισμός του Ray απέναντι στους πολιτικούς επίσης δεν είχε όρια. Ρέιγκαν, Μπους, Τραμπ, όλοι βρέθηκαν αρκετές φορές στο στόχαστρο του.

O Pettibon συμμετέχει σε ομαδικές εκθέσεις σε γκαλερί από το 1980. Το 1993 έργα του εκτέθηκαν στην Μπιενάλε του μουσείου Whitney και συμμετείχε σε πολλές άλλες ομαδικές στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, στη Σκωτία και αλλού. Έχει πραγματοποιήσει επίσης αρκετές ατομικές εκθέσεις, με πιο πρόσφατη το 2017 στο New Museum της Νέας Υόρκης με τίτλο «Raymond Pettibon : A Pen of All Work», εκθέτοντας έργα που είχε σχεδιάσει στα έξι του χρόνια (αναβαθμισμένα με προσθήκη κειμένων), μαζί με κάποια πιο προσωπικά έργα φιλοτεχνημένα για τη συγκεκριμένη έκθεση. Το εντυπωσιακό ήταν ότι μέσα σε όλο το θεματικό μείγμα των έργων υπήρχαν σπουδές σε κύματα που θύμιζαν τον περίφημο πίνακα The Great Wave Off Kanagawa  (συνήθως γνωστό ως Το Κύμα) του Ιάπωνα καλλιτέχνη Katsushika Hokusai (1760-1849) καθώς και πανέμορφες σπουδές εσωτερικού χώρου καθεδρικών ναών. Για μένα προσωπικά αυτό αποδεικνύει έναν πολύπλευρο καλλιτέχνη.

Το λογότυπο των Black Flag (που κατέληξε να γίνει ορόσημο και σύμβολο μιας μουσικής σκηνής που δύσκολα θα επαναληφθεί ή θα αντικατασταθεί) ήταν είναι και θα είναι από τα πρώτα και πιο γνωστά έργα του στη μουσική σκηνή. Ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές δημιουργίες του ξεχωρίζουν τα εξώφυλλα του Goo, του έκτου άλμπουμ των Sonic Youth, και του Paranoid Time της περίφημης πολιτικοποιημένης μπάντας των Minutemen από το Σαν Πίντρο της Καλιφόρνια. Έργα του έχουν αναπαραχθεί σε σκέιτμπορντ, σε αυτοκόλλητα, σε μπλουζάκια και σε χιλιάδες τατουάζ, ενώ μέχρι και σήμερα το μοναδικό καλλιτεχνικό ύφος του είναι αναγνωρίσιμο σε διεθνές επίπεδο.

Τέλος, αν ο εν λόγω τύπος σας είναι παντελώς άγνωστος (πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω), θα συνιστούσα ανεπιφύλακτα να κάνετε την έρευνά σας. Ακόμα κι αν δεν τον βρίσκεται του γούστου σας, να ξέρετε πως πίσω από κάθε μεγάλη μπάντα βρίσκεται σχεδόν πάντα ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης, όπως για παράδειγμα ο Winston Smith πίσω από τους Dead Kennedys και οι Dave King και Gee Vaucher πίσω από τους Crass. Τον Raymond Pettibon τον θαύμαζα και συνεχίζω να τον θαυμάζω για το έργο που έχει προσφέρει στον κόσμο του hardcore αλλά και του punk και πάντα τον θεωρώ ως ένα σημείο αναφοράς για τον τρόπο που επιλέγω εγώ να «ζωγραφίζω» τη μουσική.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ (και απολαύστε):

Raymond Pettibon: Homo Americanus: Collected Works (David Zwirner Books/Deichtorhallen Hamburg-Sammlung Falckenberg, 2016) 

Raymond Pettibon: Here’s Your Irony Back: Political Works 1975-2013 (Hatje Cantz/David Zwirner/Regen Projects, 2013)

Raymond Pettibon: A Pen Of All Work (Phaidon Press, 2017)