Μετά το πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο στο ”Ignorance” του 1987 και το εξαιρετικά δυναμικό EP ”Surf Nicaragua” του 1988 οι εξ Αριζόνας ορμώμενοι Sacred Reich επέστρεψαν το 1990 με το album που για πολλούς αποτελεί την κορυφαία στιγμή της καριέρας τους. Μπορεί οι ίδιοι να μην αναφέρονται πάντα δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα της χρυσής εποχής του thrash metal, ωστόσο το ”The American Way” αποδεικνύει γιατί συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ουσιαστικά συγκροτήματα του είδους. Εδώ παρουσιάζονται εμφανώς πιο ώριμοι συνθετικά συνδυάζοντας την εκρηκτική μουσική με πολιτικό προβληματισμό, κοινωνική ευαισθησία και δημιουργική διάθεση, παραδίδοντας έναν δίσκο που όχι μόνο άντεξε στον χρόνο, αλλά εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις πιο ώριμες και ολοκληρωμένες προτάσεις της εποχής του.
Η αλλαγή αυτή δίχασε το κοινό. Για όσους λάτρεψαν την ανελέητη επιθετικότητα της αρχής, το νέο πρόσωπο της μπάντας έμοιαζε υπερβολικά συγκρατημένο. Από την άλλη, πολλοί είδαν έναν δημιουργό που δεν φοβήθηκε να ακολουθήσει τη φυσική του εξέλιξη, αδιαφορώντας για τις προσδοκίες του κοινού και τις επιταγές της εποχής. Άλλωστε το 1990 υπήρξε μια μεταβατική περίοδος για το metal. Η άνοδος του death metal άρχισε να μετατοπίζει το ενδιαφέρον ενός σημαντικού μέρους του κοινού, ενώ αρκετά από τα ιστορικά thrash metal συγκροτήματα βρίσκονταν σε ένα δημιουργικό σταυροδρόμι. Όσα επέμεναν να επαναλαμβάνουν την ίδια συνταγή κινδύνευαν να μείνουν στάσιμα, ενώ εκείνα που επιχείρησαν να εξελίξουν τον ήχο τους βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπα με έντονη κριτική. Παρότι ο δίσκος παραμένει βαθιά ριζωμένος στο thrash metal, παρουσιάζει μεγαλύτερη ποικιλία από τις προηγούμενες απόπειρες τους. Οι εναλλαγές ρυθμών, οι προσεγμένες ενορχηστρώσεις και η πιο καθαρή παραγωγή στα CornerStone Records της California, χαρίζουν στον δίσκο μεγαλύτερο βάθος, ενώ οι κιθάρες του Wiley Arnett ξεχωρίζουν τόσο για τα εμπνευσμένα solos όσο και για τη μελωδικότητα που προσθέτουν στις συνθέσεις.
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο βέβαια παίζουν και οι στίχοι, οι οποίοι στρέφονται ξεκάθαρα προς κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Στο “Who’s to Blame” ασκούν δριμεία κριτική στην αμερικανική κοινωνία και στα μέσα ενημέρωσης για την προσπάθεια απόδοσης ευθυνών σε συγκροτήματα όπως οι Judas Priest και ο Ozzy Osbourne σχετικά με περιστατικά αυτοκτονιών νέων ανθρώπων, υποστηρίζοντας ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από τις εύκολες εξηγήσεις που συχνά προβάλλονται. Στο “Crimes Against Humanity” η θεματολογία στρέφεται στην περιβαλλοντική καταστροφή και στις συνέπειες της ανθρώπινης δραστηριότητας, ένα θέμα που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 αντιμετωπιζόταν με ιδιαίτερη ανησυχία από το συγκρότημα. Αντίστοιχα, το ομώνυμο αποτελεί μια αιχμηρή κριτική απέναντι στις αντιφάσεις του αμερικανικού τρόπου ζωής, με το γεγονός ότι αυτή προέρχεται από μια αμερικανική μπάντα να προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο μήνυμά της. Η κριτική απέναντι στον καταναλωτισμό, την πολιτική εξουσία, την κοινωνική ανισότητα, το Apartheid και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης αποτελoύν βασικό άξονα της εν λόγω κυκλοφορίας, με τον Rind να διατυπώνει τα μηνύματά του με μεγαλύτερη σαφήνεια από ό,τι στο παρελθόν, χωρίς να χάνει τον οργισμένο χαρακτήρα που τον διακρίνει.
Με μεγαλύτερη έμφαση στο groove λοιπόν, στα κοφτά riffs με πιο προσιτή παραγωγή καταφέρνουν να διευρύνουν τον ήχο τους χωρίς να αλλοιωθεί η ταυτότητά τους. Για πολλούς ο δίσκος παραμένει έως και τις μέρες μας το απόλυτο πόνημα τους και ο πιο ιδανικός για να γνωρίσει κανείς το συγκρότημα, με την διαχρονικότητά του να το επιβεβαιώνει σε κάθε ευκαιρία. Συνθέσεις όπως το ομώνυμο και το “State of Emergency” συγκαταλέγονται στις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του album, αποδεικνύοντας ότι η μπάντα μπορούσε να συνδυάσει την επιθετικότητα με πιο σύνθετες δομές και ατμοσφαιρική ανάπτυξη. Κινούμενοι δε με άνεση ανάμεσα σε γρήγορες, γεμάτες ενέργεια συνθέσεις όπως τα “The Way It Is” και “I Don’t Know”, αλλά και σε πιο αργές, επιβλητικές στιγμές, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το “Crimes Against Humanity” μας τονίζουν ότι η επιρροή των Black Sabbath παραμένει εμφανής, όχι μόνο στη γενικότερη αισθητική τους αλλά και στον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουν τη βαρύτητα με το groove.
Η μεγαλύτερη έκπληξη, ωστόσο, έρχεται στο φινάλε με το “31 Flavors”. Αφήνοντας προσωρινά στην άκρη τον αυστηρά μεταλλικό χαρακτήρα της, οι παρέα από το Phoenix ενσωματώνει funk, jazz και πιο παιχνιδιάρικες επιρροές, κλείνοντας τον δίσκο με έναν απρόσμενο αλλά ουσιαστικό τρόπο. Το ίδιο το τραγούδι λειτουργεί ως έμπρακτη απόδειξη αυτής της φιλοσοφίας, φέρνοντας στο προσκήνιο επιρροές που παραπέμπουν σε καλλιτέχνες όπως οι Faith No More και οι Red Hot Chili Peppers προτρέποντας τον ακροατή να παραμένει ανοιχτός σε διαφορετικά ακούσματα και επιρροές, αντί να περιορίζεται αποκλειστικά στα στενά όρια ενός είδους.
Η επιτυχία του δίσκου τεράστια, το όνομα τους μεγάλωσε όσο ποτέ, ο δίσκος μπήκε στο νούμερο 153 του Billboard, διόλου ευκαταφρόνητο για ένα group από το Phoenix που είχε να βγάλει δίσκο σχεδόν 3 χρόνια. Οι ίδιοι επισκέπτονται τη χώρα μας για πρώτη φορά στα πλαίσια της περιοδείας ”Love…Hate” με την υπόσχεση ότι δεν θα είναι η τελευταία. Η περιοδεία θα τραβήξει αρκετά και θα τους συνδέσει με συγκροτήματα όπως οι Tankard, Running Wild, Venom, Atrophy, Obituary και Sepultura μεταξύ άλλων. Το ”The American Way” μπαίνει με χρυσά γράμματα στην μακρόσυρτη ιστορία του παγκόσμιου metal μη παραμένοντας ένα νοσταλγικό κατάλοιπο του thrash, αλλά μια κυκλοφορία με μια άβολα διαχρονική επικαιρότητα. Παρότι έχει σχετικά μικρή διάρκεια, η συνοχή, η προσωπικότητα και η δημιουργική του τόλμη λειτούργησαν έτσι ως υπενθύμιση ότι το metal υπήρξε κάποτε μια άμεση φωνή πραγματικής κοινωνικής ανησυχίας, αντί να αποτελεί απλώς αισθητική ή στάση. Όσα προειδοποιούσαν οι Αμερικάνοι το 1990 δεν έχουν εξαφανιστεί, απλώς έχουν γίνει πιο έντονα, πιο γρήγορα και πιο κανονικοποιημένα στις μέρες μας.

English