Είδος : Symphonic Black Metal
Χώρα : Βέλγιο
Εταιρία : Code 666
Έτος : 2014

Τρίτο άλμπουμ για τους Βέλγους. Το άλμπουμ καταπιάνεται στιχουργικά με κλασσικά μοντέρνα (και μη) θέματα της λογοτεχνίας του τρόμου και του φανταστικού και είναι μία προσπάθεια να δώσει το κατάλληλο symphonic black metal σάουντρακ στα πασίγνωστα αυτά βιβλία ή μύθους.

Συγκεκριμένα, στο “Walpurgis” συναντάμε τον (κατά βάση) γερμανικό μύθο της Walpurgisnacht, της «νύχτας των μαγισσών». Στο “Great God Pan” πραγματεύονται, φυσικά, το μύθο του τραγόμορφου θεού Πάνα. To “Aklo” αναφέρεται στην ομώνυμη φανταστική γλώσσα, η οποία φέρεται να έχει μαγικές δυνάμεις και πρωτοσυναντάται στο διήγημα “The White People” του Arthur Machen , ενώ και ο H.P.Lovecraft την ανέφερε σε διηγήματά του. Το “Cold War” προφανώς βασίζεται στο μυθιστόρημα “Who goes there?” του John W.Campbell, αν κρίνω από το ηχητικό απόσπασμα της ταινίας “The Thing” που ακούγεται στο τραγούδι. “I am Eternal, child. I am the eater of worlds and of children. And you are next!” μας απείλησε ο διάσημος κλόουν στο βιβλίο του Stephen King “It” και αποτελεί το θέμα του κομματιού “Eater of Worlds”. Το “Red Death” ασφαλώς αναφέρεται στο διήγημα του Edgar Allan Poe, ενώ το “Dagon” προβάλλει με τον αρχαίο Μεσοποτάμιο Θεό, με τον οποίο ασχολήθηκε και ο H.P.Lovecraft. Τέλος το “Carcosa” (όσοι έχετε δει τη σειρά True Detective έχετε μία ιδέα) αναφέρεται στην ομώνυμη μυθική πόλη για την οποία πρωτοέγραψε ο Αμβρόσιος Μπηρς, αλλά έκανε γνωστή ο Robert W. Chambers στο βιβλίο «The King In Yellow”.

Αρκετά όμως με τη (μακροσκελή) αναφορά στη θεματολογία, ας δούμε τη μουσική της μπάντας. Οι επιρροές είναι εμφανείς από τις μεγάλες μπάντες του είδους (Dimmu Borgir, Limbonic Art,Carach Angren ), ενώ ο ήχος τους θυμίζει αρκετά και Abigail Williams. Έχουμε, λοιπόν, πολλά πλήκτρα και ατμοσφαιρικά σημεία, που διανθίζονται με απαγγελίες λογοτεχνικών κειμένων ή αποσπάσματα ταινιών που βασίζονται στα ανωτέρω λογοτεχνικά κείμενα. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τις διαρκείς αλλαγές στο ρυθμό, από καταιγιστικά blastbeats σε κοφτά mid tempo riff, τα διάσπαρτα καθαρά φωνητικά και τα κιθαριστικά σόλο μας δίνουν την απαραίτητη ποικιλομορφία που θα περιμέναμε από έναν δίσκο του είδους. Οι μουσικές ικανότητες των μελών της μπάντας είναι , ευτυχώς, κάτι παραπάνω από επαρκείς, γιατί η απόπειρα να παίξεις κάτι τόσο απαιτητικό υπερεκτιμώντας τις δυνατότητές σου καταντά συχνά παρωδία. Η δε παραγωγή είναι ακριβώς όπως την έχουν οριοθετήσει οι κλασσικοί δίσκοι του είδους, κρυστάλλινη, αναδεικνύοντας αρκετά την ενορχήστρωση, όχι όμως εις βάρος των υπόλοιπων οργάνων.

Οι Saille, λοιπόν, βάζουν τον πήχη πολύ ψηλά -και καλά κάνουν- αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς και εμάς δεν καταφέρνουν να τον περάσουν. Το άλμπουμ δεν καταφέρνει να γίνει το αριστούργημα που περιμένουμε να έρθει εδώ και καιρό στο συγκεκριμένο είδος. Σε αυτό συμβάλλει η κραυγαλέα ομοιότητά τους με τις κλασσικές μπάντες του είδους, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε καθολική έλλειψη πρωτοτυπίας. Θα μου πείτε πόση πρωτοτυπία χωράει στο συγκεκριμένο είδος; Μάλλον όχι πολλή, αλλά και πάλι έχουμε και άλλα προβλήματα, τα οποία έγκεινται στην αδυναμία διατήρησης του συνθετικού επιπέδου σταθερά σε υψηλά επίπεδα, κάτι που υπονοεί την έλλειψη της αναγκαίας μουσικής ευφυίας. Επίσης, τα καθαρά φωνητικά είναι πολύ αδύναμα κατά τη γνώμη μου, ενώ και οι lead κιθάρες είναι αρκετά άτεχνες. Ο δίσκος επαναλαμβάνει τον εαυτό του και κουράζει κατά διαστήματα τον ακροατή.

Εν τέλει, το “Eldritch”, αποτελεί μία κυκλοφορία που θα ικανοποιήσει τους θιασώτες της συγκεκριμένης σκηνής, σε μία χρονιά όπου οι αξιόλογες ανάλογες κυκλοφορίες είναι ελαχιστότατες, αλλά προσωπικά δεν με έκανε να ανατριχιάσω.

3.5/6