Υπάρχουν δίσκοι που καθορίζουν μια καριέρα και άλλοι που αποκαλύπτουν τις προθέσεις ενός συγκροτήματος πριν αυτό φτάσει στο απόγειό του. Το ”Power Of The Night” ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Κυκλοφορώντας στις 20 Μαΐου του 1985, αποτέλεσε το δεύτερο ολοκληρωμένο album των Savatage και το πρώτο βήμα προς την καλλιτεχνική ταυτότητα που αργότερα θα τους καθιέρωνε ως μία από τις σημαντικότερες μπάντες του αμερικανικού heavy metal.
Η ιστορία του δίσκου ξεκινά ουσιαστικά μετά την εξαιρετική υποδοχή που έλαβε από το κοινό του underground το EP ”The Dungeons Are Calling” ένα χρόνο πριν. Το 1985 ήταν μια περίοδος κατά την οποία το αμερικανικό metal βρισκόταν σε διαρκή μετάβαση. Από τη μία πλευρά αναπτυσσόταν η πιο σκληρή και τεχνική μορφή του είδους, ενώ από την άλλη το glam/hair metal και το melodic hard rock κατέκλυζαν το MTV και τα charts. Οι Αμερικάνοι βρέθηκαν ακριβώς στη μέση αυτών των δύο κόσμων. Διατήρησαν τον επιθετικό χαρακτήρα που τους είχε ξεχωρίσει, αλλά ταυτόχρονα επιχείρησαν να διευρύνουν το κοινό τους μέσω πιο άμεσων μελωδιών, πιο πιασάρικων ρεφρέν και θεματολογίας που περιστρεφόταν γύρω από τον έρωτα και την επιθυμία.
Η δυναμική που είχε δημιουργηθεί γύρω από το συγκρότημα από τη Florida οδήγησε στην υπογραφή συμβολαίου με την Atlantic Records, προσφέροντας στο group μεγαλύτερο budget (100χιλ δολάρια) και σαφώς καλύτερες συνθήκες εργασίας. Για πρώτη φορά η μπάντα είχε στη διάθεσή της τα μέσα ώστε να αποτυπώσει στο studio το πραγματικό εύρος των φιλοδοξιών της. Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν στα Bearsville Studios της Νέας Υόρκης, υπό την καθοδήγηση του παραγωγού Max Norman, ενός ανθρώπου που είχε ήδη συνδέσει το όνομά του με εμβληματικές κυκλοφορίες του Ozzy Osbourne και αργότερα θα άφηνε το στίγμα του στην χρυσή εποχή των Megadeth. Η διαφορά στον ήχο γίνεται άμεσα αντιληπτή. Ο δίσκος διέθετε την πιο επαγγελματική και καθαρή παραγωγή που είχαν παρουσιάσει μέχρι τότε αναδεικνύοντας κάθε λεπτομέρεια του παιξίματος και κάθε πτυχή της έντονης προσωπικότητας του συγκροτήματος.
Από τις πρώτες κιόλας νότες του ομώνυμου κομματιού γίνεται σαφές ότι το συγκρότημα βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Ο ύμνος αυτός αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της πρώιμης περιόδου τους, με ένα ακαταμάχητο riff, αστείρευτη ενέργεια και ένα ρεφρέν που παραμένει αξέχαστο δεκαετίες αργότερα. Είναι από εκείνα τα τραγούδια που συνοψίζουν ολόκληρη τη φιλοσοφία του αμερικανικού heavy metal της εποχής. Το ”Unusual”, μιλώντας για μια απόκοσμη γυναικεία μορφή στην παγωμένη νύχτα, αποκαλύπτει ήδη τις πρώτες προοδευτικές ανησυχίες της μπάντας συνδυάζοντας σκοτεινή ατμόσφαιρα, πλήκτρα και ενδιαφέρουσες δομές. Το ”Warriors” εξελίσσεται σε έναν από τους μεγάλους ύμνους του δίσκου, εμπνευσμένο από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του Walter Hill το 1979. Με επική διάθεση και ένα από τα πιο πιασάρικα ρεφρέν που έγραψαν ποτέ οι αδελφοί Oliva, το τραγούδι προαναγγέλλει τη μετέπειτα μεγαλοπρέπεια που θα χαρακτήριζε τις κλασικές κυκλοφορίες τους.
Το ”Necrophilia” ανεβάζει τους ρυθμούς, παρουσιάζοντας έναν πιο επιθετικό και σχεδόν speed/thrash χαρακτήρα. Η βραχνή, θεατρική ερμηνεία του Jon συναντά το καταιγιστικό παίξιμο του Criss, σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της χημείας που έκανε τα δύο αδέλφια τόσο ξεχωριστά. Για το συγκεκριμένο τραγούδι η μπάντα δέχθηκε σκληρή κριτική από τα έντυπα της εποχής που αδυνατούσαν να καταλάβουν το νόημα των στίχων του.
Και φυσικά, η μεγάλη αποκάλυψη του δίσκου παραμένει ο ίδιος ο Criss Oliva. Αν και το παίξιμό του είναι κάπως πιο συγκρατημένο σε σχέση με το ντεμπούτο, κάθε σόλο, κάθε μελωδική γραμμή και κάθε riff φέρουν τη σφραγίδα ενός μουσικού που βρισκόταν πολλά βήματα μπροστά από την εποχή του. Ακόμη και σήμερα, η συζήτηση γύρω από τους πιο αδικημένους κιθαρίστες του ιδιώματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς την αναφορά στο όνομά του.
Στην συνέχεια εμφανίζονται και οι πιο εμπορικές διαθέσεις του συγκροτήματος. Τα ”Hard For Love” και ”Stuck On You” αποτελούν σαφείς προσπάθειες προσέγγισης ενός ευρύτερου ακροατηρίου. Αν και αρκετοί οπαδοί τα θεωρούν τις πιο αδύναμες στιγμές της κυκλοφορίας, δεν παύουν να αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της εποχής και της προσπάθειας τους να ισορροπήσουν ανάμεσα στην καλλιτεχνική τους ταυτότητα και στις απαιτήσεις της αγοράς. Αντίθετα, το ”Fountain Of Youth” ανήκει στις πιο εμπνευσμένες στιγμές του δίσκου. Μελαγχολικό, ατμοσφαιρικό και ιδιαίτερα ώριμο συνθετικά, παρουσιάζει για πρώτη φορά εκείνη τη δραματική διάσταση που αργότερα θα εξελισσόταν σε βασικό χαρακτηριστικό της μπάντας. Η ερμηνεία του Jon Oliva είναι καθηλωτική, ενώ τα πλήκτρα προσθέτουν ένα σχεδόν θεατρικό βάθος στη σύνθεση.
Το σύντομο αλλά εκρηκτικό ”Washed Out” προσφέρει μια έκρηξη καθαρού heavy metal, δικαιολογόντας απόλυτα την περιγραφή μιας ξέφρενης, ανεξέλεγκτης και γεματής αδρεναλίνης βραδιάς. Στο ”Skull Session” (παλιότερα οι ίδιοι το ονόμαζαν ”Private Session” και άλλαξε με προτροπή τεχνικού τους) συμπυκνώνεται όλη η δυναμική του συγκροτήματος μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, με εντυπωσιακή κιθαριστική δουλειά και μία από τις πιο παθιασμένες φωνητικές ερμηνείες του Jon.Το εν λόγω πόνημα ολοκληρώνεται με το ”In The Dream”, μια σύνθεση ιδιαίτερης σημασίας για την ιστορία τους (γράφτηκε από τον Jon και την γυναίκα του). Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη ολοκληρωμένη απόπειρά τους σε αυτό που αργότερα θα γινόταν σήμα κατατεθέν τους. Τη δραματική power ballad με έντονη συναισθηματική φόρτιση και κινηματογραφική αίσθηση. Μέσα από αυτό το τραγούδι μπορεί κανείς να διακρίνει τις πρώτες σκιές των επόμενων αριστουργημάτων και ολόκληρης της θεατρικής προσέγγισης που θα ακολουθούσε.
Παρά τα αδιαμφισβήτητα προτερήματά του, ο δίσκος παραμένει ένα έργο με ορισμένες αντιφάσεις. Η επιθυμία της μπάντας να διευρύνει το κοινό της οδήγησε σε περιστασιακές συνθέσεις που δεν διαθέτουν την ίδια ένταση με τα κορυφαία του σημεία του album. Παράλληλα, η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από εσωτερικές δυσκολίες και καταχρήσεις, στοιχεία που επηρέασαν αναπόφευκτα τη συνοχή του αποτελέσματος. Ήταν επίσης η τελευταία συμμετοχή του μπασίστα Keith Collins σε δίσκο τους πριν αντικατασταθεί από τον long lifetime partner Johnny Lee Middleton το 1986. Κοιτάζοντας σήμερα με καθαρή σκέψη τα πράγματα, είναι εύκολο να το δει κανείς ως τον χαμένο κρίκο ανάμεσα στην ωμή δύναμη των πρώτων ημερών και στο μεγαλειώδες καλλιτεχνικό όραμα που θα ακολουθούσε. Ίσως να μην διαθέτει την ιστορική βαρύτητα του ”Hall Of The Mountain King” ή την καλλιτεχνική πληρότητα του ”Gutter Ballet” όμως περιέχει όλα τα στοιχεία που τους έκαναν μοναδικούς. Σπουδαία riffs, έντονες ερμηνείες, ατμόσφαιρα, φιλοδοξία και φυσικά τη μαγεία των αδελφών Oliva.
Τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, εξακολουθεί να στέκεται ως ένα από τα πιο γοητευτικά κεφάλαια της πρώιμης ιστορίας τους. Ένας δίσκος που ίσως δεν βρίσκεται πάντα στην κορυφή των σχετικών λιστών, αλλά εξακολουθεί να ανταμείβει όσους επιλέγουν να ανακαλύψουν τη διαδρομή μιας μπάντας που έγραψε τη δική της, ξεχωριστή ιστορία στο heavy metal του Νέου Κόσμου.

English