Κάνοντας την αρχή μου ως ο οικόσιτος progressive-ας του Metal Invader, σκέφτηκα να μιλήσω για τη δισκογραφία ενός από τα πρώτα και σημαντικότερα συγκροτήματα που έχει βγάλει το είδος. Είτε τους αγαπάτε είτε τους μισείτε, κατά κοινή ομολογία η progressive metal όπως την ξέρουμε σήμερα δεν θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Πρωτοπόρησαν, ενέπνευσαν εκατοντάδες μπάντες που τους ακολούθησαν και ενόψει του επερχόμενου live τους στο Gazi Music Hall με τους Animals as Leaders και τον Jason Richardson, πάρτε ένα πλήρως αντικειμενικό και αδιαμφισβήτητο Best to Worst από τα 30 χρόνια δισκογραφίας των γιγάντων της prog.

  1. Images and Words (1992)

Προς έκπληξη κανενός, ο δίσκος που τα ξεκίνησε πραγματικά όλα. Κατά πολλούς ο πιο influential δίσκος της progressive metal μουσικής, το δεύτερο άλμπουμ τους ήρθε σχεδόν από το πουθενά, συνδυάζοντας επιρροές από κλασσικές 70s prog rock μπάντες όπως Rush και King Crimson με τα glam/power χρωματισμένα φωνητικά του νέου τότε μέλους James LaBrie. Εμποτισμένο με μία δόση μοναδικής παράνοιας μας σύστησε σε πολλά από τα κλασσικά χαρακτηριστικά του συγκροτήματος, όπως επικού μήκους συνθέσεις, μακροσκελή και περίπλοκα οργανικά τμήματα και ένα νεαρό lineup γεμάτο ενέργεια και έτοιμο να κατακτήσει τον (μικρό)κοσμο στον οποίο απευθυνόταν.

  1. Metropolis Pt.2: Scenes From a Memory (1999)

Το υπέρογκο σε εμβέλεια και concept άλμπουμ, με τη συμμετοχή του “φρέσκου” Jordan Rudess αποδείχθηκε μία από τις πιο επιτυχημένες φιλόδοξες προσπάθειες του συγκροτήματος. Φέρει κάποιες από τις πολυπλοκότερες συνθέσεις τους με μεγάλο βαθμό πειραματισμού (βλέπε ragtime breakdowns, spoken word θεατρικά τμήματα, ακόμα και εχμ… ακατάλληλους ήχους στα πλαίσια της αφήγησης). Συνεχίζοντας τη 70s επιρροή με ένα θεματικά ενιαίο δίσκο οι στίχοι εκφέρονται από την οπτική πολλαπλών αφηγητών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους στο πλαίσιο μιας ιστορίας φόνου, έρωτα και μετενσάρκωσης. Η ενοποίηση της ιδέας αυτής με τις αλλεπάλληλες αξέχαστες μουσικές ιδέες που μας έδωσε, έκανε το δίσκο να αποτελεί ένα ξεχωριστό μνημείο στο βάθρο του είδους.

  1. Train of Thought (2003)

Ένα από τα βαρύτερα και πιο straightforward album τους, το Train of Thought μας απέδειξε μια και καλή ότι το μην κάνεις ούτε ένα λάθος είναι ένας τρόπος να κάνεις τα πάντα σωστά. Επιχειρώντας  να γράψουν μια σειρά συνθέσεων για να μεγαλώσουν την απήχηση τους στο συναυλιακό κοινό με πιο βαριά riffs και φανταχτερές στιγμές, παρήγαγαν στην πορεία έναν από τους αρτιότερους metal δίσκους που έχει δει ποτέ ο χώρος. Όντας στο απόγειο της φήμης τους, διασκέδασαν με την κατεύθυνση που επέλεξαν να πάρουν και έγραψαν κάποια από τα πιο αξιομνημόνευτα κομμάτια της καριέρας τους. Επιπλέον ο John Petrucci έδωσε στους κιθαρίστες του προσωπικού κοινού του  κάποιες από τις πιο εφιαλτικές στιγμές στη δισκογραφία τους όπως το σόλο του Stream of Consciousness και το φινάλε του This Dying Soul.

  1. Awake (1994)

Ο επόμενος του Images and Words δίσκος έδειξε απλά με την ίδια δύναμη ότι οι Dream Theater ήρθαν για να μείνουν. Είδαμε το συγκρότημα με μια-δυο περιοδείες και μερικά ψηλά chart performances στην πλάτη του να γράφει έναν άξιο διάδοχο, από τον οποίο απλούστατα τίποτα δεν έλειψε. Με χωσίδικα riffs όπως το The Mirror και το Lie, prog anthems όπως το Erotomania αλλά και εσωστρεφή, διανοούμενου ύφους κομμάτια όπως τα Voices και Space-Dye Vest μας χάρισαν ένα ακόμα αξέχαστο LP – με τον ιδιαίτερα αγαπητό Kevin Moore να έχει κατά πολλούς την τιμητική του, γράφοντας κάποια από τα πιο ευφυή keyboard parts στη σταδιοδρομία του στη μπάντα.

  1. Six Degrees of Inner Turbulence (2002)

Ένα από τα λιγότερο προσιτά αλλά και ταυτόχρονα πιο ικανοποιητικά άλμπουμ τους. Για άλλη μια φορά τους βλέπουμε να επιστρέφουν στο format του concept album με δύο διακριτά συναισθηματικά βεβαρυμένα θέματα, ένα πρώτο τμήμα για τις καθημερινές δυσκολίες της ζωής και ένα δεύτερο μεγαλοπρεπές, πνευματικά ενιαίο 42λεπτο κομμάτι που φέρει τον τίτλο του album να εξερευνά την ψυχική ασθένεια σε διάφορες εκφάνσεις της. Ο δίσκος έχει κάποια από τα μεγαλύτερα σε διάρκεια και βεληνεκές κομμάτια του συγκροτήματος, ξεχωρίζει δε ανάμεσά τους το εμβληματικό The Glass Prison. Δεν είχε άλλα μεμονωμένα hits, αλλά όπως γνωρίζουμε οι fans των Dream Theater δεν δίστασαν ποτέ να αφιερώσουν μιάμιση πολύτιμη ώρα από τη ζωή τους για να βιώσουν ένα δίσκο ως ενιαία εμπειρία και αν υπάρχει ένας που το αξίζει, είναι αυτός.

  1. Systematic Chaos (2007)

Ένα ευρηματικό συνθετικά LP των Dream Theater, με αρκετά κομμάτια κοντά στην καρδιά των fans να περπατάνε τη γραμμή ανάμεσα στο πιασάρικο και το fringe. Σε μία εποχή που το συγκρότημα είχε μπει με φόρα σε ένα σερί radio performance και αποδοχής από τους κριτικούς, μας έδωσε μία σειρά από ιδιαίτερα αγαπητά κομμάτια όπως το Forsaken, το The Dark Eternal Night και το Constant Motion. Παρ’ όλα αυτά με το δεύτερο μισό του δίσκου να μην διατηρεί τον ίδιο δυναμισμό που έκανε το πρώτο τόσο αξιομνημόνευτο, πιάσαμε τους Dream Theater να φορμάρουν ένα CD με την chart-friendly δομή “strong opening – long tail”.

  1. A Change of Seasons (1995)

Συζητήσιμο αν είναι καν album, θεώρησα σκόπιμο να το συμπεριλάβω μόνο και μόνο λόγω της θέσης που κατέχει στην συζήτηση για το μεγάλο συγκρότημα. Σε μία κρίσιμη περίοδο μετά τα 3 πρώτα άλμπουμ και έχοντας δεχτεί την αγάπη του κοινού και του τύπου οι Theater άφοβα βγάζουν ένα τολμηρό EP αποτελούμενο από ένα επταμερές 23λεπτο κομμάτι χωρίς κατατμήσεις στο δίσκο (σε αντίθεση με το Six Degrees που ήρθε 7 χρόνια μετά) και μία σειρά από covers. Το κομμάτι-Οδύσσεια και αρχή των μισών memes που θα δείτε στα social media για την prog, προς έκπληξη κανενός συναντήθηκε με αγάπη από τους fans. Οι τελευταίοι ύμνησαν για άλλη μια φορά τις επιλογές του συγκροτήματος καθώς και τις οργανικές και στυλιστικές εναλλαγές καθ’ όλη τη διάρκεια του κομματιού ως τον ορισμό της μουσικής πρωτοπορίας.

  1. Octavarium (2005)

Βλέπουμε σε αυτό το δίσκο τους Theater να ρίχνουν συγκριτικά τον βαρύ ήχο (αν και σε καμία περίπτωση εξ’ ολοκλήρου) και να αρέσκονται σε κουλ, μοντέρνα κομμάτια, δανειζόμενοι με προφανείς τρόπους στοιχεία από σύγχρονα τους hard rock και alternative συγκροτήματα. Τα περισσότερα τραγούδια αν και αποτελούνταν από δυνατά οργανικά μέρη και αξιόλογα ρεφρέν ξεχάστηκαν γρήγορα. Φαεινή εξαίρεση προφανώς το κλείσιμο του δίσκου που κληρονομεί τον τίτλο του, ένα κομμάτι-ρεκόρ που αποτελεί συχνά κεντρικό άξονα της συζητήσης περί Dream Theater. Δυστυχώς ακόμα κι αυτό – παρά το “αθλητικό” για τα δεδομένα metal σύνθεσης μήκος του και το περίπλοκο concept – δεν κατάφερε να έχει μεγάλο impact μουσικά. Σ’ αυτό το σημείο βεβαία το συγκρότημα ακόμα χάνει συγκρινόμενο μόνο με τον παρελθόντα εαυτό του.

  1. Black Clouds and Silver Linings (2009)

Με μόλις 6 κομμάτια o δίσκος διαρκεί μια ώρα και ένα τέταρτο, συνεχίζοντας την παράδοση 2 δεκαετιών που έχουν οι Theater σε ευμεγέθη κομμάτια και album. Ήταν μία ισορροπημένη προσπάθεια με καλό chart performance, χαρακτηριζόταν όμως από εναλλαγές δυνατών στιγμών όπως την αρχή του A Nightmare to Remember και και το συνθετικά μεγαλεπίβολο The Count of Tuscany με βαρετές ή απλά επίπονες στιγμές (κοιτάζω εσάς “growl” του Mike Portnoy και δέκα-λεπτά-μεγαλυτερο-απ’-ότι-θα-πρεπε Τhe Best of Times). Αν και αφήνει θετική γεύση, με δεδομένες τις εκρήξεις μετριότητας του σε συνδυασμό με την αποχώρηση του Portnoy, είναι για πολλούς ο τελευταίος πραγματικό καλός δίσκος των Dream Theater.

  1. When Dream and Day Unite

Το ντεμπούτο των Theater συχνά ξεχνιέται σκονισμένο στο πίσω μέρος του μυαλού των fans καθώς αρκετά από τα κομμάτια πάρα την αρτιότητα και την πρωτοτυπία τους διατηρούν μία πρωτόγονη αίσθηση από άποψη σύνθεσης. Σε παρόμοιο τόνο με τους instrumentalists, ο τραγουδιστής Charlie Dominici στη μοναδική του εμφάνιση σε album τους, αν και ικανός φωνητικά δεν βοήθησε με την ερμηνεία του τα κομμάτια να ξεχωρίσουν. Φυσικά δεν λείπουν από το δίσκο διαμάντια όπως το θρυλικό Ytse Jam που μέχρι σήμερα εμφανίζεται περιστασιακά στο setlist τους. Σκεπτόμενοι λίγο και ακούγοντας του ξανά, βλέπουμε τους νεαρούς DT να αναζητούν στις αρχικές τους μέρες την ιδιαίτερη φωνή τους και να επεκτείνουν τα μουσικά τους όρια. Στο κάτω κάτω αποτελεί μία ευχάριστη προοικονομία, γνωρίζοντας τι θα ακολουθήσει.

  1. Falling Into Infinity (1997)

Γνωστό και περίφημο για τις δυσκολίες κατά την κυκλοφορία του λόγω τριβών μεταξύ της δισκογραφικής και του συγκροτήματος, σε ένα ’97 που ακόμη οι εταιρίες ανέμεναν από τους ροκάδες να πουλήσουν δίσκους και να ακουστούν στο mainstream ραδιόφωνο. Με δεδομένες τις περικοπές στη διάρκεια και το πλήθος των κομματιών, τις αλλαγές στις συνθέσεις και τη γενική δυσφορία μέχρι να ηχογραφηθεί, ο δίσκος αποτέλεσε για πολλούς μία αδύναμη προσπάθεια γεμάτη μελοδραματικές μπαλάντες και κατακριτέα βαρετό γράψιμο στα βαρύτερα τμήματα, ανάξια της φήμης του συγκροτήματος που έγραψε το Images and Words και το Awake. Αν πρέπει να το ακούσετε, ψάξτε την bootlegged εκδοχή που αποτελεί το “director’s cut” του άλμπουμ, με όλα τα κομμάτια ακέραια και στη σωστή διάρκεια.

  1. Distance Over Time (2019)

Για το πιο πρόσφατο offering της μπάντας και δεδομένου του live που έρχεται αξίζει ένας λόγος παραπάνω. Ένας απρόσμενα ευχάριστος δίσκος που δείχνει τους Dream Theater ανανεωμένους και με διάθεση να βγαίνουν από τη σκοτεινή post-Portnoy περίοδό τους. Η έλλειψη κομματιών που να δίνουν την δύναμη των παλιών κάλων καιρών (κοιτάξτε με που νιώθω ήδη γέρος στα τρυφερά 22 μου), βγάζουν από τη συζήτηση το να τοποθετηθεί πιο ψηλά στη λίστα. Δεδομένου όμως ότι οι Theater είχαν πλέον χάσει την αίσθηση ενεργής μπάντας που προσφέρει στη σκηνή και αποκτήσει status παλαίμαχων που δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν, η ξαφνική επιστροφή τους με κομμάτια όπως τα Pale Blue Dot και At Wit’s End μας άφησε άφωνους.

Ακούγοντας τον καινούργιο δίσκο οι Theater μας είπαν “ξέρουμε ποιοι είμαστε και τι έχουμε κάνει για το χώρο” κάνοντας αναφορές σε παλιότερο υλικό οι οποίες φέρνουν ευχάριστες αναπολήσεις από τη 90s και early 00s prog, χωρίς τον αέρα μπαγιατίλας που συνόδευε τα προηγούμενα LP τους. Δεν έλειψαν βέβαια και μουσικές νύξεις προς σύγχρονα ονόματα της σκηνής που υποδήλωναν την ενημερότητα της μπάντας για τα τεκταινόμενα. Ειδική αναφορά αξίζει στο Barstool Warrior, το οποίο αν δεν σας έκανε να χαμογελάσετε νοσταλγικά με την εισαγωγή του ειλικρινά, τι κάνετε εδώ?

  1. A Dramatic Turn of Events (2011)

Ο Portnoy έφυγε. Και τώρα? Το χάος. Με τον John Petrucci να αναλαμβάνει τα συνθετικά ηνία, γράφοντας ακόμη και τα περισσότερα ντραμς του νεοσύλλεκτου Mike Mangini, μας έδωσαν “έναν ακόμη δίσκο Dream Theater”. Αν και ακούσαμε ορισμένες δυνατές στιγμές όπως το Outcry, οι ήρωες μας αποφάσισαν να το παίξουν εκ του ασφαλούς, ανακυκλώνοντας παλιές ιδέες και προσποιούμενοι πειραματισμό με δηθενίστικο αέρα. Μας σύστησε επίσης στην ιδέα του throwaway Dream Theater song (κρατήστε τον όρο, θα επανέλθουμε σ’ αυτόν σύντομα) με το On the Backs of Angels, ένα κομμάτι με όλα τα χαρακτηριστικά ενός single της μπάντας χωρίς καμία ψυχή.

  1. Dream Theater (2013)

Μία από τις πιο αναξιοσημείωτες προσφορές στην πολυετή δισκογραφία της μπάντας. Παρά τον ειλικρινή σεβασμό που συνέχιζαν να εμπνέουν σε όσους τους άκουγαν επί όλη τη διάρκεια της καριέρας τους, ο δίσκος κουβαλούσε το βάρος  κούρασης σε συνδυασμό με τη δημιουργική ανομβρία που ακολούθησε μετά το Black Clouds. Οι Dream Theater κυκλοφορώντας τον δίσκο Dream Theater έγιναν το ικανότερο Dream Theater cover band (drinking game idea: ένα σφηνάκι χλωρίνη για κάθε φορά που λέω Dream Theater σ’ αυτή την παράγραφο). Ακούστε τον για 9 throwaway Dream Theater songs όπως ακριβώς περιγράφηκαν πριν. Η καλύτερα μην τον ακούσετε. Όλα τα στοιχεία στη θέση τους, χωρίς ίχνος ζωντάνιας.

  1. The Astonishing (2016)

“Astonishingly Bad” τιτλοφορούνταν κάποιο review που πήρε το μάτι μου όταν είχε πρωτοβγεί αυτός ο δίσκος. Δυστυχώς με μια-δυο ακροάσεις γρήγορα με βρήκε απόλυτα σύμφωνο. Ο βασικός λόγος που μου ήταν τόσο εύκολο να ξεκινήσω να γράφω αυτή τη λίστα με το Images and Words στην κορυφή και το Astonishing στον πάτο είναι βέβαια πολύ συγκεκριμένος. Ο απίστευτος όγκος packaging και promotion αυτού του δίσκου πριν την κυκλοφορία του έκανε την τόσο βαρύτερη την τελική συνειδητοποίηση του πόσο κακός ήταν ο δίσκος συγκριτικά με τα αναμενόμενα.

“Twice the pride, double the fall.” είπε ο Count, και στην τέχνη η ιδέα αυτή είναι καθοριστικής σημασίας για την εικόνα του κοινού σε κάθε δουλειά του καλλιτέχνη. Ένα διπλό album με 34 κομμάτια και 130 λεπτά runtime, μία φιλόδοξη ενιαία ιστορία με πολλαπλούς χαρακτήρες σε dystopian setting από το χέρι του Petrucci, συνοδευτικό βιβλίο και mobile game και (θα υπέθετα) merch line από σκουφιά μέχρι εσώρουχα μας έκαναν όλους να απαιτούμε ο δίσκος να είναι το λιγότερο τέλειος.

Αντίθετα μεταξύ των 34 τραγουδιών ούτε ένα δεν ήταν αξιομνημόνευτο, η ιστορία ήταν στην καλύτερη βγαλμένη από κακό The Hunger Games fanfiction και όλο το υλικό φαινόταν αποστειρωμένο και βαρετό παρά την υπεράνθρωπη προσπάθεια του LaBrie ο οποίος υπήρξε το καλύτερο σημείο του δίσκου. Αν το self-titled ήταν απογοήτευση, το The Astonishing ήταν απογοήτευση με φιόγκο και δικαίως κατέκτησε την καταβόθρα της καρδιάς μας και αυτής της λίστας.

Είναι δύσκολο να γράψει κανείς τέτοια αφιερώματα και ειδικά να τα κλείνει με τα πιο αρνητικά σχόλια που έχει για ένα συγκρότημα που έχει τόση σημασία για το κοινό του. Η προσωπική αγάπη του υποφαινόμενου για τη μπάντα καθώς και η καθοριστική συμβολή τους για την progressive και μη metal σκηνή είναι το λιγότερο αδιαμφισβήτητη. Τα παιδιά από το Long Island που πριν τρεις δεκαετίες ξεκίνησαν να παίζουν ένα είδος που μόλις είχε αποκτήσει όνομα έχουν πλέον αφήσει ανεξίτηλα το σημάδι τους στην ιστορία της μουσικής και δεν θα μπορούσαμε να έχουμε περισσότερη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Κοιτάζοντας λοιπόν σήμερα πίσω στην πολυετή δισκογραφία τους – με τα σκαμπανεβάσματα της – και αναλογιζόμενοι τη σημασία όσων έχουν καταφέρει, δεν μπορούμε να κρύψουμε την ανυπομονησία μας για το live της Τρίτης…