Symphony X, United States, Progressive, Power, Nuclear Blast, Reviews

Είδος: Progressive Power Metal
Εταιρεία: Nuclear Blast Records
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Έτος: 2015

Λίγα είναι τα συγκροτήματα που κατάφεραν να κρατήσουν μια πολυμορφική μεν, άκρως ποιοτική μουσική σταθερότητα δε με δισκογραφική συνέπεια ως επί το πλείστον αρκετά άνω του μετρίου. Οι Symphony X είναι ένα από αυτά. Με δίσκους σταθμούς στην ιστορία του progressive/power, οι Αμερικάνοι σε κάθε τους προσπάθεια είχαν πάντα κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν στην μεταλλική σκηνή.

Η μετάβαση τους από πιο κλασικές progressive φόρμες που μας πρόσφεραν αριστουργήματα όπως τα “The Damnation Game”, “Divine Wings Of Tragedy” και “The Odyssey”, σε ένα πιο σκοτεινό και επιθετικό ύφος όπως βιώσαμε στo ανυπέρβλητο “Paradise Lost” και στη συνέχεια στο επίσης καταπληκτικό “Iconoclast”, ήταν άκρως επιτυχημένη και φαίνεται πως αυτό είναι το ύφος με το οποίο θα συνεχίσουν να δημιουργούν από εδώ και στο εξής. Απόδειξη αυτού είναι και το περιεχόμενο του ένατου (!) δίσκου τους με τίτλο “Underworld”.

Αντλώντας θέματα από την “Θεία Κωμωδία’’ του Ιταλού ποιητή Dante Alighieri και πιο συγκεκριμένα από το κεφάλαιο “Κόλαση”, επιστρέφουν στα μυθολογικά θέματα που ήταν και η κύρια έμπνευση τους στιχουργικά στο παρελθόν. Παρόλο που δεν πρόκειται για concept όπως τόνισε και ο Michael Romeo, κιθαρίστας και επικεφαλής της μπάντας, η ροή του δίσκου αποτελεί μια συνολική ακουστική εμπειρία από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτός είναι και ο σωστός τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς το υλικό του “Underworld”, ως μια ολότητα.

Το “Underworld” έχει στοιχεία από όλη την δισκογραφία τους δίνοντας φυσικά έμφαση στην πιο in your face προσέγγιση των τελευταίων προσπαθειών. Άρα δεν μιλάμε ούτε για πισωγύρισμα στον ήχο που τους έκανε γνωστούς αλλά ούτε και για εξέλιξη αυτού των τελευταίων δύο δίσκων τους. Το εκπληκτικό εξώφυλλο είναι δημιουργία του Warren Flanagan (Watchmen, The incredible Hulk, 2012) και βλέποντας τις μάσκες (αναφορά στον πρώτο δίσκο της μπάντας) και τα σχέδια που συμβολίζουν τους κύκλους της κόλασης, μπαίνεις κατά κάποιο τρόπο στην ψυχολογία του άλμπουμ.

Ο δίσκος ξεκινά με ένα βαρύ, πομπώδες, ορχηστρικό κομμάτι, το «Overture» πιστό στη συνταγή που εφάρμοσαν οι ίδιοι και στους δυο προηγούμενους δίσκους τους, προσφέρει απλόχερα ανατριχίλες παρόμοιες με τα “Oculus Ex Inferni” του “Pardise Lost” και το intro του “Iconoclast”. Πρώτο κομμάτι λοιπόν το “Nevermore” και επιστροφή σε πιο μελωδικές φόρμες με έναν Russell Allen να τραγουδάει δίχως τη σκληράδα των τελευταίων προσπαθειών. Στην αρχή με ξένισε κάπως αλλά η ομοιόμορφη ανάπτυξη του τραγουδιού με το μελωδικό refrain και την γνωστή κιθαριστική θύελλα στο solo εν τέλει με κέρδισε. Το ομώνυμο κομμάτι ανοίγει τις πύλες προς τον κάτω κόσμο με ένα ωραίο θέμα στα πλήκτρα από τον Michael Pinella και τις κοφτές κιθάρες του Romeo να συνοδεύουν. Σκοτεινή ατμόσφαιρα τύπου “Paradise Lost” με τον Rusell να αγριεύει στα φωνητικά. Συμπαθητική και η γέφυρα πριν το refrain αλλά εκεί είναι που τα πράγματα αρχίζουν να έχουν ενδιαφέρον. Το απόλυτο πάντρεμα παλαιών και νέων Symphony X. Η μελωδία φλερτάρει με την επιθετικότητα με την κατάληξη να γράφεται για άλλη μια φορά από τα μαγικά δάχτυλα του Romeo. Τα πράγματα ζαχαρώνουν κάπως αμέσως μετά με το “Without You”. Οι Symphony X έχουν αποδείξει πως έχουν ταλέντο στο να γράφουν απίστευτες power ballad συνθέσεις γεμάτες ψυχή και συναίσθημα αλλά το συγκεκριμένο αποτυγχάνει να πιάσει την ατμόσφαιρα παραπλήσιων τραγουδιών του παρελθόντος. Παρ’ολα αυτά το κομμάτι στέκεται στα γνωστά υψηλά επίπεδα που μας έχουν συνηθίσει.  Περνώντας πιο βαθιά μέσα από τα επίπεδα της κόλασης βρίσκουμε το “Kiss Of Fire” στο οποίο βγάζουν πάλι τον επιθετικό εαυτό τους μπροστά σε μια σύνθεση που θα ζήλευαν αρκετές μπάντες τύπου Dimmu Borgir της τελευταίας περιόδου. Δυνατά riff και ακόμα και blast beat ξεσπάσματα σε σημεία στα drums απο τον καταπληκτικό Jason Rullo. Διασχίζοντας  τον ποταμό του Άδη με το“Charon”δεν μπορεί να μην σαγηνευτείς από την μεθυστική ανατολίτικη αισθητική του. Το σχεδόν δεκάλεπτο “To Hell And Back” γίνεται κατευθείαν αγαπημένο κομμάτι του δίσκου με τις έξυπνες αλλαγές στο ρυθμό και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα. Το “In My Darkest Hour”δυστυχώς περνά απαρατήρητο. Πραγματικά όσες φορές άκουσα το δίσκο δεν μπόρεσα να βρω κάτι που να με συγκινεί στο εν λόγω κομμάτι. Δεν θέλω να χρησιμοποιώ τον όρο filler ειδικά σε μπάντες επιπέδου Symphony X αλλά το συγκεκριμένο μου άφησε αυτή την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Το “Run With The Devil” είναι αν μη τι άλλο μια σύνθεση που δίνει ένα διαφορετικό χρώμα στο σύνολο του δίσκου. Άκρως εμπορική δομή αλλά συνάμα τόσο υπέρ-τεχνικά διαμορφωμένη που επιτυγχάνει να εκπλήξει τον ακροατή. Τo “Swang Song” είναι η δεύτερη power ballad του “Underworld” και μαζί με το πολύ καλό “Legend” κλείνουν περίτεχνα την καινούργια δουλειά των Αμερικάνων.

Όλα τα στοιχεία που έφτασαν τους Symphony X στο status που απολαμβάνουν σήμερα βρίσκονται εδώ. Γιγαντιαία και αψεγάδιαστη παραγωγή, απίστευτη συνθετική και εκτελεστική ικανότητα (ξέχασα να αναφέρω και τον θεό Mike LePond στο μπάσο, τσεκάρετε τον οπωσδήποτε και στους θεούς Heathen’s Rage) που θα ζήλευαν πολλοί και ένα λαρύγγι που αναβλύζει εκφραστικότητα, μελωδία, τραχύτητα και θεατρικότητα στο έπακρο. Ξέρουν να γράφουν εξαιρετική και συνάμα εμπορική μουσική και δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν. Το “Underworld” είναι δυνατός δίσκος. Σίγουρα περιλαμβάνεικαι κάποιες λιγότερο εμπνευσμένες στιγμές αλλά το γενικότερο πρόβλημα είναι ότι κυκλοφόρησε μετά από ένα εξαίσιο συνθετικό σερί. Το σίγουρο είναι ότι θα ευχαριστήσει στο έπακρο τους οπαδούς αλλά ίσως προβληματίσει και κάποιους. Όσοι περιμένουν καινοτομίες από τους Symphony X θα πρέπει να περιμένουν. Εμείς περιμένουμε ποιοτικό metal και αυτό μας το δίνουν απλόχερα, χωρίς ιδιαίτερο κόπο.

4,5/6