Αύγουστος του 1991 και 3 χρόνια μετά το «…And Justice for All» και συνεχείς μεταδόσεις από μουσικά κανάλια και περιοδικά για την διαδικασία των ηχογραφήσεων του νέου δίσκου των Metallica, το 5ο άλμπουμ τους, με ένα απλό μαύρο εξώφυλλο και με τίτλο απλά «Metallica» ή «Black Album» όπως το ονόμασαν αμέσως οι ίδιοι και όλος ο κόσμος, φτάνει στα ράφια των δισκοπωλείων και κατ’ επέκταση στις δισκοθήκες των οπαδών της μπάντας. Ένας δίσκος, που την στιγμή που κυκλοφόρησε, έμεινε για 4 συνεχόμενες εβδομάδες στην θέση #1 του Billboard 200 και έγινε 16 (!!!) φορές πλατινένιο! Πολλοί ξίνισαν γιατί δεν ήταν το λυσσασμένο thrash metal που περίμεναν σαν συνέχεια του «…And Justice for All», ακόμα πιο πολλοί όμως το λάτρεψαν γιατί με αυτό το άλμπουμ, οι Metallica έδειξαν τι πραγματικά μπορούν να κάνουν σαν μουσικοί. Εννοείται φυσικά, πως τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί αν δεν ήταν ο Bob Rock στην καρέκλα του παραγωγού. Τον Rock τον «ανακάλυψαν» από την παραγωγή που έκανε στο «Dr. Feelgood» των Mötley Crüe (1989) (την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το «New Jersey» των Bon Jovi, πάλι σε παραγωγή Bob Rock) και ο συγκεκριμένος παραγωγός, δεν ήταν κάποιος που μπορούσε η οποιαδήποτε μπάντα να του κάνει κουμάντο. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, τους έβαλε τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι. Ακόμα και ο Lars έσκυβε το κεφάλι σε ότι έλεγε ο Rock. Ναι, καλά διαβάσατε, ο Lars, ο πιο ξεροκέφαλος και ισχυρογνώμων άνθρωπος της μουσικής, έσκυβε το κεφάλι.

Το 1991, οι Metallica εμφανίστηκαν για 4η φορά στο Monsters of Rock και το 1ο σκέλος της περιοδείας, έκλεισε με την μεγαλειώδης εμφάνιση τους στο αεροδρόμειο Tushino της Μόσχας. Στην εμφάνιση αυτή, σύμφωνα με τα επίσημα νούμερα, παρεβρέθησαν περίπου 500.000 θεατές, αλλά ανεπίσημα, αναφέρεται το νούμερο των 1.600.000 ατόμων. Αναφορικά με αυτή την εμφάνιση, ο James κάποια στιγμή είπε ότι δεν είχαν ιδέα για το τι θα έκαναν εκείνη τη μέρα. Τους έβαλαν σε ένα ελικόπτερο, τους κατέβασαν στο αεροδρόμιο και τους είπαν απλά «βγείτε και παίξτε». Παρόλα αυτά, η 1η περιοδεία που ήταν καθαρά για την προώθηση του νέου δίσκου, ξεκίνησε με την ονομασία «Wherever I May Roam tour”, της οποίας μέρος, ήταν και η εμφάνιση στο Wembley, στην συναυλία προς τιμήν του Freddie Mercury των Queen, όπου ο James εμφανίστηκε με τα μέλη των Queen συν τον Tony Iommi στην κιθάρα. Λίγο καιρό μετά, στο πακέτο μπήκαν οι Guns n Roses και στις 8 Αυγούστου του 1992, ο James σχεδόν κάηκε ζωντανός, όταν έσκασε πάνω του ένα πυροτέχνημα κατά την διάρκεια της εμφάνισής τους στον Καναδά. Μετά από αυτό, επικράτησε ένας πανικός με οπαδούς να σπάνε τα πάντα και φυσικά με πολλές συλλήψεις. Όταν ο James κατάφερε να συνεχίσει, ανέλαβε για λίγο μόνο τα φωνητικά, με την κιθάρα να καλύπτεται από τον John Marshall των Metal Church (επίσης guitar tech), ο οποίος είχε ξαναπάρει την θέση του James το 1986, όταν ο James έσπασε το χέρι του κάνοντας skateboard. Η περιοδεία στην συνέχεια ονομάστηκε “Nowhere Else to Roam tour”, από την οποία κυκλοφόρησε και η υπερπαραγωγή «Live Shit: Binge & Purge» και εν τέλη, στο τελευταίο σκέλος της, έγινε «Shit Hits the Sheds tour” και τελείωσε κάπου στο 1994-1995. Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για έναν δίσκο, όπου στα 28 τους χρόνια, ξεκίνησαν μια περιοδεία που τελικά κράτησε 4-5 χρόνια. Μιλάμε για έναν δίσκο που οι Metallica έγιναν «άντρες». Ακόμα απορώ μερικές φορές αν από το 1991 μέχρι και τώρα, οι ίδιοι έχουν συνειδητοποιήσει τι έγραψαν και τι κυκλοφόρησαν.

Ηχητικά βαρύ κι ασήκωτο, με ούτε ξέρω πόσες κιθάρες σε κάθε κομμάτι, ούτε ξέρω πόσα κανάλια φωνητικών σε κάθε κομμάτι, ήταν ένα τσουβάλι τσιμεντόλιθων στα κεφάλια των απανταχού μεταλλάδων της εποχής και ας μην γελιόμαστε, μέχρι και σήμερα, την στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, είναι ότι πιο βαρύ έχει βγάλει η metal μουσική. Κομμάτια αργά που σε σέρνουν μέσα στο pit, κομμάτια γρήγορα που σου δίνουν το σβέρκο πακέτο για το σπίτι, ακούμε ξεκάθαρο μπάσο (ε όσο να ναι έπρεπε να γίνει), τα τύμπανα και ειδικά οι κάσες και το ταμπούρο είναι μπουνιά στα μούτρα σε κάθε χτύπημα, ο Kirk κλασικά στις πεντατονικές του και το δεξί κωλόχερο του James οργανώνει σεμινάρια για το πως πρέπει να παίζεται η ρυθμική κιθάρα. 12 κομμάτια και 62 λεπτά ατόφιου metal. Σαν πρώτο single, φήμες λένε ότι ήθελαν να κυκλοφορήσουν το «Holier than Thou», αλλά ο Lars επέμενε ότι έπρεπε να βγει πρώτο το «Enter Sandman» και ΠΑΛΙ δεν είχα καθόλου άδικο, καθώς αυτό τους πήγε ακόμα μερικά σκαλιά πιο πάνω. Αξιοσημείωτο, είναι ότι έχουμε και την εμφάνιση «κανονικής» μπαλάντας. Προφανώς αναφέρομαι στο «Nothing Else Matters», του οποίου την εισαγωγή, την έγραψε ο James ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με την τότε κοπέλα του και έπαιζε με το ένα χέρι σε μια ακουστική κιθάρα. Ο ίδιος δεν ήθελε να βγει παραέξω αυτό το κομμάτι και το ήθελε για τον εαυτό του, όμως όταν το άκουσαν οι υπόλοιποι, τον έπεισαν να το ηχογραφήσουν. Το σχόλιο του Lars, λέγεται ότι ήταν «φίλε αυτό το κομμάτι είναι ζόρικο» και για άλλη μια φορά δεν είχε άδικο. Ένα κομμάτι για την ζωή στον δρόμο και το πόσο μπορεί να σε φθείρει αυτός ο τρόπος ζωής. Τι να λέμε τώρα… Μιλάμε για γράψιμο ιστορίας. Επιπλέον, το κομμάτι «My Friend of Misery», του οποίου η εισαγωγή είναι σύνθεση του Jason Newsted, επρόκειτο να είναι ορχηστρικό κομμάτι, κάτι που από το “Kill em All» μέχρι και το «…And Justice for All», ήταν σαν παράδοση, αλλά τελικά αποφασίστηκε να γίνει κανονικό κομμάτι με στίχους. Αναφορικά με το εξώφυλλο, πέραν του ότι είναι μια σατυρική αναφορά στους Spinal Tap, το κουλουριασμένο φίδι και η φράση «Don’t Tread on Me» που έγινε και κομμάτι, είναι αναφορά στην σημαία του Gadsden. Η σημαία αυτή είναι ονομασμένη από τον στρατηγό Christopher Gadsden (1724-1805), ο οποίος την σχεδίασε το 1775, κατά την διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης.

Αυτός ο δίσκος, είναι κυριολεκτικά μια love or hate κατάσταση, κάτι που συνοδεύεται και από διάφορες όχι και τόσο ωραίες καταστάσεις μέσα στην μπάντα, από θέματα αλκοολισμού, μέχρι θέματα με τον Bob Rock και την μπάντα, αφού στην αρχή δεν τον ήθελαν και τόσο. Ένα παράδειγμα είναι ότι όταν τους ανάγκασε να ρίξουν κούρδισμα σε κομμάτι, σταμάτησαν να του μιλάνε και όταν το άκουσαν και τους άρεσε, δέχτηκαν να κάτσουν μαζί του το μεσημέρι για φαγητό. Δεν υπάρχει μέση λύση. Δεν υπάρχει το «εντάξει μωρέ, καλό είναι». Όχι. Ή το λατρεύεις ή το αφήνεις στην άκρη και προχωράς την ζωή σου. Μιλάμε για έναν δίσκο που έβαλε στη metal μουσική μερικά εκατομμύρια παιδιών, μεταξύ αυτών κι εμένα. Εκείνο το μεσημέρι του 1994, όταν έκατσα να δω την βιντεοκασέτα που είχα γράψει το προηγούμενο βράδυ με το Headbanger’s Ball του MTV… Δεν μπορούσα καν να φανταστώ ότι μετά από εκείνη τη μέρα, η ζωή μου θα άλλαζε για πάντα. Ξεκινάει το βίντεο και βλέπω λαιβ κομμάτι. Οι ήχοι του «Ecstasy of Gold» ξεχύνονται από τα ηχεία και αμέσως μετά ξεκινάει ένας τύπος (ο James) να παίζει μια μελωδία με την κιθάρα του (η εισαγωγή του «Enter Sandman»). Θυμάμαι σαν χθες να έχω μείνει αποσβολωμένος στην οθόνη της τηλεόρασης και να μην μπορώ να αρθρώσω λέξη. Κάπου εκεί, σκέφτηκα «αυτό κάποτε θα το κάνω κι εγώ». Μπαίνει και η υπόλοιπη μπάντα και η κάμερα γυρνάει στον ντράμερ. Εκεί ήταν τελειωμένη υπόθεση. Αποφάσισα ότι ήθελα να γίνω ντράμερ και φυσικά ότι ήθελα να αρχίσω να ακούω αυτή τη μουσική. 26 χρόνια μετά, συνεχίζω με την ίδια λαχτάρα κάθε φορά που ακούω κάτι νέο. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω πιάσει τον εαυτό μου να βουρκώνω ακούγοντας τον συγκεκριμένο δίσκο. Λένε ότι οι μυρωδιές, ξυπνάνε αναμνήσεις, καθώς είναι η πιο δυνατή αίσθηση. Θα μου επιτρέψετε να συμπληρώσω, ότι και οι ήχοι είναι το ίδιο δυνατοί. Αυτή τη στιγμή που γράφω αυτό το κείμενο, ακούω το άλμπουμ αυτό και εν μέρει νιώθω 14. Σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από την πρώτη φορά που το άκουσα.
Θα κλείσω λέγοντας ένα τεράστιο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ σε αυτούς τους 4 τύπους, που βρέθηκαν στη ζωή μου, έστω και τυχαία, εκείνο το απόγευμα του 1994. Σας ευχαριστώ εκ μέρους των μεταλλάδων, που μάθαμε τι σημαίνει metal, μέσω της δικής σας μουσικής. Όσοι από εσάς που διαβάζετε αυτό το κείμενο είστε νέοι στον χώρο και ακόμα ψάχνεστε, κάντε την χάρη στον εαυτό σας και λιώστε αυτό το άλμπουμ. Μετά ελάτε να με βρείτε και πείτε που πως νιώσατε. Ξέρω ήδη το τι θα μου πείτε. Απλά θέλω να μου το επιβεβαιώσετε.