Η ιστορία των The Sisters of Mercy ήταν και παραμένει μια από τις πιο ιδιάζουσες περιπτώσεις της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας. Ένα συγκρότημα με μόνο τρεις επίσημους ολοκληρωμένους δίσκους, αλλά με τεράστιο κατάλογο ζωντανών εμφανίσεων κατάφερε να απασχολήσει τα μουσικά δρώμενα και λόγω των επιλογών του, και των μουσικών / δισκογραφικών διαφορών και διαφωνίων που προκλήθηκαν από πολλές πλευρές κατά τη διάρκεια της καριέρας του, αλλά και λόγω των ιδιαίτερων χαρακτήρων των μελών του.

Σε πολύ γενικές γραμμές, οι Sisters of Mercy ξεκίνησαν με ένα καλό fan base στην underground σκηνή που με τα χρόνια ολοένα και μεγάλωνε, μερί να φτάσουμε στα μέσα ’80, όταν και έκαναν το μεγάλο τους μπαμ. Η επιτυχία τους ήταν συνεχής και ολοένα αυξανόμενη μέχρι και τα μέσα του ’90, εποχή κατά την οποία αποφάσισαν να το διαλύσουν και να σταματήσουν να κυκλοφορούν δίσκους ως διαμαρτυρία ενάντια στην δισκογραφική τους εταιρεία (WEA). Επί της ουσίας το συγκρότημα κυκλοφόρησε τρεις ολοκληρωμένες δουλειές, το τελευταίο εκ των οποίων κυκλοφόρησε το 1990. Κάθε δίσκος φιλοξενούσε και διαφορετικό μουσικό ρόστερ. Μόνιμα σημεία αναφοράς ήταν ο Andrew Eldritchκαι το drum machine που αξιοποιούσε σε κάθε δίσκο, το οποίο ‘βάφτισε’ ως Doktor Avalanche.

Καθότι οι Sisters of Mercy πρόκειται να εμφανιστούν στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο, έκρινα ορθότερο να ρίξουμε μια πιο ενδελεχή ματιά στην πορεία τους, και που ξέρεις, μπορεί να διαβάσεις κάτι που έως πρότινος δεν γνώριζες ή αγνοούσες. Πάμε λοιπόν…

Οι Sisters of Mercy δημιουργήθηκαν στο Leeds της Αγγλίας το 1980 από δυο θαμώνες του F-Club, τον Gary Marx και τον Andrew Eldritch, με ελάχιστα λεφτά στην τσέπη αλλά με ακόρεστη δίψα να πολιορκήσουν τα ραδιόφωνα της εποχής με τις μουσικές τους. Βασικές τους επιρροές, όπως και οι ίδιοι έχουν ανά καιρούς αναφέρει, αποτελούσαν οι Leonard Cohen, Hawkwind, David Bowie, Gary Glitter, The Velvet Underground, The Stooges και οι Motörhead, μεταξύ άλλων. Παρά το γεγονός ότι η μεγαλύτερη μερίδα ακροατών των Sisters of Mercy χαρακτηρίζονται από αλληλεπικαλυπτόμενα ενδιαφέροντα στη λεγόμενη σκοτεινή κουλτούρα, το ίδιο το συγκρότημα θέλει να χαρακτηρίζεται ως rock band. Έχουν αποθαρρύνει τη σύνδεσή τους με το «goth» μέσω τακτικών δημόσιων δηλώσεων στον Τύπο, ωστόσο, αυτό δεν τους εμπόδισε να εμφανίζονται τακτικά σε φεστιβάλ όπου παρουσιάζεται αυτή η μουσική, όπως το M’era Luna που διεξάγεται ετήσια στη Γερμανία.

Το όνομά τους εμπνεύστηκε από την ταινία “Mc Cabe & Mrs Miller” (1971) του Robert Altman, όπου ακούστηκε το κομμάτι “Sisters Of Mercy” από τον δίσκο “Songs of Leonard Cohen”, καθώς η αρχική ιδέα να ονομαστούν Captains of Industry δεν περίκλειε τον προκλητικό και ταυτόχρονα εριστικό χαρακτήρα που ήθελαν.

Την περίοδο εκείνη ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το single “Damage Done / Watch / Home of The Hitmen”, κατά το οποίο ο Marx χρησιμοποιούσε έναν απλό ενισχυτή, ενώ ο Eldritch έπαιζε τα drums που είχε αγοράσει από τον Jon Langford (των Mekons, The There Johns, κ.α.). Ο καθένας τους έγραψε και τραγούδησε από ένα κομμάτι, το “DamageDone” ο Eldritchκαι το «Watch” ο Marx, τραγούδια τα οποία σε μεταγενέστερες δηλώσεις χαρακτήρισαν ως σχεδόν «ανυπόφορα στην ακρόαση». Κάπου εδώ στο συγκρότημα εντάσσεται ο Craig Adams, προκειμένου να αναλάβει το μπάσο, ενώ ο Eldritch αντικαταστάθηκε από τον προαναφερόμενο Doktor Avalanche στα drums, δίνοντάς του την ευκαιρία κατ’ αυτόν τον τρόπο να επικεντρωθεί στα φωνητικά και στην σύνθεση των στίχων. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο lineupτου συγκροτήματος, με την πρώτη συναυλιακή τους εμφάνιση να γίνεται στο Leeds University Union τον Φεβρουάριο του 1980, όπου ο Marx λόγω σύνδεσης είχε τρομερό feedback, ενώ ο Eldritchείχε τσίτα το echoστα μικρόφωνα. Μαγεία! Αργότερα το 1981, ο Ben Gunn προσλήφθηκε ως ο δεύτερος κιθαρίστας των Sisters, οι οποίοι κάπως έτσι οδηγήθηκαν στην πρώιμη επιτυχία τους στο underground, με τα singles τους να εμφανίζονται συχνά στα τοπικά charts. Στα τέλη του 1983, μετά το εξαιρετικά επιτυχημένο single «Temple of Love», η μπάντα υπέγραψε συμβόλαιο με την μεγάλη δισκογραφική εταιρεία WEA. Την ίδια περίοδο ο Gunn έφυγε σε μια ατμόσφαιρα ομόφωνης πικρίας. Ο Gunn δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με την κατεύθυνση που ο Eldritch ήθελε να δώσει στο συγκρότημα, το οποίο, σύμφωνα με τον Gunn, ξεκίνησε ως tributeσε rock’n’rollσυγκροτήματα μέχρι που κατέληξε να γίνει ένα από αυτά, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι και οι προσωπικές του συγκρούσεις με τον Eldritchτον ώθησαν σε αυτήν του την απόφαση.

“Temple of Love”, previously unreleased single, featured in “Some Girls Wander by Mistake” comp. album, 1983

Ο Wayne Hussey αντικατέστησε τον Gunn, ο οποίος κατά βάση αφοσιωνόταν στην 12χορδη κιθάρα του και τις συνθέσεις. Η εμπειρία του με τους Dead Or Alive αποδείχτηκε επίσης ανεκτίμητη όταν οι SoM άρχισαν να ηχογραφούν τον πρώτο τους δίσκο, ενώ περιοδεία του Black October UK (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1984) επιβεβαίωσε την αγάπη του undergroundκόσμου προς το συγκρότημα. Ωστόσο, η αυξανόμενη αποξένωση μεταξύ Eldritch και των υπολοίπων δυσχέραινε όλο και περισσότερο τη διαδικασία ηχογράφησης του ντεμπούτου “First and Last and Always”. Ο Eldritch, ο οποίος χειρίστηκε τις επιχειρηματικές υποθέσεις του συγκροτήματος, διαπραγματεύτηκε με πολλές δισκογραφικές εταιρείες και τελικά υπέγραψε ένα αρκετά ικανοποιητικό συμβόλαιο με την WEARecords. Το ντεμπούτο τους εν τέλει κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1985 με παραγωγό τον Steve Allen.Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα τέλη του Ιουνίου του 1984 στα Strawberry Recording Studios κοντά στο Μάντσεστερ. Οι ηχογραφήσεις κράτησαν πέντε εβδομάδες, κατά τις οποίες ο Eldritch ήταν σχεδόν καθημερινά φτιαγμένος με αμφεταμίνες ξοδεύοντας τον προϋπολογισμό, κάτι που δημιούργησε γενικότερο πρόβλημα, αφού αργούσε να παραδώσει τους στίχους των τραγουδιών, γεγονός το οποίο χαρακτήρισε ο Marx ως «επίπονο και φυσικά πολύ ακριβό». Για τους στίχους του, ο Eldritch, είχε δηλώσει κάποια στιγμή ότι η γραφή του μπορεί να χαρακτηριστεί καλύτερα ως «επεξεργασία σκηνών σε ταινία».Το περιεχόμενό τους, με διάφορες αναφορές στα ναρκωτικά και τους χωρισμούς, αντικατοπτρίζει την κατάσταση του Eldritch εκείνη την εποχή. Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος «Ήμουν τόσο φτιαγμένος όταν έγραφα τους στίχους που δεν υπάρχει καμία διαχώριση του εαυτού μου από το αποτέλεσμα». Κάτι ανάλογο είχε δηλώσει και ο Gary Marx: «Όταν κάναμε [το άλμπουμ] ο Andrew είχε χωρίσει από τη μακροχρόνια σχέση του ενώ παράλληλα εγώ ήμουν κοντά στην έξοδο από τη μπάντα. Αυτά τα δύο πράγματα οδήγησαν σε αρκετές αναφορές στους στίχους, που φαινόταν να μας αποχαιρετά και τους δυο μαζί.». Αποδυναμωμένος από την συνεχή χρήση αμφεταμινών, την αϋπνία, την αφαγία και τα σοκ υπογλυκαιμίας, ο Eldritch έτυχε και να καταρρεύσει στο studio. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Marx: «Ήταν εντελώς εξαντλημένος, είχε παραισθήσεις. Παρόλα αυτά, ένα μέρος του ήθελε ακόμα να συνεχίσει, αν και το άλλο μέρος ήξερε ότι έπρεπε να σταματήσει γιατί ήταν τόσο άρρωστος.» Τότε μάλιστα ο Eldritch νοσηλεύτηκε στο τοπικό νοσοκομείο, όπου τον κούραραν και για την καρδιά του, γιατί οι καταχρήσεις φυσικά δεν μπορούσαν παρά να την επηρεάσουν. Οι υπόλοιποι συνέχισαν να ηχογραφούν μέχρι την ολοκλήρωση του δίσκου. Όταν όλα πλέον ήταν έτοιμα, ο δίσκος κυκλοφόρησε από την WEA αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές από τον Τύπο αλλά και το κοινό, το οποίο δεν σταματούσε να γεμίζει τα venues όπου εμφανίζονταν οι SoM είτε κατά την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, είτε σε διάφορα μικρά shows που έδινε ανά καιρούς το συγκρότημα. Κάπου εκεί ο Gary Marx εγκατέλειψε το συγκρότημα. «Η σχέση μου με τους τρεις ήταν εντελώς καταστροφική. Ως τραγουδοποιός ήταν μια απογοητευτική στιγμή η συμμετοχή μου στους Sisters. Έγραψα πολλά τραγούδια αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ.», όπως ο ίδιος αναφέρει.

Με την ολοκλήρωση των εμφανίσεών τους, ο Eldritch μετακόμισε στο Αμβούργο, όπου σύντομα πλαισιώθηκε από τους Hussey και Adams. Πρόθεσή τους ήταν να αρχίσουν να δουλεύουν για την επόμενή τους κυκλοφορία, με τίτλο“Left on a Mission and Revenge”. O Hussey είχε γράψει αρκετά τραγούδια για το άλμπουμ, συμπεριλαμβανομένων των «Dance on Glass» και «Garden of Delight». Ο Eldritch θεώρησε ότι το κομμάτι «Torch» θα ήταν ο μπροστάρης του δίσκου, γεγονός που κορύφωσε τη μακρόχρονη ένταση μεταξύ του ίδιου και του Adams λόγω αντίθετων απόψεων. Ο Eldritch κριτίκαρε άσχημα τις μπασογραμμές του τραγουδιού, ωθώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Adams να αφήσει τη Γερμανία για τη Βρετανία, όπου σύντομα θα τον ακολουθούσε ο Hussey. Φημολογείται ότι ο Eldritch προσέλαβε την Patricia Morrison των Gun Club την ίδια ημέρα που έφυγε ο Adams.

Χωρίς να τον πτοεί κανείς και τίποτα, ο Eldritch άρχισε να γράφει τον δεύτερο ολοκληρωμένο δίσκο των Sisters of Mercy, με τίτλο “Floodland”. Με την βοήθεια των Larry Alexander και Jim Steinman ο Eldritch ανέλαβε την δόμηση και παραγωγή του δίσκου. Οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης τον Ιανουάριο του 1987 και συνεχίστηκαν καθ ‘όλη τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου σε διάφορα στούντιο σε όλη την Αγγλία. Ο Eldritch εννοείται ανέλαβε τα φωνητικά και τα περισσότερα των οργάνων, ο «Doktor Avalanche» «ανέλαβε» τα drums, ενώ η Morrison έπαιζε μπάσο σε μερικά κομμάτια. Και γιατί μόνο σε μερικά, θα με πεις, αφού ήταν μέλος των Sisters. Κι όμως ο Eldritch, ως εγωκεντρικό και τελειομανής σε απίστευτα επίπεδα, ηχογράφησε πολλά σημεία με synth bass, αφήνοντας την Patricia Morrison σε ρόλο βοηθού. Ο Eldritch αργότερα είπε ότι δεν εν τέλει η Patricia δεν έπαιξε καθόλου στον δίσκο. Σε μια συνέντευξη, σχολίασε το όλο ζήτημα, λέγοντας ότι «αυτή (το ότι έπαιζε η Morrison όντως) είναι μια υπόθεση την οποία κάνουν πολλοί, […] αλλά προφανώς και αμφισβητώ αυτή την υπόθεση.» Η Morrison δήλωσε αργότερα ότι πράγματι έπαιξε, αλλά ο Eldritch πήγαινε και επανηχογραφούσε μόνος του τα σημεία που τον ‘ενοχλούσαν’. Αρκετά όμως με αυτά τα κουτσομπολιά. Το “Floodland” κυκλοφόρησε επίσημα τον Νοέμβριο του 1987.

“This Corrosion”, Floodland

Σε αντίθεση με το “First and Last and Always”, το “Floodland” δημιουργήθηκε με έναν λιγότερο συμβατικό τρόπο, με τις αλληλουχίες να τις χειρίζονται οι υπολογιστές. Ο δίσκος χαρακτηρίζεται από έντονα gothic rock και dark wave στοιχεία, ενώ στιχουργικά, ο Eldritch μεταφέρει στον λόγο του την οπτική ενός παρατηρητή που βλέπει τον κόσμο σιγά-σιγά να επιδεινώνεται. Μερικά από τα γεγονότα που ενέπνευσαν μερικά από τα τραγούδια του άλμπουμ περιλαμβάνουν την καταστροφή του Τσερνομπίλ, τον Ψυχρό Πόλεμο (“Dominion / Mother Russia”) και τη προαναφερόμενη διάλυση του συγκροτήματος (“This Corrosion”). Μετά από ώριμη σκέψη, οι Sisters of Mercy επέλεξαν να μην κάνουν περιοδεία για να υποστηρίξουν τον δίσκο, αλλά παρά το γεγονός αυτό, το “Floodland” και τα singles του είχαν μια θετική εμπορική απόδοση, φτάνοντας σχεδόν άμεσα στην θέση 9 των chartsτου Ηνωμένοι Βασιλείου, ενώ το 1988 έγινε χρυσό από την BPI για την πώληση 100.000 αντιτύπων. Την ίδια επιτυχία ο δίσκος γνώρισε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τα τρία singles που κυκλοφόρησαν για να υποστηρίξουν το άλμπουμ ήταν τα «ThisCorrosion», «Dominion» και «Lucretia My Reflection».

«Lucretia My Reflection», Floodland

Η επόμενη ενσάρκωση των Sisters of Mercy φιλοξενούσε έναν άγνωστο Γερμανό κιθαρίστα, τον Andreas Bruhn, τον οποίο ο Eldritch ανακάλυψε ξαφνικά παίζοντας σε μια παμπ του Αμβούργο, εντάσσοντάς τον στο συγκρότημα τον Απρίλιο του 1989, τον μπασίστα Tony James (πρώην κιθαρίστας των Sigue Sputnik Sigma και μπασίστας / τραγουδοποιός των Generation X) και τον Tim Bricheno, πρώην μέλος των All About Eve, στις κιθάρες. Με αυτό το ρόστερ πλέον, οι SistersofMercyκυκλοφόρησαν τον Οκτώβριο του 1990 τον δίσκο“Vision Thing”, του οποίου την παραγωγή ανέλαβε ο Eldritch. Στον τρίτο πλέον δίσκο τους, συμμετείχε και ο κιθαρίστας John Perry με τα φωνητικά της Maggie Reilly. Ο τίτλος του προέρχεται από μια αναφορά του τότε αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους το 1987 και σηματοδότησε μια νέα αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης, αυτή τη φορά προς το απλό rock που βασίζεται καθαρά στις κιθάρες. Σίγουρα ένας καλός δίσκος, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να αγγίξει τους δυο προηγούμενους, κάτι που συνυπογράφεται από τις κριτικές του τότε Τύπου.

“More”, Vision Thing

Παρά το γεγονός ότι οι Sisters of Mercy δεν κυκλοφόρησαν ποτέ ξανά επίσημο δίσκο, χωρίς να αποκλείεται βέβαια κάποια κυκλοφορία στο μέλλον (γιατί let’s face it, Eldritch είναι, ό,τι θέλει κάνει), το συγκρότημα παρέμεινε ενεργό δίνοντας πληθώρα συναυλιών σε όλο τον κόσμο με session μουσικούς, παίζοντας μεταξύ άλλων ακυκλοφόρητα κομμάτια, B-Sides και πολλές διασκευές σε κομμάτια άλλων συγκροτημάτων. Μετά από αρκετά χρόνια, οι Sisters Of Mercy επιστρέφουν στην Ελλάδα για δύο συναυλίες. Το συγκρότημα θα παίξει ζωντανά στο Fix Factory of Sound της Θεσσαλονίκης στις 12 Σεπτεμβρίου και στο Gazi Music Hall της Αθήνας στις 13 Σεπτεμβρίου.