Γεννήθηκα το 1981, χρονιά που οι πωλήσεις βινυλίου παγκοσμίως και ξέχωρα από μουσικό είδος ή ιδίωμα, ξεπέρασε το ιλιγγιώδες νούμερο των 1,14 δισεκατομμυρίων αντίτυπων. Ασύλληπτος αριθμός αν μη τι άλλο, ειδικά αν τον συγκρίνουμε με αυτούς μετά το 1988, πόσο μάλλον για το 1999 και έπειτα. Την ίδια στιγμή, όμως, το 1981 ήταν και το τελευταίο έτος που οι πωλήσεις βινυλίων αυξήθηκε, αφού μετά το peak που έπιασε την συγκεκριμένη χρονιά, το 1982 ένα σημαντικό γεγονός σηματοδότησε την αρχή του τέλους του. Οι πολυεθνικοί κολοσσοί Sony και Philips λανσάρανε το compact disc (το γνωστό σε όλους μας cd) προμοτάροντας απροκάλυπτα τα όποια πλεονεκτήματά του νέου επαναστατικού φορμάτ με την μεγαλύτερη χωρητικότητα (τότε στα 75 λεπτά), την μεγαλύτερη πιστότητα ήχου (που αποδείχθηκε ψέμα), την οποία μάλιστα υποτίθεται πως δεν έχανε από τις επανειλημμένες χρήσεις και ούτε επηρεαζόταν από την σκόνη ή τις όποιες γρατζουνιές, καθώς και την ευκολότερη μεταφορά του σαν αποτέλεσμα του μικρότερο όγκου που καταλάμβανε.

Από τότε βέβαια πέρασαν σχεδόν σαράντα χρόνια, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν δύσκολα για το βινύλιο. Χρόνια που πέρασαν ταχύτατα, (όχι σαν νερό στο αυλάκι αλλά σαν την βελόνα που γυρίζει στις 33 1⁄3 στροφές στις αυλακιές του βινυλίου), όπως ταχύτατες ήταν οι αλλαγές τόσο στην επιστήμη και την τεχνολογία όσο και στην ανθρώπινη συμπεριφορά και το πώς αντιμετωπίστηκε η ίδια η μουσική καθώς και τα διάφορα φορμάτ που επιστρατεύτηκαν για να αποθηκευτεί, αλλά και να διοχετευτεί στις μάζες σαν βιομηχανικό προϊόν. Αλλά ας πάμε λίγο πιο πίσω στην εποχή που το βινύλιο παρουσιάστηκε σαν τεχνολογικά ανώτερο των προκατόχων του και κυρίως των ‘V-discs’ των γνωστών ‘πολεμικών’ δίσκων των 78 στροφών που ήταν το συνοδευτικό των αμερικανών στρατιωτών στις επιχειρήσεις τους από το 1943 έως το 1949… Ήταν 70 χρόνια πριν, στο μακρινό 1948, και στην πόλη της Νέας Υόρκης που μας πρωτοσυστήθηκε το θρυλικό φορμάτ ως LP (από το ‘long playing’ ή ‘long play’). Στο πολυτελές ξενοδοχείο Waldorf Astoria, ο πρόεδρος της Columbia Έντούαρντ Γουόλερστιν παρουσίασε το νέο τεχνολογικό επίτευγμα της εταιρίας του.

Ελαφρύτερος, με χωρητικότητα 23 λεπτά σε αντίθεση με τα μόλις 5 λεπτά που παρείχαν οι πλάκες V-discs, ο καινούριος δίσκος έμοιαζε να έρχεται από το μέλλον. Στην ίδια παρουσίαση η δύναμη της εικόνας επιστρατεύτηκε έξυπνα…στην μια πλευρά μια στοίβα από τις πλάκες των 78 στροφών που αντιπροσώπευε περί τα 300 τραγούδια και σχημάτιζε ένα ‘πύργο’ 2 ½ μέτρων και από την άλλη μια σειρά βινυλίων που στα μετά βίας 40 εκατοστά που δημιουργούσε είχε τον ίδιο ακριβώς αριθμό τραγουδιών…Το αγοραστικό κοινό τότε φυσικά ανήκε στην αστική τάξη και ενίοτε και υψηλότερα… Η μουσική δε που κυριαρχούσε ήταν η κλασσική μουσική. Δεν είναι τυχαίο πως μαζί με το βινύλιο η μουσική ‘κατέβηκε’ στον λαό, στις μάζες, στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα αλλά και στα νεαρότερα ηλικιακά τμήματα του λαού, σχεδόν με την έκρηξη του ροκ εν ρολλ, προπάτορα του χεβι μεταλ και του σκληρού ήχου. Και φυσικά η μετατόπιση προς το ροκ εν ρολλ όπως και αυτή προς το νέο φορμάτ δεν έγινε ταυτόχρονα, αλλά δύο γεγονότα συνέβαλαν σε αυτές τις 2 κινήσεις. Αφενός η χαμηλή τιμή της νέας συσκευής αναπαραγωγής του LP, στα 9,95 δολάρια, καθώς και η έλευση του τζούκμποξ. Για την Ιστορία το τζούκμποξ συνετέλεσε στην διάδοση των 45αριών και την σχεδόν αποκλειστική χρήση τους για σινγκλ, ενώ το 33άρι για ολοκληρωμένα άλμπουμ (τα 45άρια της RCA – ανταγωνιστικής εταιρίας της Columbia – ουσιαστικά ήταν αντίπαλο δέος του LP και αποτελούσε ένα δίσκο βινυλίου με λεπτή αυλάκωση διαμέτρου 7 ιντσών. Για να συναγωνιστεί το LP, η RCA κυκλοφόρησε άλμπουμ από 45άρια, μαζί με EP (Extended Play), στα οποία συμπίεσε δύο ή και τρεις επιλογές σε κάθε πλευρά. Παρά τις προσπάθειες αυτές, τα 45ρια πέτυχαν μόνο να αντικαταστήσουν τα 78ρια).

Βέβαια, χρειάστηκαν να περάσουν κάποια χρόνια για να ολοκληρωθεί η ολική επικράτηση του βινυλίου. Το 1952 τα 78άρια κατείχαν ακόμα το 50% των συνολικών πωλήσεων μουσικής. Χωρίς να θέλω να συμβουλευτώ κανένα μουσικό βιβλίο ή να γκουγκλάρω για να αντλήσω πληροφορίες, νομίζω κομβικότερο σημείο όλων ήταν η εμφάνιση του Elvis Presley. Η αύρα του και η επίδραση στις μάζες έκανε το βινύλιο και το ροκ εν ρολλ έννοιες ταυτόσημες. Την ίδια ώρα η ποπ κουλτούρα θα άλλαζε μια για πάντα, με το ραδιόφωνο, τους χορηγούς, τους διοργανωτές συναυλιών, τις διαφημίσεις, έναν πακτωλό χρημάτων και την εμπλοκή συμφερόντων να γίνονται ένα ολόκληρο σύμπλεγμα, κανονικό δίκτυο-κύκλωμα. Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε το δίπολο The Beatles-Rolling Stones (η λεγόμενη και βρετανική εισβολή στα 60’s) ή την σεξουαλική επανάσταση ή τους χίππηδες, ακόμα και το πολιτικό τραγούδι με τον στρατευμένο στίχο καθώς οι προηγούμενες δεκαετίες χαρακτηρίζονταν από έντονες και αντικρουόμενες ιδεολογίες και ιδεοληψίες καθώς τον Ψυχρό Πόλεμο, ζητήματα που επηρέασαν σαφώς και την μουσική. Η δεκαετία του ‘70 γέννησε το χεβι μεταλ και το χαρντ ροκ. Ξέχωρα από τον ήχο που σκλήρυνε και τους στίχους που άγγιξαν πιο ακραία θεματολογία, η επαναστατικότητα αυτής της μουσικής έγκειται και στο γεγονός πως ανάγκασε την μουσική βιομηχανία και τα άλλα είδη μουσικής να δημιουργούν μεγαλύτερους σε διάρκεια δίσκους.

Εξηγούμαι…μέχρι τότε τα σινγκλ ήταν η κύρια πηγή εσόδων των εταιριών καλλιτεχνών και η δημιουργία ενός χιτ από κάποιον καλλιτέχνη σήμαινε την κυκλοφορία του κομματιού σε 7” και άμεση αφαίμαξη του οπαδού-ακροατή. Ο σκληρός ήχος μέσω των μεγαθηρίων του, που ανδρώθηκαν στα 70’s, ανάγκασε και τους υπόλοιπους καλλιτέχνες πέραν του Rock (Bob Dylan, The Who) να δημιουργήσουν ολοκληρωμένα άλμπουμ με 8-10 τραγούδια στο πνεύμα των κονσπετ άλμπουμ που ήδη από το ’60 άρχισαν να παίρνουν μορφή και να μην εξαναγκάζουν τον οπαδό-καταναλωτή να αγοράσει 6-7 σινγκλ από τον αγαπημένο του καλλιτέχνη, αλλά βάζοντας μια φορά το χέρι στην τσέπη και με ένα άλμπουμ που θα περιείχε 40-45 λεπτά της αγαπημένης του μουσικής, θα αποκτούσε ένα πληρέστερο προϊόν στα χέρια του. Ήδη όμως από την δεκαετία του ‘70 και την βελτίωση της ποιότητας των κασετών, η κυριαρχία του βινυλίου κλονίστηκε. Οι κασέτες ήταν ανθεκτικές, μικρές άρα εύκολα μεταφερόμενες, έπαιζαν στο αυτοκίνητο (βασικό ατού) και κυρίως αντιγράφονταν. Το 1983 οι συνολικές πωλήσεις κασετών παγκοσμίως υπερκέρασαν αυτές του βινυλίου.

Όπως προανέφερα, το 1982 ήταν κομβικό έτος μιας και σε αυτό παρουσιάστηκε το cd, αλλά το βινύλιο έστω και προσωρινά κέρδιζε την άνιση μάχη μέχρι και το 1988. Τότε η τιμή των στερεοφωνικών που παίζουν cd (όπως και των ίδιων των cd) άρχισε να πέφτει ραγδαία. Φυσικά την ίδια χρονιά οι συνολικές πωλήσεις cd παγκοσμίως υπερκέρασαν αυτές του βινυλίου. Στην σύντομη ‘βασιλεία’ του cd έτος ορόσημο σαφώς το 1992 όπου ξεπέρασε σε πωλήσεις αυτές της κασέτας αλλά και το 1999, χρονιά που γεννήθηκε το Napster και το πρώτο mp3… Ανεξάρτητα αν γίνεται για τον φετιχισμό, για την χιπστεριά ή τον ελιτισμό ή το πείσμα κάποιων, το βινύλιο ζει. Ζει ακόμα, αντιστέκεται και θα ζει αιώνια εφόσον οι εταιρίες βρίσκουν ικανοποιητικό αριθμό αγοραστών για να το διαθέτουν. Όχι δεν επέστρεψε ούτε θα επιστρέψει. Απλά το 2006 έπιασε πάτο, με τα μόλις 3 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως. Νούμερα εξευτελιστικά όχι μόνο μπροστά στο Thriller του Jackson ή το Back In Black ή των διαμαντένιων δίσκων των Def Leppard ή των Van Halen. Ενδεικτικά στα 1991 οι Guns ’N’ Roses τύπωναν τιράζ 4 εκατομμύρια για τα Illusion σε μια έκφραση απόλυτης αλαζονείας αλλά και σαν επισφράγισμα κατάκτησης της εμπορικής κορυφής, ενώ οι πωλήσεις του ντεμπούτου τους είναι 10 φορές μεγαλύτερες σαν αριθμός (Appetite for Destruction του 1987, ο οποίος κρατά την θέση του debut album με τις περισσότερες πωλήσεις παγκοσμίως στα 30.000.000).

Το ότι εδώ και 10-12 χρόνια συνεχίζει την ανοδική του πορεία σε απόλυτους αριθμούς πωλήσεων περισσότερο μεταφράζεται σαν συνειδητή και πλέον υπολογίσιμη αντίσταση σε πλήρη αντίθεση με τον σημερινό επιφανειακό τρόπο που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι την μουσική. Θέλει μεράκι το βινύλιο, θέλει χρόνο, θέλει φροντίδα. Δεν είναι ξεροκεφαλιά κάποιων οπισθοδρομικών ή κάποιων που θέλουν να περνιούνται για παλιοί στη φάση. Νομίζω οι εταιρίες δεν υπολόγισαν καλά όταν δεν εμπόδισαν την εξάπλωση των mp3 ή ακόμα και του YouTube. Πίστευαν στην αναβίωση των εποχών των εφήμερων επιτυχιών και των χιτ σίνγκλ που η σημασία των άλμπουμ θα περνούσε σε δεύτερη μοίρα και τα τραγούδια σε μορφή κλιπ στο YouTube θα τους έφερναν τα ίδια κέρδη, μόνο που με κλικ δύσκολα θα μαζέψεις τα δισεκατομμύρια του τζίρου και των κερδών των προηγούμενων δεκαετιών… Δεν φταίει φυσικά το μέσο (το όποιο μέσο) για την επιδερμική σχέση κοινού και μουσικής. Στην εποχή της εικόνας και του Instagram -ή και των υπόλοιπων social media- ο χρόνος μοιάζει παγωμένος ενώ περνάει την ίδια στιγμή με μια ανάσα. Κανείς δεν επενδύει στις στιγμές, στην δημιουργία αυτών και κατά συνέπεια αναμνήσεων… Πώς να ξεχάσω τον ήχο των Deep Purple από την κασέτα του The Anthology στο αυτοκίνητο σαν παιδί στις εκδρομές κάθε Σάββατο στο Φάληρο…ή τα σκρατς του For Those About To Rock κάθε φορά που η μητέρα μου ήθελε κάτι πιο βαρύ από το Aqualang και το γλυκό φλάουτό του.

Ή έφηβος να δανείζομαι από μεγαλύτερους το κωλοφτιαγμένο ηχοσύστημα τους μιας και φεύγανε φαντάροι (για 18μηνο…) για να λιώσω δισκογραφίες Sodom, Venom και Motorhead στην διαπασών, ή τις ακροάσεις στην Καλλιθέα στο σπίτι του Κώστα αφού με το πρωινό τραίνο κατέβαινα Αθήνα για μια βόλτα στα δισκάδικα αγοράζοντας με γνώμονα κυρίως την τιμή… Priest, Savatage, το Stay Hungry με σχεδόν στραπατσαρισμένο εξώφυλλο αλλά μόλις 800 δραχμές, Speak of the Devil… και αργότερα βράδια ατελείωτα με καλή παρέα και Black Seeds of Vengeance, Into The Unknown και Blood On Ice αλλά ακόμα και τώρα πιο πρόσφατα με Kvelertak, Midnight, Tribulation και με αναμμένα κεριά, κόκκινο κρασί και την κραυγή του Βασιλιά στο The Oath να σταματά τον χρόνο… Το ρομαντζάρισμα του καθενός ή οι αναμνήσεις του, φυσικά δεν έχουν σχέση με το μέσο… Αλλά το βινύλιο σημάδεψε αυτά τα 70 χρόνια όσο κανένα άλλο φορμάτ την σχέση κοινού-οπαδού και μουσικής. Τι και αν είναι ευάλωτο στη σκόνη, την θερμότητα, τα χτυπήματα και τις γρατζουνιές. Η ιεροτελεστία κάθε φορά που πιάνεις το δίσκο στα χέρια σου, η ευλαβική τοποθέτηση του στο πικ-απ και η βελόνα να χαράζει κάθε φορά ένα ακόμα δρόμο, μια πορεία για ένα ακόμα ταξίδι μαγικό, ονειρεμένο και πάνω από όλα αληθινό…γιατί η αλήθεια του είναι ανεξίτηλα χαραγμένη στα αυλάκια του…γιατί…the truth is in the groove….