Είδος: Death Metal
Χώρα: Καναδάς
Εταιρία : 20 Buck Spin
Έτος: 2018

Ο πάντα απολαυστικός και ιντριγκαδόρος Lars Ulrich σε μια συνέντευξη του στα 1996 έχρισε διαδόχους της μέταλ κορυφής τους Oasis ενώ με τον ίδιο σαρκαστικό τόνο μας υπενθύμισε σε μια αποστροφή του λόγου του πως δεν είναι η ειδικότητα του να διακρίνει το next big thing, ούτε να αντιλαμβάνεται το κάθε τι ποιοτικό γύρω του πρώτος, τον ενδιέφερε να έφτανε σε αυτόν έστω και ετεροχρονισμένα. Φυσικά ούτε την πορεία του Δανού σούπερ σταρ έχω, ούτε το εκτόπισμα, βασικά ούτε την δισκοθήκη του δεν έχω και ευτυχώς ούτε το ύψος του, και η δουλειά μου ανάμεσα σε άλλες όσον αφορά το περιοδικό είναι να προτείνω και κάποια μπάντα στο κοινό που μας επιλέγει και εμπιστεύεται. Ο συρφετός των κυκλοφοριών απαιτεί ξεσκαρτάρισμα για τους αναγνώστες έστω και με τη μορφή ‘τσεκάρετε λίγο αυτό’ ή ‘δώστε λίγο χρόνο στο άλλο’ ως συμβουλή από φίλο σε φίλο. Όχι κατά ανάγκη πρώτοι, αλλά ούτε και τελευταίοι και καταϊδρωμένοι. Οι Tomb Mold αφού προετοίμασαν το έδαφος με 2 αρρωστημένα demo (The Bottomless Perdition και The Moulting αμφότερα το 2016, ενώ πριν ένα χρόνο κόπηκε και μια συλλογή που τα περιείχε και τα 2 μαζί) κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους Primordial Malignity το 2017, αφήνοντάς μας σύξυλους με την ωμότητα και την πλειάδα επιρροών αλλά και την ικανότητα να τις τιθασεύσουν. Τώρα έστω και μια ‘μικρή’ καθυστέρηση (Lars οδήγησέ μας) -μιας και ο δίσκος βγήκε το καλοκαίρι του 2018-, επιστρέφουν δισκογραφικά σε σύντομο χρονικό διάστημα για να μας αποτελειώσουν κανονικότατα. Φυσικά στηρίχτηκαν στην φόρμουλα του πρώτου τους δίσκου αλλά και την ορμή που τους έδωσε η περιοδεία για την προώθηση του. Όμως εύκολα εντοπίζουε την βελτίωση τόσο συνθετικά όσο και σε επίπεδο παιξίματος, καθώς ακούγονται ευδιάκριτα πιο ώριμοι και πιο συγκεντρωμένοι, η δε παραγωγή είναι πιο συμπαγής και πιο σφιχτή. Δεν θα μπορούσα να μην σταθώ στο εκπληκτικό ήχο των ντραμς όπου και παικτικά έχουμε ένα ανελέητο κοπάνημα που συνδυάζει δυνατά χτυπήματα σε blast beat και d-beat τέμπο, ενώ οι κιθάρες πραγματικά θερίζουν με τα στοιχειωμένα ριφφ. Ακόμα και τα μεγάλα σε διάρκεια τραγούδια (Blood Mirror και Two Worlds Become One) έχουν πετυχημένες αλλαγές σε ρυθμό και τις απαραίτητες παύσεις – ανάσες, ενώ υπάρχουν και τα εν δυνάμει single που ξεχωρίζουν όντας πιο πιασάρικα ή πιο σωστά εθιστικά – κολλητικά (Abysswalker και Chamber of Sacred Ootheca). Οι στίχοι δένουν απόλυτα με τον εφιαλτικό ήχο και κινούνται σε μια Lovecraft cosmic horror λογική ή αν προτιμάτε παράνοια. Το Manor of Infinite Forms αποτελεί μια εξαιρετική πρόταση των Καναδών που συνδυάζουν τα ποιοτικότερα στοιχεία και χαρακτηριστικά των σκηνών της Φλόριντας, της Νέας Υόρκης και της Στοκχόλμης, ενώ σε σημεία μοιάζει να απαντάνε στον χαρακτηρισμό νόθο τέκνο των Incantation με τους Φινλανδούς Demilich (οι νεότεροι τσεκάρετε το Nespithe με τους επικούς τίτλους τραγουδιών και την σαπισμένη αύρα του από το 1993).

5/6