Οι θρύλοι του σκληρού ήχου, URIAH HEEP, έρχονται στην Ελλάδα για να γιορτάσουν την 50ή επέτειο της μουσικής τους καριέρας με ένα τρίωρο σόου για πρώτη φορά στην ιστορία του συγκροτήματος, με συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα στις 14 και 15 Δεκεμβρίου αντίστοιχα! Ορμώμενη λοιπόν από τις προσεχείς εμφανίσεις, δράττομαι της ευκαιρίας για μία ανασκόπηση/ αναδρομή στην πορεία αυτού του ιστορικού συγκροτήματος. 

Κατά τη διάρκεια της τεράστιας ομολογουμένως καριέρας τους, έχουν κυκλοφορήσει αμέτρητα στούντιο και live άλμπουμ (24, 20 αντίστοιχα), έχουν πουλήσει πάνω από 45 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως και έχουν εμφανιστεί σε πάνω από 4.000 συναυλίες σε 60 χώρες. Αυτή η αφοσίωση στην τέχνη, το αμετάβλητο στυλ και ο ενθουσιασμός τους, τους ανέδειξαν σε πρωτοπόρους του heavy rock και  πρωταγωνιστές στις καρδιές των αν μη τι άλλο πιστών οπαδών της ροκ τη δεκαετία του ’70. Πρωτοπόροι του hard/heavy και ενίοτε progressive rock, έχουν ενταχθεί επισήμως και στο Hall of Heavy Metal History στις 26 Ιουνίου 2019.

 

ΤΙ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ; 

55 χρόνια από την ίδρυση του συγκροτήματος. 

Εκτός από τους Sabbs, δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη μπάντα που ξεκίνησε την πορεία της το μακρινό πλέον 1969 που να έχει μείνει τόσο αφοσιωμένη στους φαν της όσο οι Heep. Για τον Mick Box, η μουσική δεν ήταν ποτέ διαγωνισμός. Τα τραγούδια και η μουσική τους έχουν περάσει διά πυρός και σιδήρου έχοντας τη σφραγίδα της αντοχής στον χρόνο. Και ο χρόνος ίσως είναι ο καλύτερος κριτής. 

Ήταν 1965, όταν ο Mick και ο ξάδερφός του David δημιούργησαν μια μπάντα ονόματι «The Stalkers». Με το συγκρότημα να διαλύεται πολύ σύντομα, εν έτη 1967, το δίδυμο έφτιαξε τους «Spice«, που αποτέλεσε ουσιαστικά τους προπάτορες των Uriah Heep. Το όνομα της μπάντας προέρχεται από έναν φανταστικό χαρακτήρα του Τσαρλς Ντίκενς, από το μυθιστόρημά του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ (1850). Αυτός ο χαρακτήρας μνημονεύεται για την αυθάδεια και την ανειλικρίνειά του. Ας πούμε ότι είναι συνώνυμο της συκοφαντίας. Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Dave Ling για το συγκρότημα, «Wizards and Demons, The Uriah Heep Story», αν και το όνομα «Uriah Heep» επιλέχθηκε τον Δεκέμβριο του 1969, το συγκρότημα συνέχισε να παίζει συναυλίες ως «Spice» έως ότου ο Ken Hensley προσχώρησε στο σχήμα τον Φεβρουάριο του 1970.

 

50 χρόνια από την κυκλοφορία των «Demons and Wizards» (Μάιος 1972) και «The Magicians Birthday» (Νοέμβριος 1972). 

Και τα δύο άλμπουμ είναι μνημειώδη. Εκείνη την εποχή, ο Iain Clark αντικαταστάθηκε από τον Lee Kerslake και ο Gary Thain, τότε μέλος των Keef Hartley Band, εντάχθηκε στην στρατιά των Heep τον Φεβρουάριο του 1972. Και εγένετο  «Demons and Wizards» με κορυφαία κομμάτια τα «Rainbow  Demon» και «The Wizard«. Θεματικά κινούμενο στον κόσμο του φανταστικού και με μια γενικά πιο απλή/ λιτή, straight forward προσέγγιση, όπως φαίνεται και από το «Easy Livin» (39o στο Billboard Hot 100 τη χρονιά εκείνη), η μπάντα πέρασε στο πάνθεον των ροκ μεγαθηρίων παγκοσμίως. Το παράδοξο εδώ είναι πως ο Hensley δήλωνε πως το άλμπουμ ήταν «…απλώς μια επιλογή από κομμάτια μας, με τα οποία περάσαμε καλά ηχογραφώντας τα.» Για τη μουσική μας σίγουρα ήταν κάτι πολύ πέρα από αυτό! Δημιούργησαν ένα νέο κεφάλαιο στο σκληρό ήχο. Να πούμε εδώ πως και ο Randy Rhoads ήταν μεγάλος λάτρης αυτού του άλμπουμ, κάτι που μετουσιώθηκε στη δημιουργία   του riff πάνω στο οποίο στη συνέχεια θα «έχτιζε» το «Diary of a Madman«. 

Σε μια συνέντευξή του, ο Box ρωτήθηκε για το αν είχε ιδέα πώς το «Easy Livin» κατάφερε να παίζεται στο ραδιόφωνο των ΗΠΑ και να γίνει mainstream επιτυχία, ενώ θα έλεγε κανείς ότι η εποχή εκείνη δεν «το σήκωνε» ακόμη, καθότι αρκετά hard nheavy συγκριτικά με το τι έπαιζε στη μουσική βιομηχανία. «Αν είχα την απάντηση, θα έγραφα άλλο ένα σήμερα κιόλας, δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος πάντα, κάποιες φορές ένα μουσικό κομμάτι αποκτά τη δική του δυναμική και έχει απήχηση. Το «Easy Livin» μας ανέδειξε στην παγκόσμια σκηνή και είναι εν μέρει υπεύθυνο για το γιατί, ακόμη και σήμερα, κάνουμε εμφανίσεις 61 χώρες», είχε δηλώσει ο Box. «Είμαστε ευγνώμονες για την επιτυχία που είχε αυτό το τραγούδι στις ΗΠΑ και, φυσικά, με το να παίζεται στο ραδιόφωνο παντού, μαζί με τη συνολική επιτυχία του Demons and Wizards, μας έδειξε το δρόμο για live κατά μήκος και πλάτος της χώρας». 

Έξι μήνες αργότερα, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το πέμπτο στούντιο άλμπουμ του «The Magicians Birthday«, λίγο πριν το τέλος της ίδιας χρονιάς. Αν και τα 2 άλμπουμ θεωρούνται συχνά ως ένα double classic που χαρακτηρίζονται από την ίδια θεματολογία (του φανταστικού), τις διασκευές του Roger Dean και τα θρυλικά κομμάτια, το τελευταίο δεν θα έχριζε της ίδιας απήχησης με τον προκάτοχό του. Παρ’ όλα αυτά, ο David εκπλήσσει για άλλη μια φορά με το «Sunrise«, δίνοντας θεαματικές ερμηνείες τόσο στουντιακά όσο και πάνω στη σκηνή. Όπως παραδέχτηκε ο Hensley μερικά χρόνια αργότερα «Ο David ήταν το σημείο αναφοράς, το επίκεντρο της σκηνικής παρουσίας ολόκληρης της ομάδας. Είχε τέτοιο χάρισμα, και τόσες πολλές ικανότητες.» Ο Hensley, από την άλλη, εξελίχθηκε επίσης σε έναν εκλεπτυσμένο μαέστρο θα έλεγε κανείς και μια τόσο θεατρική περσόνα, του οποίου η γραφή και η αισθητική αν θες στα πλήκτρα έδωσαν μια άλλη ενέργεια στο σχήμα. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε χρόνος για ένα σωστό concept άλμπουμ, πολλές αντικρουόμενες ιδέες μπήκαν στο ομώνυμο τραγούδι, καθιστώντας το ένα γνήσιο proglong κομμάτι διάρκειας δέκα λεπτών (“harrowing, nightmarish epos” όπως το είχε χαρακτηρίσει και ο Martin Popoff). Στο Magician Birthday το συγκρότημα διασκέδαζε πειραματιζόμενο, ενώ είναι πόνημα του Hensley με τους  στίχους να βασίζονται  σε δικό του παρακαλώ μυθιστόρημα φαντασίας. 

ΟΙ ΜΑΓΟΙ 

Ως ένα από τα πρώτα γκρουπ που συνδύασαν το progressive rock με το heavy metal, οι Βρετανοί κουβαλούν στις πλάτες του τεράστια πείρα και δίψα για δημιουργία. Φυσικά, μιλάμε για ένα σχήμα με αλλεπάλληλες, ιδίως για τα πρώτα και καθοριστικά χρόνια της πορείας του, αλλαγές στο lineup που ενίοτε δεν έβρισκαν σύμφωνους τους φαν τους. Θα ήθελα όμως να σταθώ ενδεικτικά σε μερικά από τα κομμάτια του παζλ, σε προσωπικότητες κλειδί για την πορεία και την ταυτότητα της μπάντας.  

DAVID BYRON 

Σύμφωνα με τον Box: «Ο David ήταν ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές με τους οποίους έχω δουλέψει, απλώς και μόνο επειδή δεν τραγούδησε ποτέ απλά ένα τραγούδι. Ζούσε τη μουσική. Ως εκ τούτου, άγγιζε όλους όσους άκουγαν τη φωνή του, ήταν πολύ πειστικός και μεταδοτικός. Νομίζω ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο ατού του. Μετά από αυτό, μιλάμε για ένα χαρισματικό άνθρωπο και σταρ 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τον ρόλο του, ενώ μπορούσε να φτάσει μέχρι εκεί, δηλαδή να κάνει τη δουλειά του και να κατεβαίνει από τη σκηνή και να είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, όπως κάθε άλλος. Δεν μπορούσε,  ήθελε να το ζήσει όλο». 

Γεννημένος ως David John Garrick, ο Byron ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα με τον Box. Έγινε η φωνή των Uriah Heep της δεκαετίας του ’70, συμβάλλοντας σε μερικά από τα σπουδαιότερα άλμπουμ τους (Veryeavy VeryUmble, Salisbury, Look at Yourself, Demons and Wizards, The Magicians Birthday, Live, Sweet Freedom, Wonderworld, Return To Fantasy και High and Mighty). 

Το 1975, κυκλοφόρησε επίσης το πρώτο του σόλο άλμπουμ, «Take No Prisoners», στο οποίο συμμετείχαν επίσης μέλη των Heep, Box, Hensley και Lee Kerslake. Ο Byron αντιμετώπιζε όμως και χρόνιο πρόβλημα με τον αλκοολισμό, κάτι που τον οδήγησε τελικά στην απόλυση από τους Uriah Heep στο τέλος μιας περιοδείας τον Ιούλιο του 1976 στην Ισπανία. Πέθανε από επιπλοκές, στο σπίτι του στο Berkshire το 1985. Ήταν μόλις 38 ετών. 

 

JOHN LAWTON 

Πριν ενταχθεί στους Uriah Heep το 1976 ως αντικαταστάτης του Byron, ο Lawton, γεννημένος στο Χάλιφαξ της Αγγλίας το 1946, άφησε το στίγμα του στους “Lucifer’s Friend” και τους “Les Humphries Singers”. To πέρασμά του από το συγκρότημα ήταν πιο σύντομο αλλά ίσως και πιο εντυπωσιακό, έχοντας συνεισφέρει στα Firefly και Innocent Victim, τα οποία αμφότερα κυκλοφόρησαν το 1977, αλλά και το Fallen Angel της επόμενης ακριβώς χρονιάς. Λόγω εσωτερικών διαφωνιών μεταξύ του ίδιου και του συγκροτήματος, απολύθηκε το 1979 και αντικαταστάθηκε από τον τραγουδιστή των Lone Star John Sloman. Διάφορα σόλο άλμπουμ και συνεργασίες με άλλα συγκροτήματα ακολούθησαν αφότου οι δρόμοι του με το συγκρότημα χώρισαν. Αξιοσημείωτη δουλειά είναι και το άλμπουμ “Live Your Life Forever” με το συγκρότημα Zar (AOR/Melodic hard rock) το 1990. Ο Lawton επίσης απεβίωσε πέρυσι. 

 

 

KEN HENSLEY 

Ο Ken Hensley, γεννημένος στο Λονδίνο το 1945, πριν ακολουθήσει τη συνομοταξία των Heep, ήταν μέλος των “The Gods”, όπου συμμετείχε και ο μελλοντικός κιθαρίστας των Rolling Stones, Mick Taylor. Οι Τhe Gods κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ με την Columbia Records (1968 – 1969) πριν μετονομαστούν σε Head Machine και βγάλουν το τελευταίο τους άλμπουμ, “Orgasm”, το 1970. Ο Hensley εντάχθηκε στους Heep το 1969. Η πρόσκληση ήρθα από τον Byron και τον μπασίστα των Heep εκείνη την εποχή, Paul Newton. Ο Hensley έμεινε στο συγκρότημα μέχρι το 1980. Τον βρίσκουμε στα: «…Very ‘Eavy …Very ‘Umble (1970), Salisbury (1971), Look at Yourself (1971), Demons and Wizards (1972). ), The Magician’s Birthday (1972), Sweet Freedom (1973), Wonderworld (1974), Return to Fantasy (1975), High and Mighty (1976), Firefly (1977), Innocent Victim (1977), Fallen Angel (1978) και Conquest (1980)». Συνεργάστηκε ακόμη με διάφορους rock/metal stars όπως οι W.A.S.P., Cinderella, Blackfoot κλπ μετά την αποχώρησή του από τους Heep, ενώ έφτιαξε και δικό του συγκρότημα, τους “Live Fire”. Ο θάνατος του Hensley (2020) έρχεται λίγο μετά τον θάνατο του συνοδοιπόρου τους, Lee Kerslake. Η τελευταία του ηχογράφηση ήταν με τους «Blind Golem» στο κομμάτι «The Day Is Gone» από το άλμπουμ τους «A dream of Fantasy» που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2021, ήτοι μετά θάνατον. 

ΚΑΤΑΚΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ 

Αν εξαιρέσεις τους Βρετανούς βετεράνους, βλ. Black Sabbath, που ακολουθούν δική τους πορεία, μπάντες όπως οι Deep Purple, οι Yes και οι Uriah Heep διατηρούν τα σκήπτρα  του αυθεντικού progressive hard rock που σφυρηλατήθηκε στην αρχή εκείνου του χρυσού αιώνα. Περί τα τέλη 60s και αρχές ’70, σε εκείνο το σταυροδρόμι, μαζί με τους Led Zeppelin, τους Sabbs και τους Deep Purple, οι Heep συνέβαλαν καθοριστικά στη βρετανική απόβαση  στον πιο heavy ήχο με το ντεμπούτο τους, «Very ‘Eavy, Very ‘Umble», να το επισφραγίζει. Επιπλέον, οι Heep είναι ιθύνοντες για την πιο εφευρετική και έξυπνη χρήση των φωνητικών σε ένα heavier μουσικό σχήμα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Heep έχουν παραλληλιστεί ως προς τη συνεισφορά τους σε αυτό το κομμάτι με τους Beach Boys, ενώ η επιρροή τους (φωνητικά) είναι κάτι παραπάνω από εμφανής σε άλλες μπάντες της ίδιας περιόδου, όπως οι Sweet και οι Queen. Το συγκρότημα ήταν επίσης ένας από τους πρωτοπόρους όσον αφορά την ενσωμάτωση του Hammond που διακατέχει τη δουλειά τους ανά τα έτη. Δεδομένης της τεράστιας εμπορικής τους απήχησης στη δεκαετία του ’70, μαζί με την ιδιαίτερη προσοχή που δόθηκε και στις αρχές  του ’80, δεν παύει να πλανάται αυτός ο αστικός μύθος ότι πρόκειται για μια μπάντα που μαστίζεται, υποφέρει, από τις αλλαγές στη σύνθεση. Όμως, αν το σκεφτεί κανείς πιο ρεαλιστικά, για πάνω από 30 χρόνια, από το 1986 έως το 2007, οι Uriah Heep έχουν ως σταθερή βάση τον πρωτεργάτη Mick Box στις κιθάρες, τον Bernie Shaw στα φωνητικά, το επί σειρά ετών μέλος Lee Kerslake στα τύμπανα, τον Trevor Bolder στο μπάσο και στα πλήκτρα Phil Lanzon. Όπως και να ‘χει, ακόμα και σήμερα, 50 χρόνια μετά την ίδρυση του συγκροτήματος, οι Heep θεωρούνται επάξια πολιτιστική, και όχι μόνο μουσική κληρονομιά, ιδίως για τους Βρετανούς. 

COVER(ED) 

Οι διασκευές είναι πάντα δελεαστικές για μουσικούς όπως οι Heep. Μία χρονολογική αποτύπωση των αξιοσημείωτα επιτυχημένων διασκευών τους δε θα μπορούσε να λείπει από το παρόν αφιέρωμα.  

1970 

Come Away Melinda – Harry Belafonte 

1980 

Love Stealer – Hello [GB] 

1982 

Hot Night in a Cold Town – John Cougar 

On the Rebound – Russ Ballard (προσωπικό αγαπημένο) 

Prisoner- Sue Saad and The Next 

That’s the Way That It Is- The Bliss Band 

1983 

Lonely Nights- Ian Lloyd 

1989 

Hold Your Head Up- Argent 

Lifeline- Le Roux 

When the War Is Over- Cold Chisel 

1997 

Tin Soldier- Unverified 

1998 

Across the Miles- Survivor  

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ 

Η μουσική των Βρετανών δοκιμάστηκε τόσο από το χρόνο όσο και από την εξέλιξη, όχι τόσο της μουσικής, αλλά κυρίως της κοινωνίας. Σίγουρα, οι προβληματισμοί του κοινωνικού συνόλου μεταβάλλονται αλλά πάντα θα βρίσκεται ένας κοινός παρονομαστής. Κάθε γενιά μπορεί να βρει κάτι δικό της σε κάποιο κομμάτι αυτής της μπάντας και σίγουρα θα βρει πολλά να αγαπήσει στον ήχο της. Ακριβώς λοιπόν επειδή εξακολουθούν να ενσωματώνονται στο γίγνεσθαι και στην εκάστοτε πραγματικότητα που βιώνουμε, οι Heep έχουν έτοιμο το υλικό του νέου τους δίσκο “Chaos & Color”, 25ο παρακαλώ στούντιο άλμπουμ, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 2023. Το «Save Me Tonight» μπορείτε ήδη να το τσεκάρετε πλαισιωμένο με ένα πολύ ενδιαφέρον animation video clip. Ανυπομονούμε να ακούσουμε τη συνολική τους δουλειά. 

 

Συχνά ακούω ιαχές του τύπου αρκετά με αυτούς τους παλιούς. Θέλω να θυμίσω και να τονίσω πως αυτοί οι “παλιοί” τόλμησαν να ονειρευτούν αλλά και να σκορπίσουν το φως τους στο μουσικό μας σύμπαν, κάνοντας εμένα και εσένα φίλε μου να έχουμε το μουσικό υπόβαθρο που μας θρέφει (ψυχικά). Έτσι, αντί να γινόμαστε επικριτικοί (ναι το ξέρω είναι στη φύση μας- αυτό και το να γκρινιάζουμε για όλα αδιαλείπτως), θα πρότεινα να προσπαθούμε να μεταδώσουμε και εμείς με τη σειρά μας αυτό το φως σας στις γενιές που θα έρθουν. Είναι παρακαταθήκη το έργο των Heep  αλλά είναι και τροφή για μουσική σκέψη και εξέλιξη. Και αν καταφέρεις φίλε αναγνώστη με δική σου μουσική 50 χρόνια μετά να είσαι ακόμη πάνω στη σκηνή με τρίωρο σετ, τότε ναι φίλε μου, τότε μπορούμε να μιλήσουμε πάλι επί νέας βάσης και να συγκρίνουμε όσο θέλεις.  

Κλείνω με στίχους του Sunrise ως κινητήριο δύναμη, γιατί όπως και να ‘χει η ανατολή θα είναι πάντα μια αφορμή για νέα αρχή! 

Sunrise, new day Hear my song, I’m tired of fightin’ And foolin’ around 

But from now on till who knows when, my sword will be my friend 

And I’ll love you, love you, for all my life