Δεν ξέρω πόσοι από σας γνωρίζετε την έννοια του avant-garde.  Η εμπροσθοφυλακή, η πρωτοπορία, ο πρώτος τροχός της άμαξας που τραβάει την μάζα σε ανεξερεύνητους κόσμους και μαγικά ταξίδια, στο πουθενά και παντού. Αλλά και από όσους γνωρίζουν την έννοια και την σημασία πόσοι πραγματικά υπήρξαν κοινωνοί αυτής πίσω στα 1995; Ελάχιστοι αλλά αρκετοί στην χώρα μας που πάντα ήταν συντηρητική στα ακούσματα της και πότε σαν από καπρίτσιο πότε σαν αντίδραση, έβρισκε σε καινούργια ακούσματα νέους ήρωες και συνοδοιπόρους. Σε μια άκρως πειραματική καλλιτεχνικά και ρηξικέλευθη δεκαετία που ανακατεύτηκε η τράπουλα πολλές φορές και υλικά από αλληλοαντικρουόμενες καταβολές και είδη αναμείχθηκαν, το κοινό ήταν σφιγμένο απέναντι σε πρωτοπόρες ιδέες. Όχι όλοι, μην τσουβαλιάζουμε. Η πλειονότητα όμως είχε αμυντική στάση απέναντι σε πειραματισμούς. Το Black Metal από τη φύση του έχει ένα πανκ αντι-καθωσπρεπισμό και η μινιμαλιστική του νοοτροπία έδενε πάντα με την αντικομφορμιστική ωμή του προσέγγιση. Βέβαια μινιμαλισμός και πειραματισμός δεν παντρεύονται πάντα ομαλά. 

Οι Ved Buens Ende, δηλαδή οι κύριοι Skoll στο μπάσο και τα keyboards (Arcturus, Den Saakaldte, ex-Fimbulwinter, ex-Ulver), Aggressor (o γνωστός Czral ή Carl-Michael Eide που μας ξανακέρδισε αργότερα με τους Virus) στα ντραμς, τις κιθάρες και τα καθαρά φωνητικά, (Aura Noir, ex-I Left the Planet, ex-Inflabitan, ex-Virus, ex-Infernö, ex-Cadaver Inc, ex-Cadaver, ex-Dødheimsgard, ex-Satyricon, ex-Ulver, ex-Void, ex-Dimmu Borgir (live), ex-Fleurety (live), ex-Nattefrost (live), ex-Eczema, ex-Endwarfment, ex-Svartgalðrar) και Vicotnik στις κιθάρες και τα φωνητικά (Dold Vorde Ens Navn, Dødheimsgard, Strid, ex-Manes, ex-Code, ex-Naer Mataron, ex-Fleurety (live), ex-Aphrodisiac, ex-Endwarfment) πέρα από το εντυπωσιακό βιογραφικό και αξιοσημείωτες συμμετοχές έβαλαν στο παλμαρέ τους μια ιστορική κυκλοφορία.

Το νορβηγικό τρίο με μόλις μια κυκλοφορία μπήκε στο πάνθεον των πρωτοπόρων. Μουσικά κινούνται εντελώς χωρίς κανόνες και αρχές. Κι όμως στο Written in Waters και τα 8+1 τραγούδια του, καταφέρνουν να σου κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, καθ όλη την διάρκεια της ακρόασης του. Παρά το γεγονός πως μιλάμε για ένα άλμπουμ που έχει πολλές εναλλαγές, πολύ πληροφορία και αναπάντεχα ξεσπάσματα. Μια ηχητική δυσαρμονία, τόσο άναρχα δομημένη που καταντά «κανονικότητα» για να χρησιμοποιήσω την φράση κλισέ trademark της ηλιθιότητας που μας κατακλύζει στις μέρες μας. 

Τα, στα όρια του να χαρακτηριστούν jazz, ντραμς ακολουθούν ένα μοτίβο σχετικά βατό και συμβατικό, όσο βατό θεωρείτε και συμβατικό η αρρυθμία στους ρυθμούς και οι διεστραμμένοι χρόνοι. Τα φωνητικά ηχούν παράφωνα και καθάρια. Σίγουρα μελαγχολικά, ενώ αυτή μελαγχολία δεν είναι μίζερη, παρά θλιβερή και πένθιμη. Οι παραμορφωμένες κιθάρες ιδιαίτερες και περίεργες, αποτελούν μια ωδή στο ανορθόδοξο. Με στοιχειωμένη αύρα είναι αρκετά prog rock, σχεδόν σοκαριστικά εθιστικές, λιγότερο ακραίες από όσο φαντάζεστε, τόσο ώστε να προκαλούν με την αφαιρετική τους ανακολουθία με τα blast beats και τα μοιρολόγια στις φωνές. Ο οργανικός φυσικός ήχος βοηθά τα όργανα να ακούγονται καθαρά με το μπάσο να βγαίνει πιο μπροστά και ο παχύς ήχος του να δίνει έξτρα όγκο στο τελικό αποτέλεσμα. 

Ένας δίσκος φόρος τιμής  στον καλλιτεχνικό εξτρεμισμό και στο ανέλπιστα αναπάντεχο, θα πρέπει να ταυτίζεται με κάθε τι τολμηρό γέννησε η μεγάλη ζωογόνος μήτρα των 90’s και οι απόγονοι της. Και δεν είναι μόνο θεωρητικά ο προάγγελος της πανσπερμίας πειραματισμού στο μαυρομεταλλικό γίγνεσθαι. Όντως προηγήθηκε της εποχής του. Ανοίγοντας  ορίζοντες για σχήματα σαν τους Arcturus, Solefad, Dodheimsgard, Virus, Oranssi Pazuzu ανάμεσα σε τόσα άλλα. Και δεν είναι αργά ποτέ να αναγνωριστεί από τις μάζες η αξία του. 

Το εξώφυλλο για κάποιο λόγο μου φέρνει στο μυαλό τον Salvador Dalí και τον εκκεντρικό σουρεαλισμό που απέπνεε κάθε δημιουργία του.