Είδος:Heavy/Power
Χώρα: Ελλάδα
Εταιρία: Steel Gallery Records
Έτος: 2016

Έρχονται λοιπόν τα τέταρτα άλμπουμ από διάφορες μπάντες, για τα οποία μπαίνουμε συχνά σε διαδικασία συγκρίσεων, μετρώντας το ύψος του πήχη, ψάχνοντας αδύναμους κρίκους και προβαίνοντας σε κάθε είδους αναλύσεων και παραφιλολογιών. Και έρχεται και το τέταρτο άλμπουμ των Wardrum. Για το οποίο πρέπει να βρεις πρώτα κάποιον αποτελεσματικό τρόπο να πατήσεις το stop, να ξεκολλήσεις, ώστε να μπορέσεις με ησυχία απλά να παραδεχθείς πως αυτή η μπάντα είναι πραγματικά μεγάλη. Ναι μεγάλη και το γράφω κυριολεκτικά και με πλήρη συνείδηση. Βλέπεις αγαπητέ αναγνώστη οι μεγάλες μπάντες λογίζονται έτσι όταν είναι ικανές να γράψουν τραγούδια που αντέχουν στον χρόνο, που σφραγίζουν εποχές και περιόδους. Είναι ο τέταρτος δίσκος του σχήματος που είναι γεμάτος από τέτοια τραγούδια.

Το Metal των Wardrum σε κοιτάει στα μάτια. Είναι ευθύ, σαφέστατο, στιβαρό και γεμάτο έμπνευση. Οι δημιουργοί του χρησιμοποιούν την τεχνική για να φτάσουν σε ένα άμεσο αποτέλεσμα που σου καρφώνεται στο μυαλό. Σε κάθε τραγούδι. Τεχνική που υπηρετεί την μουσική και όχι μουσική που υπηρετεί την τεχνική ως αυτοσκοπό. Εξάλλου έχουμε να κάνουμε με έναν καθαρόαιμο Metal δίσκο. Οπότε το ζητούμενο είναι να τον μάθει η γειτονιά απέξω. Πότε ήταν η τελευταία φορά που άκουσες δυνατά έναν ολόκληρο δίσκο; Μπορείς να μου πεις;

Οι Power Metal πρακτικές του άλμπουμ είναι στραμμένες στην Αμερικάνικη ήπειρο. Όσοι έχετε ξοδέψει λίγο χρόνο παραπάνω ακούγοντας το μέχρι τώρα υλικό της μπάντας, θα έχετε σαφώς αντιληφθεί πως υφολογικά οι Wardrum μπορεί να είναι βασισμένοι σε κάποιες standard τεχνικές US Metal φόρμες, μα τόσο στο μοντέλο της ανάπτυξης κάθε κομματιού όσο και στο τελικό αποτέλεσμα ακούγονται εντελώς… Wardrum.

Δεν θα αρκεστούν απλά στην συγκόλληση μερικών riffs. Θα κρύψουν μικρές κιθαριστικές lead μελωδίες σχεδόν σε κάθε σημείο του κάθε κομματιού, θα αφήσουν ελεύθερες τις σχεδόν τραγουδιστές ντραμιστικές τους φράσεις να τρυπώσουν σε συγκεκριμένα ρυθμικά μέτρα κάνοντας σε να ανατριχιάσεις. Θα αφήσουν τα λυτρωτικά ρεφρέν τους να σε πιάσουν απροετοίμαστο. Και τελικά δεν θα ξέρεις αν θέλεις να σιγοτραγουδήσεις τις μελωδίες των σόλο ή των φωνητικών, όταν και αν καταφέρεις να πατήσεις εκείνο το stop που ανέφερα και παραπάνω.

Έχει γκάζια ο δίσκος, συνολικά είναι μάλλον ότι ποιο χειμαρρώδης μας έχει δώσει η μπάντα. Έχει και mid tempo full μελωδικές στιγμές οι οποίες είναι ο κρυμμένος άσος στο μανίκι τους. Δεν το κατηγοριοποιείς εύκολα το υλικό όμως μιας και σε όλα τα τραγούδια υπάρχουν αυξομειώσεις και αλλαγές στο tempo, υπάρχει πληθώρα θεμάτων και γενικά ο ακροατής είναι πάντα σε εγρήγορση για το τι θα ακούσει, όχι στο επόμενο κομμάτι μα στο επόμενο λεπτό κάθε κομματιού. Και αυτό διαρκεί μετά από πολλές ακροάσεις μιας και πάντα θα βγει στην επιφάνεια κάτι καινούριο. Υπάρχει ποικιλία. Υπάρχει αυτό το αινιγματικό riffing που τους χαρακτηρίζει από την πρώτη μέρα της ύπαρξής τους (μια Helstar meets Lethal κατάστασή, done the Wardrum way όμως), ναι το συνθετικό δίδυμο Κουρού / Βρετός φρόντισε να μας χαρίσει απλόχερα μπόλικο ατσάλι γεμάτο πεσιμιστική αισιοδοξία (ναι μην απορείς ο ντράμερ γράφει μεγάλο μέρος και υλικού και όλους τους στίχους, πνευματικό παιδί του τούτη η μπάντα). Ο Βρετός  έχει ηχογραφήσει εδώ μερικά από τα πλέον εντυπωσιακά του σόλο και ο Παπαδόπουλος ακούγεται ωριμότερος από ποτέ. Έχουμε πολύ απλά να κάνουμε μια φωνή παγκόσμιας κλάσης. Ακούστε και χωνέψτε το. Το ξέρει και εκείνος και στο παρών άλμπουμ διαχειρίζεται την φωνή του ακόμα πιο συνειδητοποιημένα. Φυσικά δεν πρέπει να παραληφθεί η προσθήκη και στο studio πλέον, ενός δεύτερου κιθαρίστα. Ο αξιότιμος κύριος J. Demian (που θα τον συναντήσετε να έχει γράφει χιλιόμετρα σε αρκετές σημαντικές μπάντες της Θεσσαλονίκης) δείχνει τα δόντια του στον δίσκο. Ε για να μπορούν ευκολότερα οι Κουρού και Σκανδάλης να κεντήσουν στο ρυθμικό κομμάτι τους.

Πραγματικά μου είναι δύσκολο να διαλέξω κομμάτια. Σε ποιο να πρωτοαναφερθώ; Στο “The Unrepentant” που σε αρπάζει από τον γιακά με το καλημέρα του δίσκου; Στο “Let The Flames Grow” με την απίστευτη ρεφραινάρα του; Στο γκρουβάτο “Virtues OF Humanity”, στο καταιγιστικό “Baptised In Fire?” στον δυναμίτη με Prog οπτική που λέγεται “Shades Of Hope” ή στο ομώνυμο “The Awakening” έπος;

Σίγουρα μιλάμε για το καλύτερο άλμπουμ της καριέρας τους και θέλω να πιστεύω πως ο αξιοκρατικός (γέλια) θεός του Metal θα τους δώσει το εισιτήριο για κάτι μεγαλύτερο με αυτόν τον δίσκο. Το ταλέντο το έχουν και έχουν δουλέψει σκληρά. Εμείς σαν ακροατές κερδισμένοι βγαίνουμε με μια τέτοια δισκάρα. Θα ακούσετε και θα καταλάβετε. Και μιας και φτάσαμε στην ακρόαση, ετοιμάστε τα ηχεία σας, ο  Chris Donaldson (Cryptopsy) έχει κάνει πολύ καλή δουλειά με την παραγωγή του άλμπουμ η οποία έγινε στα The Grid Studios, στον Καναδά. Να μην ξεχάσω να αναφέρω και τον συνήθη ύποπτο  Piotr Szafraniec που επιμελήθηκε το εξώφυλλο και το layout του δίσκου. Φυσικά ο Monk είναι παρών και στο εξώφυλλο του τέταρτου δίσκου.

Δεν έχω να προσθέσω τίποτα άλλο. Έχουμε 12 κομματάρες τεχνικά παιγμένου, μα άμεσου US ατσαλιού. Δίσκοι σαν αυτόν μας κρατούν κολλημένους στο Metal και ας βγαίνουν μια στο τόσο. Κλείνω αναφέροντας απλά πως το «Sometimes» είναι από τα καλύτερα Metal κομμάτια που έχω ακούσει τα τελευταία 15 χρόνια. Έτσι απλά.

5/6