Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑρχικήHard RockWarlock - True As Steel

Warlock – True As Steel

Με το 1986 να αποτελεί κομβική χρονιά για το heavy metal και την Γερμανία να «βλέπει» μέσα από την πορεία των Σκορπιών και των Accept τον ευρωπαϊκό heavy ήχο τους να μεταφέρεται σε ολοένα μεγαλύτερο ακροατήριο, δεν άργησαν οι περιπτώσεις κι άλλων εγχώριων συγκροτημάτων να απασχολήσουν έντονα την μεταλλική κοινότητα της εποχής. Παράλληλα, το γερμανικό thrash metal άρχιζε να διαμορφώνει τη δική του ταυτότητα με συγκροτήματα όπως οι Kreator, Destruction δίνοντας μεγαλύτερη ώθηση και ελπίδα σε όσους κυνηγούσαν το όνειρο τους. Το heavy metal είχε πάψει πλέον να αποτελεί αποκλειστικά βρετανική υπόθεση και είχε αρχίσει να αποκτά πραγματικά διεθνή χαρακτήρα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Warlock από το Düsseldorf της Γερμανίας βρέθηκαν μπροστά σε μια ευκαιρία που έμελλε να αλλάξει την πορεία τους.

Με δύο σημαντικές παρακαταθήκες, το «Burning the Witches» του 1984 και κυρίως το «Hellbound» του 1985, το τρίτο album της μπάντας «True as Steel» που κυκλοφόρησε 25 Αυγούστου του 1986 αποτέλεσε το κομβικό βήμα προς την αμερικανική αγορά. Μεγάλο ρόλο σε αυτό έπαιξε η αποχώρηση του Rudy Graf για τους Rage και ο ερχομός του Niko Arvanitis από τους Stormwind. Μαζί με τον Peter Szigeti δημιουργούν ένα κιθαριστικό δίδυμο σαφώς πιο ώριμο και πολυδιάστατο από εκείνο των προηγούμενων κυκλοφοριών. Προσθέτουν περισσότερες λεπτομέρειες, μελωδίες, αρμονίες και πιο προσεγμένα σόλο, χωρίς να χάνουν στοιχεία της πρώιμης εποχής του συγκροτήματος.

Με τον Henry Staroste να βρίσκεται ξανά στην παραγωγή και το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα να επωφελείται από τη μίξη του Michael Wagener, σε Γερμανία και Αμερική αντίστοιχα το resume τους δικαιώνει. Ο ήχος είναι πιο γυαλισμένος, πιο ευρύχωρος και σαφώς προσανατολισμένος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το heavy metal παραμένει ο πυρήνας, αλλά δίπλα του εμφανίζονται πλέον πιο έντονα στοιχεία hard rock, glam και melodic metal, με εμφανείς αναφορές στον ήχο συγκροτημάτων όπως οι Dokken, οι Ratt και οι Bon Jovi. Εκεί όπου τα δύο πρώτα album είχαν περισσότερο ωμό και επιθετικό χαρακτήρα, το «True as Steel» δείχνει μια μπάντα που έχει ωριμάσει συνθετικά και παραγωγικά.

Αυτό γίνεται αντιληπτό από τα πρώτα δευτερόλεπτα του «Mr. Gold». Η ταχύτητα, το κοφτερό riff και η φωνή της Doro που κινείται από το επιθετικό στο μελωδικό δημιουργούν ένα ιδανικό άνοιγμα. Είναι ένα από τα κομμάτια όπου η μπάντα δείχνει ότι μπορεί να συνδυάσει την ταχύτητα του speed metal με ένα εύκολο, σχεδόν ακαταμάχητο ρεφρέν. Ακολουθεί το «Fight for Rock» ίσως το χαρακτηριστικότερο τραγούδι του δίσκου και ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της καριέρας των Warlock. Το riff είναι απλό και στιβαρό, το ρεφρέν φτιαγμένο για να τραγουδιέται από χιλιάδες ανθρώπους και η όλη σύνθεση αποτυπώνει απόλυτα τη συναυλιακή λογική του ευρωπαϊκού metal των mid 80s. Το εν λόγω τραγούδι βέβαια έμελλε να αποτελέσει και το μεγαλύτερο στοίχημα των Warlock προς το αμερικανικό κοινό. Όχι τυχαία καθώς απέκτησε σημαντικό ραδιοφωνικό airplay, ενώ το clip του που ήταν και το πρώτο γενικά του συγκροτήματος, ενίσχυσε την παρουσία της μπάντας στο MTV. Για ένα συγκρότημα από τη Δυτική Γερμανία, αυτή ήταν μια τεράστια εξέλιξη.

Το «Love in the Danger Zone» κινείται σε διαφορετικό tempo. Πρόκειται για μια μελωδική, ημι-μπαλαντοειδή σύνθεση, στην οποία οι κιθάρες και τα φωνητικά αποκαλύπτουν την πιο εκλεπτυσμένη πλευρά της μπάντας. Το «Speed of Sound» αντίθετα, επαναφέρει την ταχύτητα και τη μεταλλική ορμή, ενώ στο «Midnite in China» οι Warlock επιχειρούν κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Πλήκτρα, πιο ατμοσφαιρικό ξεκίνημα, bluesy hard rock αίσθηση και ένα εξαιρετικό κιθαριστικό μοίρασμα ανάμεσα στους Arvanitis και Szigeti. Είναι μία από τις κρυφές αρετές του album, ένα τραγούδι που δείχνει πόσο περισσότερο μπορούσε να διευρυνθεί ο ήχος τους.

Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ανοίγει με το «Vorwärts, All Right» μια από τις πιο γρήγορες και άμεσες στιγμές του δίσκου. Εδώ επιστρέφει ο παλιός ήχος, με την ταχύτητα των Judas Priest, την ευθύτητα των Accept και μια μελωδικότητα που κάνει το κομμάτι να «κολλάει» αμέσως στο μυαλό. Ακολουθεί το ομώνυμο, ένας ακόμη ύμνος, αυτή τη φορά με πιο ηρωική και επική διάθεση. Το δυνατό ρεφρέν και οι κιθάρες το μετατρέπουν σε τραγούδι που μοιάζει εξαρχής προορισμένο για τη σκηνή και το οποίο η Doro θα διατηρούσε αργότερα στο συναυλιακό της setlist. Το «Lady in a Rock ‘n’ Roll Hell» κινείται περισσότερο προς το hard rock και το glam, ενώ το «Love Song» αποτελεί την αναμενόμενη power ballad της εποχής. Δεν είναι απαραίτητα η πιο πρωτότυπη σύνθεση της κυκλοφορίας, αλλά η ερμηνεία της Doro της προσδίδει χαρακτήρα και συναισθηματική ένταση. Το «Igloo on the Moon (Reckless)» συνεχίζει σε πιο ανάλαφρο 80s poser ήχο και παρά τις αντιρρήσεις της ίδιας της Doro για το τραγούδι, παραμένει μια διασκεδαστική στιγμή του δίσκου. Το κλείσιμο έρχεται με το instrumental «T.O.L.» μια σύντομη, κάπως ασυνήθιστη επίγευση που ολοκληρώνει ένα album γεμάτο εναλλαγές.

Το «True as Steel» είναι ίσως το album όπου η Doro Pesch αρχίζει να εγκαταλείπει την σχεδόν μόνιμη υστερική ένταση των δύο πρώτων κυκλοφοριών και να αναδεικνύει περισσότερες αποχρώσεις της φωνής της. Παραμένει άγρια και χαρακτηριστική, αλλά πλέον ξέρει πότε να επιτεθεί και πότε να χαμηλώσει την ένταση. Τα διπλά φωνητικά και οι χορωδίες προσθέτουν βάθος, ενώ η ερμηνεία της επιτρέπει ακόμη και στις πιο μελωδικές συνθέσεις να διατηρούν το μεταλλικό τους βάρος. Υπήρχε, ωστόσο, και μια σκοτεινότερη πλευρά πίσω από τη νέα κατεύθυνση. Η Vertigo Records ασκούσε αυξανόμενη πίεση στους Warlock για πιο εμπορικό υλικό. Σύμφωνα με μεταγενέστερες δηλώσεις της ίδιας, ακόμη και οι στίχοι και ο χαρακτήρας ορισμένων τραγουδιών επηρεάστηκαν από εξωτερικούς συνεργάτες που προέρχονταν περισσότερο από τον χώρο της pop. Έτσι, τραγούδια που στις demo εκδοχές τους ήταν πιο καθαρόαιμο metal μεταμορφώθηκαν σε πιο εμπορικές παραγωγές. Το αποτέλεσμα, πάντως, δεν είναι μια άψυχη προσπάθεια για επιτυχία. Αντίθετα, οι Γερμανοί καταφέρνουν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν νέους δρόμους.

Η εμπορική στροφή είχε άμεσες συνέπειες. Το «True as Steel» μπορεί να μην έγινε παγκόσμιο εμπορικό φαινόμενο, όμως έφτασε στο Νο 18 των γερμανικών charts και έδωσε στους Γερμανούς την ορατότητα που χρειάζονταν για το επόμενο βήμα. Το καλοκαίρι του 1986 οι Warlock εμφανίστηκαν στο ιστορικό Monsters of Rock του Castle Donington, μπροστά σε περίπου 50.000 θεατές, μοιραζόμενοι τη σκηνή με ονόματα όπως οι Def Leppard, Ozzy Osbourne, Motörhead και Scorpions. Η Doro έγινε έτσι η εμβληματική γυναικεία παρουσία ενός χώρου που μέχρι τότε κυριαρχούνταν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες. Η εμφάνιση αυτή αποτέλεσε ορόσημο, τόσο για την ίδια όσο και για την ιστορία του ευρωπαϊκού metal. Ακολούθησαν ακολοπυθησαν κοινές εμφανίσεις με Judas Priest, Motörhead και W.A.S.P., ενώ η προσπάθεια για αμερικανική καταξίωση έγινε ακόμη εντονότερη. Στα τέλη του 1986, όμως, η μπάντα άρχισε να διαλύεται εσωτερικά. Ο Peter Szigeti και ο Frank Rittel αποχώρησαν, καθώς δεν επιθυμούσαν να ακολουθήσουν τη νέα πορεία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντικαταστάθηκαν από τους Αμερικανούς Tommy Bolan και Tommy Henriksen, ενώ η Doro εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Ένα χρόνο αργότερα, το «Triumph and Agony» θα έφερνε ακόμη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, αλλά θα αποτελούσε ουσιαστικά το τέλος των Warlock ως συγκροτήματος και την απαρχή της προσωπικής διαδρομής της Doro.

Συνοψίζοντας, το «True as Steel» έχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία τους. Δεν είναι απαραίτητα το πιο ακραίο ή το πιο αμιγώς metal album τους, ούτε το πιο επιτυχημένο εμπορικά. Είναι, όμως, ο δίσκος της μετάβασης. Εκεί όπου ο ωμός ευρωπαϊκός heavy metal ήχος συναντά το hard rock, το glam και τη μελωδία, χωρίς ακόμη να έχει χαθεί η ταυτότητα. Ένας δίσκος βαθιά συνδεδεμένος με το 1986, αλλά ταυτόχρονα αρκετά δυνατός ώστε να ακούγεται σήμερα χωρίς να μοιάζει απλώς με μουσικό απολίθωμα της εποχής του. Και πάνω απ’ όλα, είναι ο δίσκος που αποτυπώνει τη στιγμή κατά την οποία η Doro Pesch και οι Warlock έπαψαν να είναι απλώς ένα πολλά υποσχόμενο γερμανικό συγκρότημα και έγιναν μέρος της διεθνούς ιστορίας του heavy metal. Μπορεί να μην ήταν το τέλος της διαδρομής τους, ήταν όμως η στιγμή που άνοιξε τον δρόμο για όλα όσα ακολούθησαν.

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο
RELATED ARTICLES

Most Popular