Οι Witchfynde ήταν πάντα αφανείς ήρωες του N.W.O.B.H.M. , και παρά το γεγονός πως το αυτοχρηματοδοτούμενο ντεμπούτο τους “Give Em Hell” βρίσκεται σε κάθε αφιέρωμα, σε και σε κάθε περιοδικό που αγόρασα από τη δεκαετία του ’90 που αναφέρεται είτε στο N.W.O.B.H.M. ή απλά σε σατανικά εξώφυλλα ή το θρυλικό έτος του 1980. Αντιμετωπίζοντας larger than life άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το ίδιο έτος, το “Give Em Hell” πάντα κατάφερνε να πάρει μια θέση τους ως μία από τις αξιοσημείωτες κυκλοφορίες της εποχής, του έτους ή του είδους. Αν και το ντεμπούτο τους είναι όντως ένας μικρός θρίαμβος για τη μπάντα, σίγουρα δεν αποτελεί προσωπικό μου αγαπημένο από την δισκογραφία τους. Τώρα που σκέφτομαι, θυμάμαι μια μικρή συζήτηση με την φίλη μου την Πόπη Στέφα και σημαντική μουσικό δημοσιογράφο αλλά και χουλιγκάνα του N.W.O.B.HM. να μου μιλάει για το πόσο μεγάλο είναι αυτό το άλμπουμ και να κοροϊδεύει την ίδια ώρα τους Tygers of Pan Tang γιατί τους θεωρεί πολύ soft και μαλθακούς σε σύγκριση με τους πρώιμους Witchfynde. Το 1981 οι Def Leppard, που μοιράστηκαν τότε τη σκηνή με τους Witchfynde, έφευγαν για τις Η.Π.Α. για να κατακτήσουν στην συνέχεια τον κόσμο και αυτό συνετέλεσε στην γρήγορη μετάλλαξη του N.W.O.B.H.M.. Οι Witchfynde έγραψαν κάποια νέα τραγούδια δίνοντας έμφαση στη μελωδία και τους πιασάρικους ρυθμούς. Από τη μια πλευρά η μπάντα κουράστηκε να παίζει τα ίδια τραγούδια με το πρώιμο υλικό τους που γράφτηκε κάπου μεταξύ του 1975 και του 1979, ενώ από την άλλη θέλανε κάτι νέο για να πάρει τα πάνω της η καριέρα τους. Εκείνη την περίοδο ο Luther Beltz αντικατέστησε τον αρχικό τραγουδιστή Steve Bridges και ο Pete «Thud» Surgey αντικατέστησε τον επίσης αρχικό τους μπασίστα Andro Coulton. Τότε επιτέλους κατάφεραν να υπογράψουν συμβόλαιο με την Rondolet Records και το καινούργιο άλμπουμ τους με τίτλο «Stagefright» είδε το φως της ημέρας, αλλά οι φανατικοί οπαδοί τους ήταν απογοητευμένοι από τη νέα προσέγγιση. Ειλικρινά δεν μπορώ να βρω το γιατί, καθώς το άλμπουμ παρόλο που έχει λίγο πιο blues κιθάρες, βγάζει ωραίο feeling με περισσότερη hard rock προσανατολισμένα κατεύθυνση και είναι μια συνολικά πολύ ωραία προσπάθεια. Αλλά υποθέτω ότι οι λιγότερο σατανικές αναφορές στο εξώφυλλο, οι πιο ραδιοφωνικές συνθέσεις, ο νέος τραγουδιστής (με τη φωνή που έφερνε σε αυτή του Rob Halford της δεκαετίας του ‘70) και οι δυο μπαλάντες μάλλον μπέρδεψαν τους φανατικούς τους. Το αγαπημένο μου άλμπουμ όμως, και ανώτερο του προκατόχου του, είναι το τρίτο τους. Στο « Cloak & Dagger» του 1983 κράτησαν το ίδιο lineup, αν και αρκετά ανόητα το συγκρότημα ισχυρίστηκε ότι είχε αλλάξει τραγουδιστή που στην ουσία ήταν ξανά ο Luther Beltz, αλλά χωρίς το περίεργο ψευδώνυμό του που μας συστήθηκε στο “Stagefright” ως Chalky White. Το νέο άλμπουμ ήταν μια εμπορική καταστροφή παρά το εξαιρετικό υλικό του. Η νέα τους εταιρία Eruption ήταν πιο έξυπνη από την Rondolet Records που χρεοκόπησε, αλλά ήταν αρκετά μικρή σαν μέγεθος για να βοηθήσει τη μπάντα να μεγαλώσει. Το « Cloak & Dagger» έχει μερικές εκπληκτικές μελωδίες και ρεφραίν που σου κολλάνε στο μυαλό σου, με ζεστά φωνητικά,  με τον Beltz σε σημεία εδώ και εκεί χρησιμοποιεί φαλτσέτο με έξυπνο τρόπο.

Η παραγωγή είναι καθαρή, καθώς κανένα από τα όργανα δεν καλύπτει το άλλο ή να το θάβει και αναλογικός 100%, που ίσως οι νεότεροι ακροατές πιθανόν να βρίσκουν αδύναμο, αλλά μάλλον παραείναι ψηφιακά μεγαλωμένοι για να το εκτιμήσουν. Όλα τα τραγούδια είναι με απλή δομή, γεμάτα βρωμιά και έχουν ευκολομνημόνευτα ρεφραίν με ωραίο, boogie και groovy ρυθμό. Καθώς στο «Stagefright» σημειώθηκε μια μεγάλη αλλαγή στον ήχο της μπάντας, σε αυτό τον δίσκο το συγκρότημα κινείται σε λίγο πιο ασφαλή μονοπάτια και μια comfort zone, αλλά είναι τολμηρό από την άποψη του πόσο αρχιδάτο ακούγεται. Το «Cry Wolf», το «Crystal Gazing», το «I’d Rather Go Wild», το καψούρικο «Living For Memories» και το «Somewhere to Hide» έχουν όλες τις προοπτικές και δυνατότητες να σας κάνουν να ιδρώσετε και να κυκλοφορούσαν σαν single (το «I’d Rather Go Wild» κυκλοφόρησε σαν 7” προπομπός του άλμπουμ με Β’ side το “Cry Wolf”), ενώ το ομότιτλο τραγούδι φέρνει λίγο από Saxon και Judas Priest και είναι φτιαγμένο για να τραγουδιέται από το κοινό σε ζωντανές σκηνές. Στα θετικά πως τα τραγούδια ακολουθούν ένα διαφορετικό μοτίβο και δείχνουν τις πολυεπίπεδες επιρροές των συνθετών του. Μερικές φορές θα ήθελα να ακούσω περισσότερα riffs, αλλά η χαρισματική ερμηνεία του Luther Beltz με μαγνητίζει κάθε φορά και πραγματικά σε αυτή συνοψίζεται όλο το πνεύμα του άλμπουμ. Που είναι σαφώς ένα εντελώς υποτιμημένο και το οποίο αξίζει την προσοχή σας, ως ένα εξαιρετικό δείγμα straightforward Ν.W.Ο.Β.Η.Μ δίσκου ..