«Ο γιος σου είναι φτιαγμένος να παίξει το Χριστό». Αυτή η ατάκα σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια. Την έλεγε συχνά ο γέρος μου, προς την μάνα μου, αλλά η πρώτη φορά που την άκουσα ήταν ένα Πάσχα, κάπου στις αρχές του ’90, όταν η, τότε στα σπάργανα ιδιωτική τηλεόραση, έπαιζε την μεγάλη εβδομάδα τη ζωή του Χριστού κάθε βράδυ σε μίνι σειρά σε σκηνοθεσία του Φράνκο Τζεφιρέλι. Ξεπερνώντας το σοκ πως με αποποιούνταν με τόση ευκολία και αντί για «γιος μας» ξεστόμιζε το «σου» προς την μάνα μου, στην αρχή δεν κατανοούσα τι ήθελε να πει. Ήμουν ευλογημένος; Είχα γεννηθεί να κουβαλήσω τις αμαρτίες του κόσμου; Να γίνω ιερέας; Να πεθάνω στα 33 μου και να μένω μέχρι εκείνη την ηλικία με τη μάνα μου; Τι στο διάολο ήθελε να πει ο γέρος μου; Άργησα να μάθω πως εννοούσε πως απλά ήμουν καταραμένος…κάπου είχε ακούσει αυτήν μαλακία -άλλοι την βαπτίζουν αστικό μύθο- πως όσοι ηθοποιοί υποδύονται το γιο του θεού κατόπιν καταστρέφονταν, η καριέρα τους έπαιρνε την κατιούσα, ενώ και η προσωπική τους ζωή διαλύονταν. Για κάποιο λόγο ο πατέρας μου είχε προβλέψει αρκετά δυσοίωνη την ζωή μου και το χειρότερο είναι πως δεν έπεσε και πολύ έξω. Όποτε η μνήμη μου τον φυλάκισε με μια ατάκα δηλητήριο, αν και αληθινή, πριν τον φυλακίσει το κράτος για υπεξαίρεση χρημάτων στην τράπεζα που δούλευε. Ήταν πάλι Πάσχα νομίζω του ’99, η χώρα ζούσε στον πυρετό του χρηματιστηρίου, και ο γέρος μου που είχε έρθει από την Αμερική το 1983 και το κωλοβαρούσε κάνοντας τον ντι τζέϊ σε ροκάδικα στην Αθήνα (ενώ έκανε και το πέρασμα του από τις αστείες βιντεοκασέτες του ‘80 σαν Μάικ Πάρις και αυτός κόμπαζε πως έκανε κινηματογράφο) την πάτησε σαν ανόητος όταν γκάστρωσε την Βουλγάρα την μάνα μου (έτσι τη αποκαλούσε γιατί ήταν από τη Πτολεμαΐδα) και αναγκάστηκε να την παντρευτεί αλλά και να αφήσει την πρώτευσα για το μεγάλο χωριό τη Θεσσαλονίκη. Ίσως ένας λόγος που με μισούσε ήταν αυτός μιας και στα μάτια του προσωποποιούσα την αποτυχία του. Η δουλειά στην τράπεζα ήταν δώρο του πεθερού, διορισμός για να έχει μια δουλειά για να φτιάξει το μικροαστικό του όνειρο. Η μεγάλη ζωή όμως είναι σαράκι που τρώει λίγο-λίγο τον μικροαστό που ονειρεύεται την κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και είναι ικανός να κάνει τα πάντα για να αποκτήσει αυτά που λιγουρεύεται. Και να αποκόψει βίαια ότι τον εμποδίζει να τα κατακτήσει, έστω και αν αυτό συνεπάγεται να αρνηθεί την οικογένεια του. Πέρασαν δέκα χρόνια και ήρθε η ώρα να αποφυλακιστεί πάλι Πάσχα και ο Αντέννα γαμώ την τύχη μου πάλι τον «Ιησού από την Ναζαρέτ» παίζει την νύχτα που τον περιμέναμε για το δείπνο της επιστροφής του. Φυσικά δεν ήρθε ποτέ ο κωλόγερος. Προτίμησε να πάει στο καζίνο στη Γευγελή. Και έτσι το δείπνο της μεγάλης Παρασκευής απέκτησε μια πένθιμη ταυτολογία. Αλλά δέκα χρόνια μετά, καμιά βδομάδα πριν δηλαδή, μας πήραν τηλέφωνο βράδυ Μεγάλης Παρασκευής πάλι στο σπίτι της μάνας μου, σ’ αυτό το τριαράκι στην Άνω Τούμπα που την προίκισε ο γέρος της, πως ο κυρ Μάικ τα τίναξε στα σύνορα της Βουλγαρίας, όταν κατάπιε ένα σακουλάκι με πρέζα που πήγαινε να περάσει λαθραία στην γείτονα χώρα. Ο χρόνος λειτούργησε πρώτη φορά υπέρ μας και αυτή τη φορά το νέο του θανάτου του δεν μας προκάλεσε κανένα πόνο μα ούτε και καμία χαρά. Απάθεια σαν τις ειδήσεις που ακούμε το μεσημέρι για πολύνεκρο δυστύχημα οπουδήποτε στην γη και συνεχίζουμε να τρώμε. Έτσι συνεχίσαμε και ‘μεις το γεύμα μας, η μάνα μου η μέλλουσα γυναίκα μου και ‘γω.