MASTER OF THE RINGS : FORGED IN CRISIS, CROWNED IN STEEL
Το 1994 αποτέλεσε μια χρονιά σταθμό στην επιβίωση των Helloween. Η παρακαταθήκη των δύο Keeper είχε ήδη αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις, όμως η δεκαετία του ’90 αποδείχθηκε αμείλικτη. Με την σύγχυση να διογκώνεται εσωτερικά στο στρατόπεδο τους η λήξη συνεργασίας τους με τον Rod Smallwood μετά από δύο εξαιρετικά αμφιλεγόμενα studio και ένα live album και η υπογραφή συμβολαίου με τη μικρότερη Raw Power (θυγατρική της Castle Communications) δεν ήταν απλώς μια αλλαγή δισκογραφικής και management στέγης ήταν μια συνειδητή προσπάθεια απεγκλωβισμού από την πίεση των προηγούμενων ετών.
Το ”Pink Bubbles Go Ape” και κυρίως το ”Chameleon” απομάκρυναν το συγκρότημα από τον ήχο που το είχε καθιερώσει, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις τόσο στους οπαδούς όσο και στον μουσικό τύπο, με την περιοδεία για το τελευταίο να ολοκληρώνεται κακήν κακώς με κάποια από τα μέλη της μπάντας να μιλάνε με δυσκολία μεταξύ τους. Έτσι, μετά την εμπορική απογοήτευση που προκάλεσε το ”Chameleon” το 1993, το οποίο πούλησε περίπου 400.000 αντίτυπα και δεν κατάφερε να αποσβέσει τις σημαντικές επενδύσεις της EMI, η νέα στέγη τους επέτρεψε να ξεφύγουν από τους οικονομικούς και δημιουργικούς περιορισμούς, επιτρέποντάς τους μια πιο απλοποιημένη προσέγγιση στο επόμενο project. Την ίδια στιγμή, το grunge άλλαζε τις ισορροπίες της παγκόσμιας rock σκηνής, οι μεγάλες δισκογραφικές πίεζαν για πιο εμπορικές κατευθύνσεις και το ευρωπαϊκό power metal έμοιαζε να έχει χάσει την ορμή που το χαρακτήριζε τα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Με δεμένα χέρια αλλά με ξεκάθαρη πλέον κατεύθυνση, ο Michael Weikath και ο Markus Grosskopf πήραν ίσως τη σημαντικότερη απόφαση της καριέρας τους. Οι Γερμανοί όφειλαν να επιστρέψουν στο heavy metal, όχι όμως αντιγράφοντας το παρελθόν τους. Η μπάντα, το management και η νέα εταιρεία αποφάσισαν ότι έπρεπε να γίνουν δραστικές αλλαγές. Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη είχαν διαταραχθεί. Αυτές μεταφράζονται ως απολύσεις των βασικών μέχρι τότε μελών Michael Kiske και Ingo Schwitchtenberg. Οι δημιουργικές διαφωνίες είχαν μετατραπεί σε προσωπικές συγκρούσεις, ενώ η ανισότητα στις αμοιβές και η περιοδεία του ”Chameleon” επιβεβαίωσε ότι το συγκρότημα δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει με την ίδια σύνθεση. Η αποχώρηση του Kiske, όσο επώδυνη κι αν υπήρξε για τους οπαδούς, είχε γίνει αναπόφευκτη. Παράλληλα, ο ιδρυτικός drummer Ingo έδινε τη δική του μάχη με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και εξαρτήσεων, οδηγούμενος εκτός συγκροτήματος. Η τραγική αυτοκτονία του φορώντας ένα μπλουζάκι της μπάντας (λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του), λίγους μήνες αργότερα, θα σκίαζε για πάντα εκείνη την περίοδο της ιστορίας τους.

Ενώ λίγα μόλις χρόνια πριν θεωρούνταν οι αδιαμφισβήτητοι πρωτοπόροι του ευρωπαϊκού power metal για πολλούς, οι Κολοκύθες έπαψαν να αποτελούν σημαντικό συγκρότημα μετά την αποχώρηση του Kiske. Η επιλογή του Andi Deris (τον προσλάβαν κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των Rainbow) αποτέλεσε το μεγαλύτερο τους ρίσκο. Προερχόμενος από τους Γερμανούς Pink Cream 69, διέθετε μια εντελώς διαφορετική φωνητική ταυτότητα από εκείνη του Kiske. Η βραχνή, περισσότερο rock χροιά του, η φυσική του αμεσότητα και η συνθετική του αντίληψη δεν επιχειρούσαν να αντικαταστήσουν έναν θρύλο αλλά πρότειναν μια διαφορετική εκδοχή τους. Η σκέψη πρόσληψης του από τον Weikath είχε ήδη ξεκινήσει από την παραγωγή του ”Chameleon”. Δίπλα του, ο Uli Kusch (προερχόμενος από δουλειές με Holy Moses και Gamma Ray) έφερε στα τύμπανα μια εκρηκτική ενέργεια και τεχνική ακρίβεια που έμελλε να αλλάξει τον ρυθμικό χαρακτήρα της μπάντας για τα επόμενα χρόνια. Μπορεί ο Weikath να μην ήταν και τόσο καλός στη διαχείριση ενός συγκροτήματος, όμως οι αποφάσεις για το πρώτο album της νέας εποχής που προέκυψε τον δικαίωσαν ξανακερδίζοντας το ενδιαφέρον του κοινού πολλά χρόνια αργότερα.
Εξίσου σημαντική υπήρξε η επιστροφή του παραγωγού Tommy Hansen, του ανθρώπου που είχε συνδέσει το όνομά του με την εποχή των Keeper. Οι συνθήκες κάθε άλλο παρά ιδανικές ήταν. Οι πρόβες και οι ηχογραφήσεις στο Αμβούργο και το Chateau Du Pape studio ολοκληρώθηκαν μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες, με περιορισμένο προϋπολογισμό αλλά αξιοσημείωτη δημιουργική ένταση. Αντί να επιχειρήσουν μια νοσταλγική αναπαραγωγή των ένδοξων ημερών του παρελθόντος, οι Helloween επέλεξαν να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα τους, δίνοντάς του όμως νέα μορφή. Αυτό είναι το στοιχείο που κάνει το ”Master of the Rings” τόσο ξεχωριστό.
Με το καταιγιστικό ”Sole Survivor” η μπάντα μοιάζει να διακηρύσσει από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα ότι επέστρεψε αποφασισμένη να υπενθυμίσει στον κόσμο ποιά είναι. Η είσοδος του Uli Kusch γίνεται αμέσως αισθητή, καθώς τα τύμπανά του οδηγούν ολόκληρο το κομμάτι με εντυπωσιακή ακρίβεια και ένταση, ενώ οι κιθάρες των Michael Weikath και Roland Grapow συνδυάζουν χαρακτηριστικές μελωδίες με πιο επιθετικά riffs από όσα είχε συνηθίσει το συγκρότημα τα προηγούμενα χρόνια.
Η αίσθηση της επιστροφής ενισχύεται ακόμη περισσότερο με το ”Where the Rain Grows” ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια του album. Πρόκειται για μια σύνθεση που είχε γεννηθεί ήδη στην εποχή του ”Chameleon” αλλά τότε κρίθηκε αταίριαστη με την αισθητική κατεύθυνση του συγκροτήματος και έμεινε στο συρτάρι. Η αναβίωσή της έναν χρόνο αργότερα δεν ήταν τυχαία, συμβόλιζε την επιστροφή των Γερμανών σε ιδέες που κάποτε θεωρούσαν αυτονόητες αλλά είχαν προσωρινά εγκαταλείψει. Το στρατιωτικό μοτίβο των τυμπάνων στην εισαγωγή, η έκρηξη των διπλών κιθαρών και το χαρακτηριστικό ρεφρέν δημιουργούν μια από τις πιο ολοκληρωμένες στιγμές του δίσκου. Είναι από εκείνα τα τραγούδια που αποδεικνύουν πως το συγκρότημα δεν είχε χάσει τη μελωδική του έμπνευση, απλώς χρειαζόταν το κατάλληλο περιβάλλον για να την αξιοποιήσει ξανά.
Η σημαντικότερη, ίσως, διαφορά σε σχέση με τα δύο προηγούμενα album δεν βρίσκεται μόνο στον ήχο αλλά και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί πλέον η ίδια η μπάντα. Μέχρι τότε, το δημιουργικό βάρος έπεφτε σχεδόν αποκλειστικά στους Michael Weikath και Roland Grapow. Με την άφιξη του Deris, η συνθετική διαδικασία αποκτά νέα ισορροπία. Ο νέος τραγουδιστής δεν περιορίζεται στον ρόλο του ερμηνευτή φέρνει μαζί του ολοκληρωμένες ιδέες, διαφορετικές μελωδικές προσεγγίσεις και μια περισσότερο rock αντίληψη της δομής των τραγουδιών. Αυτή η πολυφωνία αποδεικνύεται καταλυτική. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ακούγονται σαν συγκρότημα που δημιουργεί συλλογικά και όχι σαν μια ομάδα μουσικών που προσπαθεί να συμφιλιώσει αντικρουόμενα οράματα.

Το ”Why?” αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης. Χωρίς να επιδιώκει τις εκρηκτικές ταχύτητες των εναρκτήριων κομματιών, αναπτύσσεται σε πιο μετρημένους ρυθμούς, δίνοντας χώρο στη φωνή του Deris να αναδείξει μια περισσότερο εκφραστική πλευρά. Θεματικά, οι στίχοι κινούνται γύρω από το διαχρονικό ερώτημα της ανθρώπινης δυστυχίας και της σιωπής του θείου απέναντι στον πόνο, αποφεύγοντας τις εύκολες απαντήσεις. Είναι μια σύνθεση που δείχνει ότι μπορούσαν πλέον να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δύναμη και στη μελωδία χωρίς να καταφεύγουν ούτε στον υπερβολικό λυρισμό του ”Chameleon” ούτε στην αδιάκοπη ταχύτητα των πρώτων χρόνων.
Αν υπάρχει ένα τραγούδι που αποτυπώνει την αυτοπεποίθηση της νέας σύνθεσης, αυτό δεν είναι άλλο από το ”Perfect Gentleman”. Αντί να ακολουθήσει την πεπατημένη του ευρωπαϊκού power metal, παίζει με hard rock στοιχεία, χιούμορ και θεατρικότητα. Η χρήση φλάουτου, οι παιχνιδιάρικες ενορχηστρώσεις και η σχεδόν σατιρική ερμηνεία του Deris συνθέτουν μια από τις πιο αναγνωρίσιμες επιτυχίες της περιόδου. Το τραγούδι δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει μέσω τεχνικής επίδειξης καθώς κερδίζει χάρη στην προσωπικότητά του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του κοινού και παρέμεινε σταθερά στο συναυλιακό ρεπερτόριο του συγκροτήματος για δεκαετίες.
Αντίθετα, το ”Mr. Ego (Take Me Down)” εξακολουθεί να διχάζει μέχρι σήμερα. Ως πρώτο single, είχε τον δύσκολο ρόλο να παρουσιάσει τη νέα τους εποχή στο κοινό. Ωστόσο, η πιο αργή ανάπτυξή του, η σκοτεινή του ατμόσφαιρα και η διαφορετική δομή του το καθιστούν μία από τις πιο ασυνήθιστες στιγμές του δίσκου. Οι πικροί στίχοι του θεωρήθηκαν ευρέως ως έμμεση αναφορά στον Kiske, αντανακλώντας το κλίμα έντασης που επικρατούσε ακόμη στο εσωτερικό του συγκροτήματος. Με το πέρασμα όμως των χρόνων, το τραγούδι λειτουργεί περισσότερο ως ιστορικό στιγμιότυπο μιας δύσκολης μετάβασης παρά ως προσωπική επίθεση. Η μετέπειτα επανένωση των δύο πλευρών απέδειξε ότι οι πληγές εκείνης της περιόδου μπορούσαν τελικά να επουλωθούν.
Στο δεύτερο μισό του album, το group αποφεύγει να επαναλάβει την ίδια συνταγή. Το ”The Game Is On” (μια ωδή στο παλιό Game Boy, περιέχει ακόμη και ήχους από παιχνίδια. λογικά από το Tetris ή το Mario Land) φέρνει μια ανάλαφρη διάθεση που δύσκολα συναντούσε κανείς στο ευρωπαϊκό metal των αρχών της δεκαετίας του ’90. Με χιούμορ αλλά και μια διακριτική κοινωνική παρατήρηση για τον εθισμό στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, αποδεικνύει ότι το συγκρότημα δεν είχε χάσει την ικανότητά του να συνδυάζει σοβαρότητα και αυτοσαρκασμό. Η παιχνιδιάρικη διάθεσή του λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι κολοκύθες ποτέ δεν υπήρξαν ένα συγκρότημα εγκλωβισμένο στη σοβαροφάνεια που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της metal σκηνής της εποχής.
Το ”Secret Alibi” και το ”Take Me Home” συνεχίζουν αυτή την ποικιλία. Το πρώτο βασίζεται περισσότερο στις μελωδίες και στην ατμόσφαιρα, ενώ το δεύτερο επαναφέρει την ένταση με πιο ευθύ, σχεδόν ανεπιτήδευτο heavy metal χαρακτήρα. Καμία από τις δύο συνθέσεις δεν διεκδικεί τον τίτλο του κλασικού τραγουδιού, όμως και οι δύο συμβάλλουν στη συνοχή του δίσκου, αποφεύγοντας τις ακραίες υφολογικές μεταπτώσεις που είχαν αποδυναμώσει τις δύο προηγούμενες κυκλοφορίες.
Η μοναδική μπαλάντα του δίσκου, το ”In the Middle of a Heartbeat” αποτελεί μια ενδιαφέρουσα στάση πριν από το φινάλε. Χωρίς να διαθέτει τη δραματική ένταση του ”A Tale That Wasn’t Right” καταφέρνει να αναδείξει μια διαφορετική πτυχή του Deris. Η ερμηνεία του δεν βασίζεται στις οπερατικές κορυφώσεις που χαρακτήριζαν τον προκάτοχό του, αλλά σε μια πιο γήινη συναισθηματική προσέγγιση, που ταιριάζει στον χαρακτήρα της σύνθεσης. Η ακουστική κιθάρα και η λιτή ενορχήστρωση επιτρέπουν στο τραγούδι να αναπνεύσει, λειτουργώντας ως ήρεμη ανάπαυλα πριν από την τελική έκρηξη.
Το ”Still We Go” ολοκληρώνει το μουσικό αυτό ταξίδι με τρόπο συμβολικό. Δεν πρόκειται για επικό φινάλε αντίστοιχο των ”Halloween” ή ”Keeper of the Seven Keys” ούτε επιχειρεί να ανταγωνιστεί εκείνες τις ιστορικές συνθέσεις. Η δύναμή του βρίσκεται αλλού. Με τους αισιόδοξους στίχους, την αποφασιστική ερμηνεία και τη χαρακτηριστική μελωδία του, ακούγεται σαν δημόσια δήλωση επιβίωσης. Είναι η στιγμή όπου οι Helloween κοιτούν ευθέως το κοινό τους και δηλώνουν ότι, παρά τις δυσκολίες, εξακολουθούν να βρίσκονται εδώ. Ίσως γι’ αυτό, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τραγούδι του δίσκου, συμπυκνώνει το πραγματικό νόημα του album.
Το εξώφυλλο, σχεδιασμένο από τον Βέλγο Frederick Moulaert, απεικoνίζει σε περίοπτη θέση μια μορφή με μανδύα, περιτριγυρισμένη από αιθέρια δαχτυλίδια, που παραπέμπει στον τίτλο του δίσκου και στα θεματικά στοιχεία της φαντασίας και της δύναμης. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι το εν λόγω εξώφυλλο ήταν ένα ιδιαίτερο ορόσημο για τον ίδιο, καθώς ήταν η πρώτη φορά που επιμελήθηκε ένα ολόκληρο album (από το εξώφυλλο μέχρι το εσωτερικό ένθετο) εξ ολοκλήρου στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Εμπορικά, το 6ο studio τους album σημειώσε επιτυχία κυρίως στην Ιαπωνία, με 120.000 πωληθέντα αντίτυπα τις πρώτες εβδομάδες, στη Φιλανδία αλλά και στη Γερμανία κατακτώντας την 23η θέση στα album charts.
Εν κατακλείδι, το ”Master of the Rings” απέδειξε στα χρόνια ότι δεν ήταν ο δίσκος που προσπαθούσε να γίνει το τρίτο Keeper. Είναι ο δίσκος που αποδέχτηκε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί ούτε πρέπει να συμβεί. Αντί γι’ αυτό, δημιούργησε τη δική του ταυτότητα, πιο ώριμη, περισσότερο rock σε ορισμένα σημεία, αλλά ταυτόχρονα σαφώς προσανατολισμένη ξανά στο ευρωπαϊκό power metal. Το ”Master Of The Rings” είναι ένα επιτυχημένο album επιστροφής για ένα συγκρότημα που βρισκόταν στο χείλος της διάλυσης. Ο Andi και ο Uli (με σημαντική βοήθεια από τον Grapow) τους έσωσαν. Και οι δύο όντας εξαιρετικά ταλαντούχοι στις αντίστοιχες θέσεις τους, αλλά και οι τρεις μαζί έγραψαν υπέροχα τραγούδια. Αυτή θα ήταν η αρχή μιας νέας εποχής για το συγκρότημα και, σε αντίθεση με πολλούς από τους συναδέλφους τους, οι Helloween κατάφεραν μια αρκετά σταθερή δισκογραφία στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τρία εξαιρετικά album, ένα καταπληκτικό διπλό live album / VHS και ένα αξιοπρεπές album διασκευών κατά την περίοδο 1994-1999 όλα ξεκινώντας με αυτό εδώ, με έναν τραγουδιστή από ένα hair metal συγκρότημα που βρισκόταν σε κρίση.

Ελληνικά