Οι Reflection Black εμφανίζονται ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της ελληνικής σκοτεινής σκηνής: ξεκίνησαν το 2019 ως προσωπικό project του Elis Alex και μέσα σε λίγα χρόνια μεταμορφώθηκαν σε πλήρη μπάντα με διεθνείς κυκλοφορίες και ζωντανές εμφανίσεις. Στο νέο album τους, “Burning Obsidian Star” (2026), συναντάμε goth, post‑punk και σκοτεινές metal ρίζες σε έναν σύγχρονο, οργανικό ήχο. Στη σημερινή συνέντευξη μιλάμε με τον Elis για την πορεία, τις επιρροές, τη σύνθεση των στίχων και τη σχέση τους με την ελληνική σκηνή — και φυσικά για το επερχόμενο live τους στο Disorder Festival.
Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για την προσωπική πορεία σας και πώς φτάσατε στο να δημιουργήσετε τους Reflection Black;
Οι Reflection Black δημιουργήθηκαν αρχικά ως solo project κάπου προς τα τέλη του 2019 με στόχο να εξερευνήσω επιρρόες πέρα από το extreme metal background μου, όπως το Gothic Rock και το Post-Punk. Το πρώτο δείγμα μουσικής ήρθε το 2021 με το single “Call My Name” και 3-track EP “Entering Dreamtime” του 2022 σε συνεργασία με τη Razorbleed Productions. Το 2023 κυκλοφόρησε το πρώτο μας full-length άλμπουμ “Last Stop to Nowhere” μέσω της Swiss Dark Nights και ξεκίνησαν τα πρώτα live οπότε και οι Reflection Black εξελίχθηκαν σε full-band. Φτάνοντας στο σήμερα, τον Μάρτιο του 2026 κυκλοφορήσαμε το νέο μας album “Burning Obsidian Star” και αυτό το διάστημα προετοιμάζουμε live shows για τη προώθηση του δουλεύοντας ταυτόχρονα και σε νέο υλικό.
Τι σηματοδοτεί για σένα Elis Alex (ως mastermind) η μετάβαση από το black metal (Ravencult, Nigredo) στο goth/post‑punk; Θεωρείς ότι φέρνεις κάποια στοιχεία από την παλιά σου σκηνή στον ήχο των Reflection Black;
Η μετάβαση αυτή ήταν παραδόξως μια πολύ φυσική εξέλιξη. Έχοντας ξαναγράψει αρκετή μουσική, ειδικά στους Nigredo, αρκετή από αυτή την εμπειρία πέρασε και στους Reflection Black. Εάν κανείς είναι αρκετά εξοικειωμένος και με τα δύο σχήματα ίσως αναγνωρίσει κοινές τεχνοτροπίες που χρησιμοποιώ συγκεκριμένα στις κιθάρες. Γενικά, τόσο εγώ προσωπικά όσο και όλοι στους Reflection Black έχουμε metal background οπότε αυτό είναι κάτι που θεωρούμε πως φαίνεται στο τελικό αποτέλεσμα του ήχου μας. Τέλος, σίγουρα η σκοτεινή ατμόσφαιρα και θεματολογία που είχα ήδη αρχίσει να καλλιεργώ στους Nigredo πέρασε, σε ίσως πιο ήπιους τόνους, κατευθείαν και στους Reflection Black.
Πώς διαμορφώνει η Αθήνα και η ελληνική urban ατμόσφαιρα τη «σκοτεινή» εικόνα που προσπαθείτε να δημιουργήσετε;
Η Αθήνα είναι η πόλη στην οποία ζούμε και αναπνέουμε οπότε σίγουρα μας επηρεάζει έμμεσα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ωστόσο, η σκοτεινή και μυστικιστική εικόνα που χτίζουμε εμπνέεται από θέματα που δεν άπτονται τόσο της καθημερινότητας και της πραγματικότητας αλλά βρίσκονται περισσότερο στη σφαίρα του φανταστικού.
Πώς θα περιγράφατε τον ήχο των Reflection Black σε 2–3 προτάσεις; Πού βρίσκεται το “όριο” μεταξύ gothic rock, post‑punk και darkwave;
Σε μια κριτική για το νέο μας δίσκο, είχε γραφτεί ίσως η πιο εύστοχη πρόταση πάνω στο θέμα αυτό, “αρκετά gothic για τους μεταλλάδες, αρκετά σκληροί για τους γκοθάδες”. Οπότε το όριο ανάμεσα στο gothic rock, το post-punk και τον πιο σκληρό ήχο είναι ακριβώς εκεί που νιώθουμε πως κινούμαστε κι εμείς. Αυτό δυσκολεύει να ικανοποιήσεις 100% τους οπαδούς από κάθε ένα από τα συγκεκριμένα niche αλλά ταυτόχρονα έτσι πιστεύουμε πως προσφέρουμε μια μουσική πρόταση με μια δόση πρωτοτυπίας και είμαστε χαρούμενοι για αυτό.
Ποιες είναι οι κυρίαρχες μουσικές επιρροές σας και πώς προσπαθείτε να μην μείνετε στο “retro” αλλά να το κάνετε πιο σύγχρονο;
Στο να έχουμε έναν σύγχρονο ήχο παίζει σημαντικό ρόλο το ότι επηρεαζόμαστε από εξίσου σύγχρονες μπάντες όπως οι Beastmilk, Grave Pleasures, Tribulation, Unto Others, In Solitude, Horror Vacui και πολλοί ακόμα. Εννοείται φυσικά πως λατρεύουμε και τα classics του ήχου μας με τα πιο επιδραστικά για εμάς να είναι σχήματα όπως Danzig, The Cult, The Mission και Sisters of Mercy. Τέλος, όπως ανέφερα και προηγουμένως, έχουμε μια μεγάλη ποικιλία metal ακουσμάτων που σίγουρα βρίσκουν το δρόμο τους και στη μουσική των Reflection Black τελικά.
Πώς γράφετε στίχους; Είναι πιο προσωπικοί, πιο αλληγορικοί ή κάτι διαφορετικό;
Οι στίχοι μας εστιάζουν στο να υπηρετούν τη μουσική μας και να μεταφέρουν μια συγκεκριμένη, σκοτεινή ατμόσφαιρα σε συνδυασμό μαζί της. Βασίζονται περισσότερο σε occult αναφορές, υπαρξιακές έννοιες και dark fantasy επιρροές οπότε το στοιχείο του προσωπικού βιώματος δεν είναι τόσο έντονο. Μερικά παραδείγματα από τις θεματολογίες που εξερευνούμε στο νέο μας album είναι το “Wonders of Night” με αναφορές στην ορφική κοσμογονία και την αρχέγονη Νυξ ενώ το “The Architect In Slumber” αντλεί έμπνευση από το Lovecraftian dark fantasy.
Πώς αντιλαμβάνεστε την εξέλιξη από το EP “Entering Dreamtime” στο “Last Stop To Nowhere” και τώρα στο “Burning Obsidian Star”; Υπάρχει μια συνειδητή αλλαγή στάσης ή προσέγγισης;
Η σημαντικότερη αλλαγή μετά το “Last Stop to Nowhere” είναι η εξέλιξη μας σε τετραμελές full band κάτι που καθόρισε το πως ακουγόμαστε πλέον στο πρόσφατο “Burning Obsidian Star”. Οργανικό ακουστικό drum kit αντί για drum machine, μεγαλύτερη έμφαση στις κιθάρες και σαφής εξέλιξη στα φωνητικά είναι μερικές από τις σημαντικότερες και συνειδητές αλλαγές του τότε με το τώρα. Πλέον θα έλεγα πως είμαστε μια καθαρά “rock” μπάντα αφού τα ηλεκτρονικά στοιχεία σε σχέση με προηγουμένως έχουν μειωθεί στο ελάχιστο. Επιπλέον, πέρα από το μουσικό κομμάτι, δίνουμε αρκετή βάση στο να καλλιεργούμε με σαφήνεια την οπτική ταυτότητα που συνοδεύει τη μουσική μας και ολοκληρώνει το καλλιτεχνικό μας όραμα.
Έχετε κάποιο συγκεκριμένο track από το τελευταίο άλμπουμ που θεωρείτε πιο “προσωπικό” ή πιο “κρίσιμο” για την επικοινωνία του μηνύματός σας;
Τόσο το lead single του album “Dreams Fade to Nothing” όσο και το “Wonders of Night” είναι δύο κομμάτια τα οποία αντικατοπτρίζουν τέλεια την αισθητική που θέλουμε να μεταδώσουμε και είναι πολύ χαρακτηριστικά του πως ακούγεται το “Burning Obsidian Star”.
Πώς βλέπετε την ελληνική σκηνή post‑punk/goth; Νιώθετε πως υπάρχει πραγματικό κοινό εδώ ή οι συνθήκες είναι ακόμα δύσκολες;
Εάν επικεντρωθεί κανείς σε αυτούς που ακούνε αυστηρά, ή έστω κατά κύριο λόγο, τα συγκεκριμένα υπο-είδη μάλλον μιλάμε για ένα πολύ niche και συγκεκριμένο κοινό. Παρόλαυτα, θεωρώ πως οι Reflection Black μπορούν να απευθυνθούν και σε πιο ευρύ κοινό αφού συνδυάζουμε στοιχεία από διάφορα είδη. Ωστόσο, σε επίπεδο συγκροτημάτων και κυκλοφοριών έχουμε πολύ καλή ποιότητα αλλά και ποσότητα με μπάντες όπως οι Opened Paradise, Mosquito, The Black Capes, Chaincult και Anima Triste να κυκλοφορούν πολύ αξιόλογες δουλειές την τελευταία πενταετία.
Πιστεύετε ότι το goth/post‑punk στην Ελλάδα έχει πλέον πιο σταθερό κοινό και ταυτόχρονα περιθώρια να πειραματιστεί, ή υπάρχει πάντα κίνδυνος να κολλήσει σε στερεότυπα;
Πιστεύω πως οι κυκλοφορίες από τις μπάντες που ανέφερα παραπάνω αποδεικνύουν πως τα συγκροτήματα πραγματικά εκμεταλλεύονται τα περιθώρια να εξερευνήσουν διαφορετικές κατευθύνσεις του ίδιου ήχου. Καμία από τις παραπάνω μπάντες δεν μοιάζει ακριβώς με την άλλη, ταυτόχρονα όμως καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια ομοιογενή Gothic Rock & Post-Punk σκηνή.
Αν μπορούσατε να επιλέξετε έναν άλλον Έλληνα ή ξένο καλλιτέχνη για συνεργασία ή split, ποιος θα ήταν και γιατί;
Θεωρώ πως εάν με κάποιο συγκροτηματα θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα πραγματικά ομοιογενές ηχητικό αποτέλεσμα στην ίδια κυκλοφορία αυτοί θα ήταν οι Tribulation.
Το κλείσιμο δικό σας.
Ευχαριστούμε το Metal Invader για τη φιλοξενία. Τα λέμε στο Disorder Festival στις 12 Ιουνίου στο Universe μαζί με She Past Away, Kite και Diorama στο πρώτο μας live για τη προώθηση του νέου μας δίσκου “Burning Obsidian Star”!

Ελληνικά