Published:

Last Updated on 10:43 PM by Giorgos Tsekas

Ένα συγκρότημα, ένα άλμπουμ, μια ιστορία.

Για πολλούς ο ορισμός του Heavy Metal, για άλλους ο βασικός λόγος που μπήκαν στην «φάση» αυτή, για άλλους ο λόγος να αναπνέουν. Αναμφίβολα, οι Iron Maiden έχουν συντροφεύσει τη ζωή της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεταλλάδων και πάνκιδων και ως σήμερα αποτελούν την απόλυτη ναυαρχίδα των ακουσμάτων τους. Αναπόσπαστο κομμάτι των Βρετανών, παρά τις ανά καιρούς γκρίνιες (αντικείμενο άλλης συζήτησης), ήταν και είναι ο Paul Andrews, κατά κόσμον Paul Di’Anno, ο οποίος από το 1978 έως και το 1981 ήταν το κεντρικό πρόσωπο των Iron Maiden.

Γεννημένος στο Ανατολικό Λονδίνο, τσόγλανος, προλετάριος, απότομος, αλλά με συμμετοχές σε διάφορα μικρά project, όπου χάριζε την φωνή του, δεν άργησε να αποδεχτεί την πρόταση του Steve Harris να δοκιμαστεί για την θέση του τραγουδιστή των Maiden μετά από παρότρυνση του Doug Sampson (παλιού φίλου του Harris). Η πρώτη ακρόαση με τον Rod Smallwood, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πήγε και τόσο καλά, αφού ο Di’Anno συνελήφθη γιατί φλάσαρε το σουγιαδάκι που είχε στην τσέπη του δημοσίως. Παρά ταύτα, μπαίνει στους Maiden κι από εκεί ξεκινά ένα πολύ ξεχωριστό ταξίδι.

Οι Iron Maiden κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους στις 14 Απριλίου του 1980 μέσω της EMI Records στο Ηνωμένο Βασίλειο και μέσω των Harvest και Capitol Records στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ο ομώνυμος δίσκος τους αγκαλιάζεται από πολλούς και διαφορετικούς θιασώτες του σκληρού ήχου, καθώς συνδυάζει τα μεταλικά riffs και την περίπλοκη σύνθεση με μια πανκ νοοτροπία και ορμή, θέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πολλές από τις βάσεις επάνω στις οποίες αργότερα θα πατήσουν διάφορα παρακλάδια του heavy metal, όπως το thrash και το speed.

Ο δίσκος ανοίγει με το “Prowler”, τραγούδι που σε βάζει στιγμιαία στο κλίμα με την επιθετικότητά του και συνεχίζει με το “Remember Tomorrow” για το οποίο πολλά ουίσκια έχουν καταναλωθεί. Όμορφη στιγμή αποτελεί η δήλωση του Lars Ulrich πως το “Remember Tomorrow” αποτέλεσε την βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκαν τραγούδια των Metallica όπως το “Fade To Black” και “Welcome Home (Sanitarium)”, καθώς και σε μετέπειτα κομμάτια τους, όπου έριχναν τις συνήθεις ταχύτητές τους. Σχετικά με το “Strange World”, η σύνθεση του οποίου πιστώνεται στον Harris, έγινε πεδίο διαπληκτισμού ανάμεσα σε αυτόν και τον πρώτο τραγουδιστή των Βρετανών Paul Day, ο οποίος ζήτησε να συμπεριληφθεί στα credits του κομματιού. Περνώντας στο “Charlotte the Harlot”, τραγούδι το οποίο έγραψε ο Dave Murray, έγινε ένα από τα τέσσερα στο σύνολο τραγούδια που αναφέρονται στην φανταστική πόρνη Charlotte, αν και ο Murray διατεινόταν πως η ιστορία στην οποία βασίζεται είναι πραγματική. Ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Harris είναι το επτάλεπτο “Phantom of the Opera”, το οποίο εξακολουθούν και περιλαμβάνουν συχνά στα setlists των συναυλιών του και στο οποίο, όπως έχει δηλώσει και ίδιος, προσπάθησε να παίξε υπό ένα πιο progressive πρίσμα. Λαμβάνοντας υπόψη την συναυλιακή τους πορεία μέχρι και σήμερα, τα “Phantom of the Opera”, “Running Free”, “Sanctuary” και το ομώνυμο “Iron Maiden” είναι από τα τραγούδια που παίζουν συχνότερα, ενώ το τελευταίο αποτελεί πάγιο κομμάτι σε όλα τους τα shows από την εμφάνιση του Eddie στην σκηνή μέχρι και σήμερα. Από το σύνολο των τραγουδιών του δίσκου, με εξαίρεση το “Strange World”, όλα έχουν επανηχογραφηθεί με τον Bruce Dickinson στα φωνητικά, είτε σε ζωντανές ηχογραφήσεις είτε ως B-sides σε studio κυκλοφορίες. Η Βορειοαμερικανική έκδοση συμπεριελάμβανε και το τραγούδι “Sanctuary”, το οποίο είχε αρχικά κυκλοφορήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο ως single τον Ιούνιο του 1980 μπαίνοντας στα charts, φέροντας μια λογοκριμένη φιγούρα του Eddie να στέκεται πάνω από το πτώμα της Margaret Thatcher (χχχ, φτου), γεγονός που φυσικά τους έδωσε αρκετή δημοσιότητα στον βρετανικό τύπο. Μαζί με τις υπόλοιπες επανεκδόσεις που έκανε το συγκρότημα το 1995, αποφάσισε το 1998 να συμπεριλάβει το “Sanctuary” εν τέλει σε όλες τις κυκλοφορίες τους (fun fact: Η εταιρία management των Rod Smallwood και Andy Taylor πήρε το όνομά της από το “Sanctuary”).

Το ντεμπούτο των Iron Maiden αποτελεί και τον μοναδικό δίσκο με την συμμετοχή του Dennis Stratton στην ηλεκτρική κιθάρα, ο οποίος εισήχθη ως προσθήκη της τελευταίας στιγμής μεν, απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του δε λόγω «μουσικών διαφορών» μετά την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τους περιοδείας ως support στους KISS. Η αλήθεια είναι ότι ο Stratton θέλησε να προσθέσει αρμονίες στις κιθάρες που θύμιζαν πολύ συνθέσεις συγκροτημάτων όπως οι Wishbone Ash, ενώ παράλληλα θέλησε τα δεύτερα φωνητικά να ακολουθήσουν την λογική των Queen, γεγονότα που του έδωσαν την χαριστική βολή. Ε, που πας ρε Καραμήτρο με τις αργές μελωδίες και τα μελωμένα όταν οι άλλοι είναι ο τσαμπουκάς προσωποποιημένος;

Παρά το γεγονός ότι πολλοί είναι αυτοί που κατέκριναν την – κάπως – μέτρια παραγωγική του δίσκου (κάτι που προσωπικά δεν καταλαβαίνω, καθώς αυτή η πανκ αγριάδα και η φούρια ταίριαζε υπέροχα με την όλη μουσική εικόνα – fun fact ο Harris απεχθανόταν ό,τι είχε να κάνει με το punk), η αποδοχή του κόσμου και η μεταγενέστερη επιτυχία του έδωσαν τρομερή ώθηση στο συγκρότημα, οδηγώντας το στην νομοτελειακή επικράτηση στις μουσικές σκηνές της Ευρώπης και μη. Πρώτη σκέψη των Maiden ήταν να αναλάβουν την παραγωγή δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Αρχικά, ο Guy Edwards απορρίφθηκε λόγω του «βαλτώδους» αποτελέσματος που προσέφερε, ενώ σε δεύτερη φάση απορρίφθηκε ο Andy Scott γιατί ζήτησε από τον Steve Harris να παίζει μπάσο με πένα και όχι με τα δάχτυλά του. Η παραγωγή του δίσκου πέρασε στον Will Malone, ο οποίος όμως σύμφωνα με τον Steve Harris, έχασε στην πορεία το ενδιαφέρον του, αναγκάζοντας τους Iron Maiden να αναλάβουν τελικά μόνοι τους την παραγωγή, ολοκληρώνοντας τις διαδικασίες εντός 13 ημερών. Οι ηχογραφήσεις έγιναν στα Kingsway Studios στο δυτικό Λονδίνο τον Ιανουάριο του 1980, κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος των Βρετανών από την περιοδεία Metal for Muthas, ενώ η μίξη έγινε στα Morgan Studios.

Για την υποστήριξη του πρώτου τους ολοκληρωμένου δίσκου, οι Iron Maiden έπαιξαν για πρώτη φορά σε χώρες κυρίως της κεντρικής Ευρώπης, όπου ενθουσιάστηκαν με την θερμή αγκαλιά του κόσμου, κυρίως γιατί δεν περίμεναν πως θα υπήρχε τόσο μεγάλη αποδοχή σε χώρες εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Σύμφωνα με τον St. Harris: «Το πρεστίζ που αποκτήσαμε από τις καλές εμφανίσεις το Η.Β. μεταμορφώθηκε σε μια από-στόμα-σε-στόμα έκπληξη, όπου ξαφνικά βρεθήκαμε σε πόλεις όπως το Leiden της Ολλανδίας που δεν γνωρίζαμε καν πρότερα και όπου είχαν τόσο τεράστια banners να μας περιμένουν που έγραφαν “Iron Maiden Go Over The Top” κ.λπ. Ήταν απίστευτο!». Η περιοδεία Iron Maiden Tour ήταν και η πρώτη με το συγκρότημα να ορίζεται ως headline και ακολούθησε την co-headline περιοδεία Metal for Muthas νωρίτερα το ίδιο έτος. Η περιοδεία ξεκίνησε από το Ηνωμένο Βασίλειο και διήρκεσε από τον Απρίλιο μέχρι και περίπου τα τέλη Αυγούστου (υπήρξε βέβαια και εμφάνιση στην Φινλανδία), ενώ συνέχισαν να εμφανίζονται ζωντανά μαζί με τους Kiss στην Unmasked Tour από τα τέλη Αυγούστου μέχρι και τα μέσα Οκτωβρίου. Νοέμβριο και Δεκέμβριο επέστρεψαν στην Βρετανία, όπου κατά την τελευταία συναυλία μαγνητοσκόπησαν το πρώτο τους live video στο Rainbow Theatre του Λονδίνου. Η περιοδεία αυτή έκλεισε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, στο Rainbow Theater (fun fact: η πρώτη συναυλία έγινε την Πρωταπριλιά του 1980, όπου οι Maiden ήταν support στους Judas Priest).
Οι Iron Maiden έγιναν το πρώτο συγκρότημα που έπαιξε στην τηλεοπτική εκδοχή του βρετανικού Top of the Pops αρνούμενοι να μιμούνται την ίδια τους την μουσική. Απαίτησαν και έπαιξαν ζωντανά το “Running Free”, για πρώτη φορά μετά την ζωντανή εμφάνιση των The Who το 1972 στην ίδια εκπομπή. Ο Di’Anno, που έγραψε και τους στίχους του τραγουδιού, το χαρακτήρισε ως «αυτοβιογραφικό», λέγοντας πως «[…] παρά το γεγονός ότι δεν πέρασα ποτέ νύχτα μέσα σε φυλακή στο Los Angeles […] έχει να κάνει με την αίσθηση του να είσαι 16 ετών και όπως λέει και το τραγούδι, running wild and running free. Μου θυμίζει τα χρόνια που ήμουν skinhead”.

Οι Maiden από κάποιο σημείο και μετά, άρχισαν να ακυρώνουν αρκετές εμφανίσεις τους εξαιτίας της έλλειψης ενδιαφέροντος που υπήρξε από τον Di’Anno, αλλά και από το γεγονός ότι πρακτικά δεν μπορούσε να αποδώσει ως έπρεπε εξαιτίας των εξαρτήσεών του. Η τελευταία εμφάνισή του με τους Maiden έγινε στις 10 Σεπτεμβρίου του 1981 στην Κοπεγχάγη. Έκτοτε απομακρύνθηκε από τον πάγκο των Βρετανών, αφού θεωρούσαν πως πλέον δεν μπορούσε να προσφέρει. Ο Di’Anno από την άλλη, τα θυμάται αλλιώς «Έφυγα από τους Iron Maiden γιατί γίνονταν πλέον πολύ heavy metal, και οι Iron Maiden είναι μια μηχανή παραγωγής χρημάτων, δεν μου καίγεται καρφί.» υποστήριξε σε μια συνέντευξη το 2013, μεταξύ άλλων.

O Paul Di’Anno πρόκειται να εμφανιστεί σήμερα Σάββατο 2 Δεκεμβρίου στο Gagarin στην Αθήνα και αύριο Κυριακή 3 Δεκεμβρίου στο Principal στην Θεσσαλονίκη, με το set του να περιλαμβάνει τραγούδια από την σύντομη μεν, καθόλα διαμορφωτική και εθιστική δε πορεία του με τους Iron Maiden.

Be there!

Related articles

Castle Rat – Into The Realm

Tributes: Rammstein

Kerry King: ‘Toxic’ music video

Recent articles

Castle Rat – Into The Realm

Tributes: Rammstein

Kerry King: ‘Toxic’ music video

Exit mobile version