Αυλαία χθες για το Release Athens festival την χρονιά που διανύουμε και πιθανότατα στην τελευταία του χρονιά που φιλοξενείται στην Πλατεία Νερού, κλείνοντας με ένα από τα πιο δυνατά metal billings της χρονιάς. Στην επιστροφή των θρυλικών Savatage στην Αθήνα, σε συνδιασμό με το πακέτο επιστροφής των Σουηδών Sabaton και των Ολλανδών Epica, μετά από 4 χρόνια στον ίδιο χώρο, δύο αγαπημένων του ελληνικού κοινού group. Με τον κόσμο μοιρασμένο σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλοι κατέβηκαν στο Φάληρο για τους Savatage, άλλοι για τους Sabaton· όλοι όμως περίμεναν μια συναυλιακή εμπειρία αντάξια του αποχαιρετισμού της Πλατείας Νερού μετά από 10 χρόνια.
Ήδη από νωρίς ο κόσμος ήταν πολύς. Πιθανότατα η μεγαλύτερη προσέλευση για opening act στο φετινό Release, κάτι κάθε άλλο παρά τυχαίο. Οι Epica διατηρούν εδώ και χρόνια ένα σταθερό και πιστό κοινό στην Ελλάδα, το οποίο μπορεί να μη γεμίζει εύκολα έναν χώρο festival τέτοιου μεγέθους, όμως πάντα δίνει δυναμικό παρόν. Έτσι, οι Ολλανδοί ανέβηκαν στη σκηνή μπροστά σε ένα ιδιαίτερα αξιοπρεπές ακροατήριο, που δεν είχε έρθει απλώς για να περιμένει τους επόμενους, αλλά πραγματικά για να τους παρακολουθήσει. Αν κάτι χαρακτηρίζει τις εμφανίσεις τους στη χώρα μας, αυτό είναι πως σχεδόν πάντα συνοδεύονται από κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτή τη φορά, πάντως, ο καιρός στάθηκε επιτέλους σύμμαχός τους. Χωρίς ακραία ζέστη και με έναν εξαιρετικά καθαρό ήχο ήδη από το πρώτο συγκρότημα της ημέρας, οι συνθήκες ήταν ιδανικές ώστε το συγκρότημα να παρουσιάσει ένα συμπαγές και απολαυστικό set.
Η Simone Simons παρέμεινε το φυσικό επίκεντρο της σκηνής. Χαμογελαστή, εκφραστική και συνεχώς σε επικοινωνία με το κοινό, μοίραζε τα γνώριμα ”ευχαριστώ” ζητούσε παλαμάκια και δεν έμενε στιγμή στάσιμη, ακόμη κι αν όσοι τους έχουν παρακολουθήσει πολλές φορές γνωρίζουν ότι στο παρελθόν έχει παρουσιάσει ακόμη πιο θεατρικές και απαιτητικές εμφανίσεις. Δίπλα της, οι υπόλοιποι μουσικοί απέδωσαν με χαρακτηριστική άνεση τις εναλλαγές ανάμεσα στις συμφωνικές μελωδίες και τα πιο επιθετικά ξεσπάσματα, με τα brutal φωνητικά και τις κιθάρες να ξεχωρίζουν ιδιαίτερα. Το setlist σαφώς επικεντρωμένο στο περσινό ”Aspiral” επιλογή ίσως πιο τολμηρή απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς για festival εμφάνιση, αλλά απόλυτα λογική για μια μπάντα που εξακολουθεί να στηρίζει το νέο της υλικό. Παράλληλα, οι αναφορές στο παρελθόν δεν έλειψαν. Το “Sensorium” λειτούργησε σαν μια ευχάριστη υπενθύμιση της μακράς πορείας τους, το “Cry For The Moon” απέδειξε για ακόμη μία φορά γιατί παραμένει αναντικατάστατο στο συναυλιακό τους οπλοστάσιο, ενώ τα “Unchain Utopia” και “Beyond The Matrix” ξεσήκωσαν ακόμη και όσους μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσαν πιο συγκρατημένα. Τεράστια απώλεια για εμφάνιση σε festival το “Consign to Οblivion” που θα απογείωνε ακόμα περισσότερο αυτό που είδαμε.
Οκτώ τραγούδια και περίπου τρία τέταρτα στη σκηνή δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν ολόκληρη τη δισκογραφία τους, όμως αυτό ήταν αναμενόμενο μέσα στα χρονικά όρια του festival. Η ζωηρή τους απόδοσή φτάνοντας σε πολύ καλά για την ώρα επίπεδα παρέμεινε απολύτως επαγγελματική και ουσιαστική δίνοντας επάξια την σκυτάλη στους Αμερικάνους. Ο κόσμος τραγούδησε, σήκωσε χέρια και τους αποχαιρέτησε με το γνώριμο παράπονο πως θα τους ήθελε για ένα πλήρες headline show.
Setlist : Cross the Divide / Sensorium / Apparition / Arcana / Cry for the Moon / Fight to Survive (The Overview Effect) / Unchain Utopia / Beyond the Matrix
Η στιγμή που περίμεναν οι περισσότεροι είχε φτάσει. Μετά την πολυσυζητημένη επιστροφή τους το 2025, οι Savatage ανέβαιναν για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα σε αθηναϊκή σκηνή. Ένα σύντομο ορχηστρικό από το “Morphine Child” λειτούργησε ως ιδανική εισαγωγή πριν ο Zak Stevens εμφανιστεί για το “Dead Winter Dead“, βάζοντας από τα πρώτα κιόλας λεπτά τον τόνο μιας εμφάνισης που έμελλε να δικαιώσει κάθε προσδοκία. Υπήρχαν, φυσικά, αναπόφευκτα ερωτήματα. Η απουσία του Jon Oliva δεν θα μπορούσε παρά να βαραίνει κάθε φίλο του συγκροτήματος, ενώ η σκιά του αείμνηστου Criss Oliva εξακολουθεί να συνοδεύει κάθε αναφορά στους Savatage. Κι όμως, αντί να επιχειρήσουν να αναπαράγουν κάτι που δεν μπορεί να επαναληφθεί, οι μουσικοί επέλεξαν τον μοναδικό σωστό δρόμο. Τον απόλυτο σεβασμό στην ιστορία τους χωρίς ίχνος απομίμησης.
Ο Zak Stevens υπήρξε συγκλονιστικός. Δεν προσπάθησε ποτέ να τραγουδήσει σαν τον Jon Oliva και αυτό ακριβώς αποτέλεσε τη μεγαλύτερη δύναμή του. Στα τραγούδια της δικής του περιόδου ακούστηκε καλύτερος από ποτέ, ενώ ακόμη και στα παλαιότερα κομμάτια απέδωσε με σεβασμό και προσωπικότητα, αναδεικνύοντας συνθέσεις όπως τα “Strange Wings” και “Gutter Ballet” με τρόπο που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πριν από λίγα χρόνια. Αν όμως υπήρχε κάτι πραγματικά εντυπωσιακό, αυτό ήταν οι κιθάρες. Ο Chris Caffery και ο Al Pitrelli παρέδωσαν ένα πραγματικό σεμινάριο δισολιών και σολιστικών ερμηνειών, αποδίδοντας κάθε εμβληματικό μέρος χωρίς εκπτώσεις ή συντομεύσεις. Δίπλα τους, ο Johnny Lee Middleton και ο Jeff Plate αποτέλεσαν τη στιβαρή βάση μιας μπάντας που έδειχνε να μην έχει χάσει ούτε στο ελάχιστο τη συνοχή και τη χημεία της, ενώ οι Paulo Cuevas και Shawn McNair κάλυψαν ιδανικά τα πολυεπίπεδα πλήκτρα και τα δεύτερα φωνητικά, επιτρέποντας στη μουσική να αποδοθεί σχεδόν αυτούσια.
Το σημαντικότερο όμως ήταν το συναίσθημα. Από το πρώτο ξέσπασμα του “Jesus Saves” μέχρι το “Sirens“, το συγκρότημα έδειχνε να παίζει με αυτοπεποίθηση και αληθινή χαρά, ενώ το κοινό ανταποκρινόταν σε κάθε ρεφρέν. Το μεσαίο τμήμα της εμφάνισης αποδείχθηκε σχεδόν αφοπλιστικό, με τα “Handful Of Rain“, “Tonight He Grins Again” και το μεγαλειώδες “Chance” να οδηγούν τη βραδιά σε μια συνεχόμενη κορύφωση. Και ύστερα ήρθε το “Believe“. Με τον Jon Oliva να εμφανίζεται μέσω video στο πιάνο, τον Criss να προβάλλεται στο video wall και το συγκρότημα να ενσωματώνει το συγκλονιστικό πέρασμα του “When The Crowds Are Gone“, η Πλατεία Νερού βίωσε μία από εκείνες τις σπάνιες συναυλιακές στιγμές που δύσκολα περιγράφονται με λέξεις. Σχεδόν 16 χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν μαζί, αρκετοί προσπαθούσαν μάταια να συγκρατήσουν τη συγκίνησή τους και για λίγα λεπτά ο χρόνος έμοιαζε να σταματά.
Το φινάλε δεν άφησε κανένα περιθώριο για ανάσα. “Gutter Ballet“, “Edge Of Thorns“, “Power Of The Night” και φυσικά το αξεπέραστο “Hall Of The Mountain King” ολοκλήρωσαν ένα setlist που κατάφερε μέσα σε μόλις ογδόντα περίπου λεπτά να εκπροσωπήσει σχεδόν κάθε σημαντική περίοδο της πορείας τους. Ήταν αδύνατο να χωρέσουν τα πάντα· άλλωστε, ακόμη και τρεις ώρες δύσκολα θα επαρκούσαν για μια τέτοια δισκογραφία. Αυτό όμως που παρουσιάστηκε ήταν τόσο ισορροπημένο και τόσο προσεγμένο, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να ζητήσει κανείς κάτι ουσιαστικά διαφορετικό. Αν υπήρξε ένα μικρό ψεγάδι, αυτό αφορούσε το κάκιστο ΑΙ slop με τα εξώφυλλα και τα visuals, που σε ορισμένα σημεία δεν συγχρονίστηκαν σωστά με τα τραγούδια. Πρόκειται όμως για μια λεπτομέρεια που ελάχιστα επηρέασε τη συνολική εικόνα. Οι Savatage απέδειξαν ότι δεν επέστρεψαν απλώς για μια νοσταλγική αναβίωση, αλλά γιατί εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις σημαντικότερες μπάντες που γέννησε ποτέ το αμερικανικό heavy metal. Για όσους περίμεναν αυτή την επιστροφή επί δεκαετίες, η δικαίωση ήταν απόλυτη. Και όταν έσβησαν οι τελευταίες νότες του “Hall Of The Mountain King“, η αίσθηση που κυριαρχούσε ήταν μία: θα θέλαμε να συνεχίσει για άλλη μία, δύο ή και τρεις ώρες.
Setlist : Morphine Child (intro) / Dead Winter Dead / Jesus Saves / This Is The Time (1990) / Strange Wings / Sirens / Lights Out / Handful Of Rain / Miles Away / Tonight He Grins Again / Chance / Believe / Gutter Ballet / Edge Of Thorns / Power Of The Night / Hall Of The Mountain King
Μετά το συναισθηματικό φορτίο των Savatage, η βραδιά άλλαξε εντελώς χαρακτήρα. Κάποιοι αποχώρησαν έχοντας ήδη ζήσει αυτό για το οποίο είχαν έρθει, αρκετοί νέοι θεατές κατέφθασαν, το επιβλητικό τανκ πήρε θέση στη σκηνή, τα κανόνια ετοιμάστηκαν και οι Sabaton κάλεσαν το κοινό στη δική τους μάχη. Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε πως οι Σουηδοί θα έκλειναν τη συγκεκριμένη ημέρα του Release, δεν έλειψαν οι συζητήσεις για το αν άξιζαν τη θέση του headliner απέναντι στους Savatage. Στην πραγματικότητα, όμως, η ίδια η εικόνα της βραδιάς έδωσε την απάντηση. Οι Sabaton μπορεί να μην κουβαλούν τη μυθολογία και την ιστορική βαρύτητα των σπουδαίων ονομάτων του κλασικού heavy metal, έχουν όμως εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνής. Και κυρίως, γνωρίζουν ακριβώς τι περιμένει το κοινό τους και φροντίζουν να το προσφέρουν στο ακέραιο.
Από τις πρώτες κιόλας νότες η διαφορά φιλοσοφίας ήταν εμφανής. Η ένταση ανέβηκε κατακόρυφα, οι εκρήξεις και τα pyro έδωσαν τον τόνο, το τεράστιο άρμα μάχης δέσποζε στο κέντρο της σκηνής και κάθε τραγούδι συνοδευόταν από προσεγμένα visuals που ενίσχυαν τη θεματολογία του. Ο Joakim Brodén, ακούραστος όπως πάντα, κινήθηκε αδιάκοπα πάνω στη σκηνή, επικοινώνησε διαρκώς με το κοινό, πέταξε αρκετές ελληνικές ατάκες και κράτησε την ατμόσφαιρα ζωντανή από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι Sabaton έχουν μετατρέψει εδώ και χρόνια τις συναυλίες τους σε ολοκληρωμένα θεάματα και αυτό επιβεβαιώθηκε για ακόμη μία φορά. Ο Ναΐτης με τον πυρσό στο “Templars“, οι αντιασφυξιογόνες μάσκες, οι συνεχείς φλόγες, η πραγματική χορωδία που ανέβηκε στη σκηνή κατά τη διάρκεια του “Christmas Truce” και παρέμεινε εκεί για μεγάλο μέρος της εμφάνισης, όλα λειτούργησαν ως οργανικά στοιχεία ενός show που δεν άφηνε σχεδόν ποτέ το βλέμμα να ξεκουραστεί.
Φυσικά, τίποτα από αυτά δεν θα είχε την ίδια αξία αν δεν υπήρχε η ανταπόκριση του κόσμου. Και αυτή υπήρξε εντυπωσιακή. Το κοινό τραγουδούσε σχεδόν τα πάντα, όχι μόνο τα μεγάλα ρεφρέν αλλά ακόμη και ολόκληρα κουπλέ, αποδεικνύοντας πόσο πιστό και αφοσιωμένο είναι το fan base τους στην Ελλάδα. Από το “The Red Baron” μέχρι το “Night Witches” και από το “Attack Of The Dead Men” μέχρι το “Bismarck“, χιλιάδες φωνές ακολουθούσαν κάθε στίχο, ενώ το “Coat Of Arms” εξελίχθηκε όπως αναμενόταν σε μία από τις κορυφαίες στιγμές της εμφάνισης, αποκτώντας μάλιστα ιδιαίτερη βαρύτητα μπροστά σε ελληνικό κοινό.
Το setlist έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην πιο πρόσφατη περίοδο της μπάντας, με αρκετό υλικό από τους τελευταίους δίσκους και το ολοκαίνουργιο “Legends” να κάνει την εμφάνισή του, αφήνοντας εκτός ορισμένα αγαπημένα κομμάτια όπως τα “Winged Hussars“, “Sparta” ή “Screaming Eagles“. Αναπόφευκτα, κάποιος θα έβρισκε λόγο να παραπονεθεί για μια ή δύο απουσίες· όμως αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε όταν μια μπάντα διαθέτει πλέον τόσο μεγάλο κατάλογο επιτυχιών.
Μουσικά, οι Sabaton εξακολουθούν να έχουν τις γνωστές αρετές αλλά και τις γνωστές αδυναμίες τους. Η δομή πολλών τραγουδιών ακολουθεί ένα οικείο μοτίβο, τα προηχογραφημένα μέρη παραμένουν αρκετά και σε ορισμένα σημεία τα δεύτερα φωνητικά λειτουργούν υποστηρικτικά προς τον Brodén. Είναι στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης και κριτικής. Από την άλλη πλευρά, δύσκολα μπορεί κανείς να τους προσάψει ότι δεν προσφέρουν στον θεατή αυτό ακριβώς που υπόσχονται. Κάθε ευρώ του εισιτηρίου επιστρέφεται σε μορφή θεάματος, ενέργειας και αδιάκοπης επικοινωνίας με το κοινό.
Και τελικά ίσως εκεί να βρίσκεται το σημαντικότερο συμπέρασμα. Οι Sabaton δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι είναι οι Savatage, ούτε να συγκριθούν με αυτούς. Έχουν χαράξει τη δική τους πορεία, έχουν δημιουργήσει τη δική τους ταυτότητα και έχουν καταφέρει να αποτελούν ένα από τα ελάχιστα σύγχρονα metal συγκροτήματα που μπορούν να σηκώσουν με αξιοπιστία το βάρος ενός μεγάλου φεστιβαλικού headline show. Αυτό από μόνο του αποτελεί επίτευγμα.
Setlist : Ghost Division / Yamato / The Red Baron / The Last Stand / Great War / Stormtroopers / Christmas Truce / Soldier of Heaven / Crossing the Rubicon / Night Witches / I, Emperor / The Attack of the Dead Men / Bismarck / Hordes of Khan / Templars / Primo Victoria / Swedish Pagans / Coat of Arms / To Hell and Back
Κάπως έτσι ήρθε το finale για το φετινό Release Athens festival και, εκτός απροόπτου, μιας ολόκληρης εποχής για την Πλατεία Νερού. Ήταν μια βραδιά που κατάφερε να χωρέσει τρεις εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις στο heavy metal. Τη συμφωνική κομψότητα των Epica, τη διαχρονική συγκίνηση και μουσική μεγαλοπρέπεια των Savatage και τη θεαματική, πληθωρική ενέργεια των Sabaton. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως κάθε μπάντα πέτυχε τον στόχο της. Οι Epica απέδειξαν ξανά γιατί συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες δυνάμεις του συμφωνικού metal. Οι Savatage υπενθύμισαν γιατί το όνομά τους παραμένει χαραγμένο στην ιστορία του είδους και γιατί η σχέση τους με το ελληνικό κοινό ξεπερνά τα όρια μιας απλής συναυλιακής συνάντησης. Και οι Sabaton επιβεβαίωσαν πως ανήκουν πλέον δικαιωματικά στην κορυφή της σύγχρονης φεστιβαλικής πραγματικότητας, προσφέροντας ένα show αντάξιο της φήμης τους.
Αν αυτό ήταν πράγματι το τελευταίο αντίο της Πλατείας Νερού στο Release Athens, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστός αποχαιρετισμός. Χιλιάδες άνθρωποι τραγούδησαν, συγκινήθηκαν, ύψωσαν γροθιές, άναψαν καπνογόνα, ύψωσαν φωνές και δημιούργησαν ακόμη μία από εκείνες τις συναυλιακές αναμνήσεις που μένουν για χρόνια. Γιατί στο τέλος της ημέρας, πέρα από setlists, headliners και συγκρίσεις, αυτό που μένει είναι οι στιγμές που ζήσαμε μαζί μπροστά στη σκηνή.

Ελληνικά